<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ψυχρότητα δ᾿ ἔγωγε καὶ θερμότητα πασέων ἥκιστα <lb/>τῶν δυναμίων νομίζω
                        δυναστεύειν ἐν τῷ σώματι διὰ τάσδε τὰς προφάσιας· <lb/>ὃν μὲν ἂν δήπου
                        χρόνον μεμιγμένα αὐτὰ αὐτέοισιν, ἅμα <lb/>τὸ ψυχρόν τε καὶ θερμὸν ἔῃ, οὐ
                        λυπέει· κρῆσις γὰρ καὶ μετριότης <pb n="608"/> τῷ μὲν ψυχρῷ γίνεται ἀπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, τῷ δὲ θερμῷ ἀπὸ <lb/>τοῦ ψυχροῦ· ὅταν δὲ ἀποκριθείη χωρὶς ἑκάτερον,
                        τότε λυπέει· <lb/>ἐν δὲ δὴ τουτέῳ τῷ καιρῷ, ὅταν τὸ ψυχρὸν ἐπιγένηται
                        <lb/>καί τι λυπήσῃ τὸν ἄνθρωπον, διὰ ταχέος πρῶτον δι᾿ αὐτὸ <lb/>τοῦτο
                        πάρεστι τὸ θερμὸν αὐτόθεν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, οὐδεμιῆς <lb/>βοηθείης οὐδὲ
                        παρασκευῆς δεόμενον· καὶ ταῦτα καὶ ἐν ὑγιαίνουσι <lb/>τοῖσιν ἀνθρώποισιν
                        ἀπεργάζεται, καὶ ἐν κάμνουσιν. Τοῦτο μὲν, εἴτις <lb/>θέλει ὑγιαίνων χειμῶνος
                        διαψῦξαι τὸ σῶμα, ἢ λουσάμενος ψυχρῷ, <lb/>ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ, ὅσῳ ἂν αὐτὸ
                        ἐπιπλέον ποιήσῃ, καὶ ἤν γε <lb/>μὴ παντάπασι παγῇ τὸ σῶμα, ὅταν εἵματα λάβῃ
                        καὶ ἔλθῃ ἐς τὴν <lb/>σκέπην, μᾶλλον καὶ ἐπὶ πλέον θερμαίνεται τὸ σῶμα. Τοῦτο
                        δὲ, εἰ <lb/>θέλοι ἐκθερμανθῆναι στερεῶς ἢ λουτρῷ θερμῷ, ἢ πολλῷ πυρὶ, ἐκ
                        <lb/>δὲ τουτέου τὸ ωὐτὸ εἷμα ἔχων ἐν τῷ αὐτέῳ χωρίῳ τὴν διατριβὴν
                        <lb/>ποιέεσθαι, ὥσπερ διεψυγμένος, πολὺ φανεῖται καὶ ψυχρότερος καὶ
                        <lb/>ἄλλως φρικαλεώτερος. Εἰ ῥιπιζόμενός τις ὑπὸ πνίγεος καὶ
                        παρασκευαζόμενος <pb n="610"/> αὐτὸς ἑωυτῷ ψύχος ἐκ τοιούτου ἂν τρόπου,
                        διαπαύσαιτο <lb/>τοῦτο ποιέων, δεκαπλάσιον ἔσται τὸ καῦμα καὶ τὸ πνῖγος
                        <lb/>ἢ τῷ μηδὲν τουτέων ποιέοντι. Τὰ δὲ δὴ καὶ πουλὺ μείζω, ὅσοι <lb/>ἂν διὰ
                        χιόνος ἢ ἄλλης ψύξιος βαδίσαντες ῥιγώσωσι διαφερόντως <lb/>πόδας, ἢ χεῖρας,
                        ἢ κεφαλὴν, οἷα πάσχουσιν ἐς τὴν νύκτα, ὅταν <lb/>περισταλέωσί τε καὶ ἐν ἀλέῃ
                        γένωνται, ὑπὸ καύματος καὶ κνησμοῦ· <lb/>καὶ ἔστιν οἷσι φλυκταῖναι
                        ἀνίστανται ὡς ἀπὸ πυρὸς κατακεκαυμένοισι· <lb/>καὶ οὐ πρότερον τοῦτο
                        πάσχουσιν πρὶν ἢ θερμανθῶσιν. Οὕτως <lb/>ἑτοίμως ἑκάτερον αὐτέων ἐπὶ θάτερα
                        παραγίνεται. Μυρία δ᾿ ἂν <lb/>καὶ ἔτερα ἔχοιμι εἰπεῖν. Τὰ δὲ κατὰ τοὺς
                        νοσέοντας, οὐχ οἷσιν ἂν <lb/>ῥῖγος γένηται, τουτέοισιν ὀξύτατος ὁ πυρετὸς
                        ἐκλάμπει; καὶ οὐχ <lb/>οὕτως ἰσχυρῶς, ἀλλὰ καὶ παυόμενος, δι᾿ ὀλίγου, καὶ
                        ἄλλως τὰ <lb/>πολλὰ ἀσινής· καὶ ὅσον ἂν χρόνον παρέῃ, διάθερμος, καὶ διεξιὼν
                        <lb/>διὰ παντὸς, τελευτᾷ ἐς τοὺς πόδας μάλιστα, οὗπερ τὸ ῥῖγος καὶ <pb n="612"/> ἡ ψύξις νεηνικωτάτη καὶ ἐπὶ πλέον ἐχρόνισεν· πάλιν δὲ ὅταν
                        <lb/>ἱδρώσῃ καὶ ἀπαλλαγῇ ὁ πυρετὸς, πολὺ μᾶλλον ἔψυξεν ἢ εἰ <lb/>μὴ ἔλαβε
                        τὴν ἀρχήν. ᾯ οὖν διαταχέος οὕτω παραγίνεται τὸ ἐναντιώτατόν <lb/>τε καὶ
                        ἀφελόμενον τὴν δύναμιν ἀπὸ ταυτομάτου, τί ἂν ἀπὸ <lb/>τουτέου μέγα ἢ δεινὸν
                        γένοιτο; ἢ τίνος δεῖ πολλῆς ἐπὶ τουτέῳ <lb/>βοηθείης; </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>17. Εἴποι ἄν τις, ἀλλ᾿ οἱ πυρεταίνοντες τοῖσι καύσοισί <lb/>τε καὶ
                        περιπλευμονίῃσι καὶ ἄλλοισιν ἰσχυροῖσι νουσήμασιν οὐ <lb/>ταχέως ἐκ τῆς
                        θερμῆς ἀπαλλάσσονται, οὐδὲ πάρεστιν ἐνταῦθα ἔτι <lb/>τὸ θερμὸν ἢ τὸ ψυχρόν.
                        Ἐγὼ δὲ τοῦτό μοι μέγιστον τεκμήριον ἡγεῦμαι <lb/>εἶναι, ὅτι οὐ διὰ τὸ θερμὸν
                        ἁπλῶς πυρεταίνουσιν οἱ ἄνθρωποι, <lb/>οὐδὲ τοῦτο εἴη τὸ αἴτιον τῆς κακώσιος
                        μοῦνον, ἀλλ᾿ ἔστι καὶ πικρὸν <lb/>καὶ θερμὸν τὸ αὐτὸ, καὶ θερμὸν καὶ ὀξὺ,
                        καὶ ἁλμυρὸν καὶ θερμὸν, <lb/>καὶ ἄλλα μυρία, καὶ πάλιν γε ψυχρὸν μετὰ
                        δυνάμιων ἑτέρων. <lb/>Τὰ μὲν οὖν λυμαινόμενα ταῦτά ἐστι· ξυμπάρεστι δὲ καὶ
                        τὸ θερμὸν, <lb/>ῥώμης μετέχον, ὡς ἂν τὸ ἡγεύμενον καὶ παροξυνόμενον καὶ
                        <lb/>αὐξανόμενον ἅμα κείνῳ, δύναμιν δὲ οὐδεμίην πλείω τῆς προσηκούσης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>18. Δῆλα δὲ ταῦτα ὅτι ὧδε ἔχει ἐπὶ τῶνδε τῶν σημείων· πρῶτον <lb/>μέν ἐστι
                        φανερώτατα ὧν πάντες ἔμπειροι πολλάκις ἤδη ἐσμέν <pb n="614"/> τε καὶ
                        ἐσόμεθα. Τοῦτο μὲν, ὅσοισιν ἂν ἡμέων κόρυζα ἐγγένηται <lb/>καὶ ῥεῦμα κινηθῇ
                        διὰ τῶν ῥινέων, τοῦτο ὡς πολὺ δριμύτερον τοῦ <lb/>πρότερον γινομένου τε καὶ
                        ἰόντος ἐκ τῶν ῥινέων καθ᾿ ἑκάστην ἡμέρην, <lb/>καὶ οἰδέειν μὲν ποιέει τὴν
                        ῥῖνα, καὶ ξυγκαίει θερμήν τε καὶ <lb/>διάπυρον ἐσχάτως· ἢν δὲ τὴν χεῖρα
                        προσφέρῃς καὶ πλείω χρόνον <lb/>παρέῃ, καὶ ἐξελκοῦται τὸ χωρίον, ἄσαρκόν τε
                        καὶ σκληρὸν ἐόν. Παύεται <lb/>δέ πως τό γε καῦμα ἐκ τῆς ῥινὸς, οὐχ ὅταν τὸ
                        ῥεῦμα γίνηται <lb/>καὶ ἡ φλεγμονὴ ἔῃ· ἀλλ᾿ ἐπειδὰν παχύτερόν τε καὶ ἧσσον
                        δριμὸ ῥέῃ <lb/>πέπον τε καὶ μεμιγμένον μᾶλλον τῷ πρότερον γινομένῳ, τότ᾿ ἤδη
                        <lb/>καὶ τὸ καῦμα πέπαυται· ἀλλ᾿ οἷσι δὲ ὑπὸ ψύχεος φανερῶς αὐτέου
                        <lb/>μούνου γίνεται, μηδενὸς ἄλλου ξυμπαραγενομένου, πᾶσιν αὔτή <lb/>ἡ
                        ἀπαλλαγὴ, ἐκ μὲν τῆς ψύξιος διαθερμανθῆναι, ἐκ δὲ τοῦ καύματος
                        <lb/>διαψυχθῆναι, καὶ ταῦτα ταχέως παραγίνεται καὶ πέψιος οὐδεμιῆς <pb n="616"/> προσδέεται. Τὰ δ᾿ ἄλλα πάντα ὅσα διὰ χυμῶν δριμύτητας <lb/>καὶ
                        ἀκρησίας φημὶ ἔγωγε γίνεσθαι, τὸν αὐτὸν τρόπον ἀποκαθίσταται <lb/>κρηθέντα
                        καὶ πεφθέντα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>19. Ὅσα τ᾿ αὖ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τρέπεται τῶν ῥευμάτων, <lb/>ὡς ἰσχυρὰς καὶ
                        παντοίας δριμύτητας ἔχοντα, ἑλκοῖ μὲν βλέφαρα, <lb/>κατεσθίει δὲ ἐνίων
                        γνάθους τε καὶ τὰ ὑπὸ τοῖσιν ὀφθαλμοῖσιν, <lb/>ἐφ᾿ ὅ τι ἂν ἐπιρρυῇ, ῥήγνυσί
                        τε καὶ διεσθίει τὸν ἀμφὶ τὴν ὄψιν <lb/>χιτῶνα. Ὀδύναι δὲ καὶ καῦμα καὶ
                        φλογμὸς ἔσχατος κατέχει μέχρι <lb/>τινὸς, μέχρις ἂν τὰ ῥεύματα πεφθῇ καὶ
                        γένηται παχύτερα, καὶ λήμη <lb/>ἀπ᾿ αὐτέων ἴῃ· τὸ δὲ πεφθῆναι γίνεται ἐκ τοῦ
                        μιχθῆναι, κρηθῆναί <lb/>τε ἀλλήλοισι καὶ ξυνεψηθῆναι. Τοῦτο δ᾿, ὅσα ἐς τὴν
                        φάρυγγα ἀφ᾿ <lb/>ὧν βράγχοι γίνονται, κυνάγκαι, ἐρυσιπέλατα, περιπλευμονίαι,
                        <lb/>πάντα ταῦτα τὸ μὲν πρῶτον ἁλμυρά τε καὶ ὑγρὰ καὶ δριμέα ἀφίει· <lb/>καὶ
                        ἐν τοῖσι τουτέοισιν ἔρρωται τὰ νουσήματα. Ὅταν δὲ παχύτερα <lb/>καὶ
                        πεπαίτερα γένηται καὶ πάσης δριμύτητος ἀπηλλαγμένα, τότ᾿ <lb/>ἤδη καὶ οἱ
                        πυρετοὶ λύονται καὶ τἄλλα τὰ λυπέοντα τὸν ἄνθρωπον· <lb/>Δεῖ δὲ δήπου ταῦτα
                        αἴτια ἑκάστου ἡγέεσθαι, ὧν παρεόντων μὲν <lb/>τοιοῦτον τρόπον ἀνάγκη
                        γίνεσθαι, μεταβαλλόντων δὲ ἐς ἄλλην χρῆσιν <pb n="618"/> παύεσθαι. Ὁκόσα οὖν
                        ἀπὸ αὐτέης τῆς θερμῆς εἰλικρινέος ἢ ψύξιος <lb/>γίνηται, καὶ μὴ μετέχῃ ἄλλης
                        δυνάμιος μηδεμιῆς, οὕτω <lb/>παύοιτ᾿ ἂν, ὅταν μεταβάλλῃ ἐκ τοῦ ψυχροῦ ἐς τὸ
                        θερμὸν, καὶ ἐκ τοῦ <lb/>θερμοῦ ἐς τό ψυχρόν· μεταβάλλει δ᾿ ὅν μοι προείρηται
                        τρόπον. Ἔτι <lb/>τοίνυν τἄλλα ὅσα κακοπαθέει ἄνθρωπος, πάντα ἀπὸ δυνάμιων
                        <lb/>γίνεται. Τοῦτο μὲν, ὅταν πικρότης τις ἀποχυθῇ, ἣν δὴ χολὴν ξανθὴν
                        <lb/>καλέομεν, οἷαι· ἄσαι καὶ καῦμα καὶ ἀδυναμίαι κατέχουσιν· ἀπαλλασσόμενοί
                        <lb/>τε τουτέου ἐνίοτε καὶ καθαιρόμενοι, ἢ αὐτόματοι, ἢ ὑπὸ <lb/>φαρμάκου,
                        ἢν ἐν καιρῷ τι αὐτέων γένηται, φανερῶς καὶ τῶν πόνων <lb/>καὶ τῆς θερμῆς
                        ἀπαλλάσσονται· ὅσον δ᾿ οὖ χρόνον ταῦτα <lb/>μετεώρα ἔῃ καὶ ἄπεπτα καὶ
                        ἄκρητα, μηχανὴ οὐδεμίη οὔτε τῶν <lb/>πόνων παύσασθαι οὔτε τῶν πυρετῶν. Καὶ
                        οἷσι μὲν ὀξύτητες προσίστανται <lb/>δριμεῖαί τε καὶ ἰώδεες, οἷαι λύσσαι, καὶ
                        δήξιες σπλάγχνων <lb/>καὶ θώρηκος, καὶ ἀπορίη· οὐ παύεται τουτέου πρότερον
                        πρὶν ἢ <lb/>ἀποκαθαρθῇ τε καὶ καταστορεσθῇ, καὶ μιχθῇ τοῖσιν ἄλλοισιν.
                        Πέσσεσθαι <lb/>δὲ καὶ μεταβάλλειν καὶ λεπτύνεσθαι καὶ παχύνεσθαι, ἐς χυμῶν
                        <lb/>εἶδος διὰ πολλῶν εἰδέων καὶ παντοίων· διὸ καὶ αἱ κρίσιες <lb/>καὶ οἱ
                        ἀριθμοὶ τῶν χρόνων ἐν τοῖσι τουτέοισι μέγα δύνανται. Πάντων <lb/>δὴ τουτέων
                        ἥκιστα προσήκει θερμῷ ἢ ψυχρῷ πάσχειν· οὔτε γὰρ ἂν <lb/>τοῦτό γε σαπῇ, οὔτε
                        παχυνθῇ. Τί δ᾿ ἂν αὐτὸ φαίημεν εἶναι; <lb/>Κρήσιας αὐτέων, ἄλλην πρὸς ἄλληλα
                        ἐχούσας δύναμιν. Ἐπεὶ <pb n="620"/> ἄλλῳ γε οὐδενὶ τὸ θερμὸν μιχθὲν παύσεται
                        τῆς θέρμης ἢ τῷ ψυχρῷ, <lb/>οὐδέ γε πάλιν τὸ ψυχρὸν ἢ τῷ θερμῷ. Τὰ δ᾿ ἄλλά
                        πάντα περὶ <lb/>τὸν ἄνθρωπον, ὅσῳ ἂν πλέοσι μίσγηται, τοσούτῳ ἠπιώτερα καὶ
                        <lb/>βελτίονα. Πάντων δὲ ἄριστα διάκειται ὥνθρωπος, ὅταν πέσσηται <lb/>καὶ
                        ἐν ἡσυχίῃ ἔῃ, μηδεμίην δύναμιν ἰδίην ἀποδεικνύμενος. Περὶ <lb/>μὲν οὖν
                        τουτέων ἱκανῶς μοι ἡγεῦμαι ἐπιδεδεῖχθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>20. Λέγουσι δέ τινες καὶ ἰητροὶ καὶ σοφισταὶ ὡς οὐκ ἔνι δυνατὸν <lb/>ἰητρικὴν
                        εἰδέναι ὅστις μὴ οἶδεν ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος· ἀλλὰ τοῦτο δεῖ <lb/>καταμαθεῖν
                        τὸν μέλλοντα ὀρθῶς θεραπεύσειν τοὺς ἀνθρώπους. Τείνει <lb/>δὲ αὐτέοισιν ὁ
                        λόγος ἐς φιλοσοφίην, καθάπερ Ἐμπεδοκλῆς ἢ ἄλλοι οἳ <lb/>περὶ φύσιος
                        γεγράφασιν ἐξ ἀρχῆς ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος, καὶ ὅπως ἐγένετο <lb/>πρῶτον καὶ
                        ὅπως ξυνεπάγη. Ἐγὼ δὲ τουτέων μὲν ὅσα τινὶ εἴρηται <lb/>σοφιστῇ ἢ ἰητρῷ, ἢ
                        γέγραπται περὶ φύσιος, ἧσσον νομίζω <lb/>τῇ ἰητρικῇ τέχνῃ προσήκειν ἢ τῇ
                        γραφικῇ. Νομίζω δὲ περὶ φύσιος <pb n="622"/> γνῶναί τι σαφὲς οὐδαμόθεν
                        ἄλλοθεν εἶναι ἢ ἐξ ἰητρικῆς. Τοῦτο δὲ, <lb/>οἷόν τε καταμαθεῖν, ὅταν αὐτέην
                        τις τὴν ἰητρικὴν ὀρθῶς πᾶσαν <lb/>περιλάβῃ· μέχρι δὲ τουτέου πολλοῦ μοι
                        δοκέει δεῖν· λέγω δὲ <lb/>τὴν ἱστορίην ταύτην εἰδέναι ἄνθρωπος τί ἐστι, καὶ
                        δι᾿ οἵας αἰτίας <lb/>γίνεται, καὶ τἄλλα ἀκριβέως. Ἐπεί τοί γέ μοι δοκέει
                        ἀναγκαῖον <lb/>εἶναι παντὶ ἰητρῷ περὶ φύσιος εἰδέναι, καὶ πάνυ σπουδάσαι ὡς
                        εἴσεται, <lb/>εἴπερ τι μέλλει τῶν δεόντων ποιήσειν, ὅ τί ἐστιν ἄνθρωπος
                        <lb/>πρὸς τὰ ἐσθιόμενα καὶ πινόμενα, καὶ ὅ τι πρὸς τὰ ἄλλα ἐπιτηδεύματα,
                        <lb/>καὶ ὅ τι ἀφ᾿ ἑκάστου ἑκάστῳ ξυμβήσεται. Καὶ μὴ <lb/>ἁπλῶς οὕτω δοκέειν
                        ὅτι πονηρὸν βρῶμα τυρός· πὸνον γὰρ φέρει <lb/>τῷ πληρωθέντι αὐτέου, ἀλλὰ
                        τίνα τε πόνον καὶ διὰ τί καὶ τίνι τῶν <lb/>ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐνεόντων
                        ἀνεπιτήδειον. Ἔστι γὰρ καὶ ἄλλα πολλὰ <lb/>βρώματα καὶ πόματα φύσει πονηρὰ,
                        καὶ διατίθησι τὸν ἄνθρωπον <lb/>οὐ τὸν αὐτὸν τρόπον. Οὕτως οὖν μοι ἔστω τῷ
                        λόγῳ οἷον οἶνος ἄκρητος <lb/>πολὺς ποθεὶς, διατίθησί πως τὸν ἄνθρωπον
                        ἀσθενέα· καὶ <lb/>ἅπαντες ἂν ἰδόντες τοῦτο γνοίησαν, ὅτι αὕτη ἡ δύναμις
                        οἴνου καὶ <lb/>αὐτός ἐστιν αἴτιος· καὶ οἷσί γε τῶν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τοῦτο
                        μάλιστά <lb/>γε δύναται, οἴδαμεν. Τοιαύτην δὴ βούλομαι ἀληθείην καὶ περὶ τῶν
                            <pb n="624"/> ἄλλων φανῆναι. Τυρὸς γὰρ, ἐπειδὴ τουτέῳ σημείῳ ἐχρησάμην,
                        οὐ <lb/>πάντας ἀνθρώπους ὁμοίως λυμαίνεται, ἀλλ᾿ εἰσὶν οἵτινες αὐτέου
                        <lb/>πληρεύμενοι οὐδ᾿ ὁτιοῦν βλάπτονται· ἀλλὰ καὶ ἰσχὺν, οἷσιν ἂν
                        <lb/>ξυμφέρῃ, θαυμασίως παρέχεται· εἰσὶ δὲ οἳ χαλεπῶς ἀπαλλάσσουσι·
                        <lb/>διαφέρουσι δὲ τουτέων αἱ φύσιες· διαφέρουσι δὲ κατὰ τοῦτο· ὅπερ <lb/>ἐν
                        τῷ σώματι ἔνεστι πολέμιον τυρῷ, ὁπὸ τοιουτέου ἐγείρεταί τε καὶ
                        <lb/>κινέεται· οἷσιν ὁ τοιοῦτος χυμὸς τυγχάνει πλέον ἐνεὼν καὶ <lb/>μᾶλλον
                        ἐνδυναστεύων ἐν τῷ σώματι, τουτέους μᾶλλον καὶ κακοπαθέειν <lb/>εἰκός. Εἰ δὲ
                        πάσῃ τῇ ἀνθρωπίνῃ φύσει ἦν κακὸν, πάντας <lb/>ἂν ἐλυμαίνετο. Ταῦτα δὲ εἴ τις
                        εἰδοίη, οὐκ ἂν πάσχοι. </p></div></div></body></text></TEI>