<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="21"><p>21. Τὰ δ᾿ ἐν τῇσιν ἀνακομιδῇσι τῇσιν ἐκ τῶν νούσων, ἔτι δὲ καὶ ἐν <lb/>τῇσι
                        νούσοισι τῇσι μακρῇσι γίνονται πολλαὶ ξυνταράξιες, αἱ μὲν <lb/>ἀπὸ
                        ταυτομάτου, αἱ δὲ καὶ ἀπὸ τῶν προσενεχθέντων τῶν τυχόντων. <lb/>Οἶδα δὲ τοὺς
                        ἰητροὺς τοὺς πολλοὺς, ὡς τοὺς ἰδιώτας, ἢν τύχωσι περὶ <lb/>τὴν ἡμέρην ταύτην
                        τι κεκαινουργηκότες, ὡς λουσάμενοι, ἢ περιπατήσαντες, <lb/>ἢ φαγόντεςτι
                        ἑτεροῖον, ταῦτα δὲ πάντα βελτίω προσενηνεγμένα <lb/>ἢ μὴ, οὐδενὸς ἧσσον τὴν
                        αἰτίην τουτέων τινὶ ἀνατιθέντας, <lb/>τὸ μὲν αἴτιον ἀγνοεῦντας, τὸ δὲ
                        ξυμφορώτατον, ἢν οὕτω <lb/>τύχῃ, ἀφανίσαντας. Δεῖ δὲ οὔ· ἀλλ᾿ εἰδέναι τί
                        λουτρὸν ἀκαίρως <pb n="626"/> προσγενόμενον ἐργάσεται, καὶ τί κόπος.
                        Οὐδέποτε γὰρ ἡ αὐτὴ <lb/>κακοπαθίη τουτέων, οὐδ᾿ ἑτέρου, οὐδέ γε ἀπὸ
                        πληρώσιος, οὐδέ <lb/>γε ἀπὸ βρώματος τοίου ἢ τοίου. Ὅστις οὖν ταῦτα μὴ
                        εἴσεται ὡς <lb/>ἕκαστα ἔχει πρὸς τὸν ἄνθρωπον, οὔτε γινώσκειν τὰ γινόμενα
                        ἀπ᾿ αὐτέων <lb/>δυνήσεται, οὔτε χρέεσθαι ὀρθῶς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="22"><p>22. Δεῖν δέ μοι δοκέει καὶ ταῦτ᾿ εἰδέναι, ὅσα τῷ ἀνθρώπῳ παθήματα <lb/>ἀπὸ
                        δυνάμιων ἔρχεται, καὶ ὅσα ἀπὸ σχημάτων. Λέγω δὲ <lb/>τί τοῦτο; Δύναμιν μὲν
                        εἶναι τῶν χυμῶν τὰς ἀκρότητάς τε καὶ <lb/>ἰσχῦς· σχήματα δὲ λέγω ὅσα ἔνεστιν
                        ἐν τῷ ἀνθρώπῳ. Τὰ μὲν γὰρ <lb/>κοῖλά τε καὶ ἐξ εὐρέος ἐς στενόν ἐστι
                        συνηγμένα, τὰ δὲ καὶ ἐκπεπταμένα, <lb/>τὰ δὲ στερεά τε καὶ στρογγύλα, τὰ δὲ
                        πλατέα καὶ <lb/>ἐπικρεμάμενα, τὰ δὲ διατεταμένα, τὰ δὲ μακρὰ, τὰ δὲ πυκνὰ,
                        <lb/>τὰ δὲ μανά τε καὶ τεθηλότα, τὰ δὲ σπογγοειδέα καὶ ἀραιά. <lb/>Τοῦτο
                        μὲν, ἑλκύσαι ἐφ᾿ ἑωυτὸ καὶ ἐπισπάσασθαι ὑγρότητα ἐκ τοῦ <lb/>ἄλλου σώματος,
                        πότερον τὰ κοῖλά τε καὶ ἐκπεπταμένα, ἢ τὰ στερεά <lb/>τε καὶ στρογγύλα, ἢ τὰ
                        κοῖλά τε καὶ ἐς στενὸν ἐξ εὐρέος συνηγμένα, <lb/>δύναιτ᾿ ἂν μάλιστα; Οἶμαι
                        μέντοι τὰ τοιαῦτα ἐς στενὸν <lb/>συνηγμένα ἐκ κοίλου τε καὶ εὐρέος.
                        Καταμανθάνειν δὲ δεῖ <lb/>αὐτὰ ἔξωθεν ἐκ τῶν φανερῶν. Τοῦτο μὲν γὰρ, τῷ
                        στόματι κεχηνὼς <lb/>ὑγρὸν οὐδὲν ἀνασπάσαις· προμυλλήνας δὲ καὶ συστείλας,
                        <lb/>πιέσας τε τὰ χείλεα, ἔτι τε αὐλὸν προσθέμενος, ῥηϊδίως ἀνασπάσαις
                        <lb/>ἂν ὅ τι θέλοις. Τοῦτο δὲ, αἱ σικύαι προσβαλλόμεναι ἐξ <pb n="628"/>
                        εὐρέος ἐς στενώτερον ἐστενωμέναι πρὸς τοῦτο τετεχνέαται, πρὸς <lb/>τὸ ἕλκειν
                        ἀπὸ τῆς σαρκὸς καὶ ἐπισπᾶσθαι, ἄλλα τε πολλὰ τοιουτότροπα. <lb/>Τῶν δ᾿ ἔσω
                        τοῦ ἀνθρώπου φύσις καὶ σχῆμα τοιοῦτον· <lb/>κύστις τε καὶ κεφαλὴ, καὶ ὑστέρα
                        γυναιξί· καὶ φανερῶς ταῦτα μάλιστα <lb/>ἕλκει, καὶ πλήρεά ἐστιν ἐπάκτου
                        ὑγρότητος αἰεί. Τά δὲ <lb/>κοῖλα καὶ ἐκπεπταμένα ἐπιῤῥυεῖσαν μὲν ἂν ὑγρότητα
                        μάλιστα <lb/>δέξαιτο πάντων, ἐπισπάσαιτο δ᾿ἂν οὐχ ὁμοίως. Τὰ δέ γε στερεὰ
                        <lb/>καὶ στρογγύλα οὔτ᾿ ἂν ἐπισπάσαιτο οὔτ᾿ ἂν ἐπιῤῥυεῖσαν δέξαιτο·
                        <lb/>περιολισθάνοι τε γὰρ ἂν, καὶ οὐκ ἔχοι ἕδρην ἐφ᾿ ἧς μένοι. Τὰ δὲ
                        <lb/>σπογγοειδέα τε καὶ ἀραιὰ, οἶον σπλὴν, πλεύμων καὶ μαζοὶ,
                        <lb/>προσκαθεζόμενα μάλιστα ἀναπίοι καὶ σκληρυνθείη καὶ αὐξηθείη,
                        <lb/>ὑγρότητος προσγενομένης, ταῦτα μάλιστα. Οὐ γὰρ ἂν ἐν <pb n="630"/>
                        σπληνὶ, ὥσπερ ἐν κοιλίῃ ἐν ἧ τὸ ὑγρὸν, ἔξω τε περιέχοι αὕτη ἡ κοιλίη
                        <lb/>καὶ ἐξαλίζοιτ᾿ ἂν καθ᾿ ἑκάστην ἡμέρην· ἀλλ᾿ ὅταν πίῃ καὶ δέξηται
                        <lb/>αὐτὸς ἐς ἑωυτὸν τὸ ὑγρὸν, τὰ κενὰ καὶ ἀραιὰ ἐπληρώθη, καὶ <lb/>τὰ
                        σμικρὰ πάντα, καὶ ἀντὶ ἀραιοῦ τε καὶ μαλθακοῦ σκληρός <lb/>τε καὶ πυκνὸς
                        ἐγένετο, καὶ οὔτ᾿ ἐκπέσσει οὔτ᾿ ἀφίησι· ταῦτα δὲ <lb/>πάσχει διὰ τὴν φύσιν
                        τοῦ σχήματος. Ὅσα δὲ φῦσάν τε καὶ ἀνειλήματα <lb/>ἐνεργάζονται ἐν τῷ σώματι,
                        προσήκει ἐν μὲν τοῖσι κοίλοισί <lb/>τε καὶ εὐρυχώροισιν, οἷον κοιλίῃ τε καὶ
                        θώρηκι, ψόφον τε καὶ <pb n="632"/> πάταγον ἐμποιέειν. Ὅτε γὰρ ἂν μὴ
                        ἀποπληρώσῃ οὕτως ὥστε <lb/>στῆναι, ἀλλ᾿ ἔχῃ μεταβολάς τε καὶ κινήσιας,
                        ἀνάγκη ὑπ᾿ αὐτέων <lb/>καὶ ψόφον καὶ καταφανέας κινήσιας γίνεσθαι. Ὅσα δὲ
                        σαρκώδεά <lb/>τε καὶ μαλθακὰ, ἐν τοῖσι τουτέοισι νάρκαι τε καὶ πληρώματα,
                        <lb/>οἷα ἐν τοῖσιν ἀποπληγεῖσι γίνεται· ὅταν δ᾿ ἐγκύρσῃ πλατέϊ τε <lb/>καὶ
                        ἀντικειμένῳ, καὶ πρὸς αὐτὸ ἀντιπαίσῃ, καὶ φύσει τοῦτο <lb/>τύχῃ, μήτε
                        ἰσχυρὸν ἐὸν; ὥστε δύνασθαι ἀντέχεσθαι τῆς βίης <lb/>καὶ μηδὲν κακὸν παθεῖν,
                        μήτε μαλθακόν τε καὶ ἀραιὸν, ὥστ᾿ <lb/>ἐκδέξασθαί τε καὶ ὑπεῖξαι, ἁπαλὸν δὲ
                        καὶ τεθηλὸς καὶ ἔναιμον <lb/>καὶ πυκνὸν, οἷον ἧπαρ, διὰ μὲν. τὴν πυκνότητα
                        καὶ πλατύτητα ἀνθέστηκέ <lb/>τε καὶ. οὐχ ὑπείκει. Φῦσα δὲ ὑποδεχομένη
                        αὔξεταί τε καὶ <lb/>ἰσχυροτέρη γίνεται, καὶ ὁρμᾷ μάλίστα πρὸς τὸ ἀντιπαῖον.
                        Διὰ δὲ <lb/>τὴν ἁπαλότητα καὶ τὴν ἐναιμότητα οὐ δύναται ἄνευ πόνων εἶναι,
                        <lb/>καὶ διὰ ταύτας τὰς προφάσιας ὀδύναι τε ὀξύταται καὶ πυκνόταται
                        <lb/>πρὸς τοῦτό τὸ χωρίον· γίνονται, ἐκπυήματά τε καὶ φύματα <pb n="634"/>
                        πλεῖστα. Γίνεται δὲ καὶ ὑπὸ φρένας ἰσχυρῶς, ἧσσον δὲ πολλόν· <lb/>διάτασις
                        μὲν γὰρ φρενῶν πλατείη καὶ ἀντικειμένη, φύσις δὲ νευρωδεστέρη <lb/>τε καὶ
                        ἰσχυροτέρη, διὸ ἧσσον ἐπώδυνά ἐστι. Γίνονται <lb/>δὲ καὶ περὶ ταῦτα καὶ
                        πόνοι καὶ φύματα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="23"><p>23. Πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα καὶ ἔσω καὶ ἔξω τοῦ σώματος εἴδεα σχημάτων, <lb/>ἃ
                        μεγάλα ἀλλήλων διαφέρει πρὸς τὰ παθήματα καὶ νοσέοντι <lb/>καὶ ὑγιαίνοντι,
                        οἷον κεφαλαὶ σμικραὶ ἢ μεγάλαι, τράχηλοι λεπτοὶ <lb/>ἢ παχέες, μακροὶ ἢ
                        βραχέες, κοιλίαι μακραὶ ἢ στρογγύλαι, <lb/>θώρηκος καὶ πλευρέων πλατύτητες ἢ
                        στενότητες, καὶ ἄλλα μυρία, <lb/>ἃ δεῖ πάντα εἰδέναι ᾗ διαφέρει, ὅπως, τὰ
                        αἴτια ἑκάστων εἰδὼς, <lb/>ὀρθῶς τηροίης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="24"><p>24. Περὶ δὲ δυνάμιων χυμῶν, αὐτέων τε ἕκαστος ὅ τι δύναται <lb/>ποιέειν τὸν
                        ἄνθρωπον ἐσκέφθαι, καὶ πρότερον εἴρηται, καὶ τὰς ξυγγενείας <lb/>ὡς ἔχουσι
                        πρὸς ἀλλήλους. Λέγω δὲ τὸ τοιοῦτον· εἰ γλυκὺς χυμὸς <lb/>μεταβάλλοι ἐς ἄλλο
                        εἶδος, μὴ ἀπὸ ξυγκρήσιος, ἀλλ᾿ αὐτὸς <lb/>ἐξιστάμενος, ποῖός τις πρῶτος
                        γένοιτο, πικρὸς, ἢ ἁλμυρὸς, ἢ <lb/>στρυφνὸς, ἢ ὀξύς; Οἶμαι μὲν, ὀξύς. Ὁ ἄρα
                        ὀξὺς χυμὸς ἀνεπιτήδειος <pb n="636"/> προσφόρων ἂν τῶν λοιπῶν μάλιστα εἴη,
                        εἴπερ ὁ γλυκύς <lb/>γε πάντων ἐπιτηδειότατος. Οὕτως, εἴ τις δύναιτο ζητέων
                        <lb/>ἔξωθεν ἐπιτυγχάνειν, δύναιτ᾿ ἂν πάντων ἐκλέγεσθαι αἰεὶ τὸ
                        <lb/>βέλτιστον· βέλτιστον δέ ἐστι τὸ προσωτάτω τοῦ ἀνεπιτηδείου <lb/>ἀπέχον.
                    </p></div></div></body></text></TEI>