<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>13. Ἐπὶ δὲ τῶν τὸν καινὸν τρόπον τὴν τέχνην ἐξ ὁποθέσιος ζητεόντων <lb/>λόγου
                        ἐπανελθεῖν βούλομαι. Εἰ γάρ ἐστι θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, <lb/>ἢ ξηρὸν, ἢ ὁργὸν τὸ
                        λυμαινόμενον τὸν ἄνθρωπον, καὶ δεῖ τὸν ὀρθῶς <lb/>ἰητρεύοντα βοηθέειν τῷ μὲν
                        θερμῷ ἐπὶ τὸ ψυχρὸν, τῷ δὲ ψυχρῷ ἐπὶ <lb/>τὸ θερμὸν, τῷ δὲ ξηρῷ ἐπὶ τὸ
                        ὁγρὸν, τῷ δ᾿ ὑγρῷ ἐπὶ τὸ ξηρόν· ἔστω <lb/>μοι ἄνθρωπος μὴ τῶν ἰσχυρῶν φύσει,
                        ἀλλὰ τῶν ἀσθενεστέρων· οὗτος <lb/>δὲ πυροὺς ἐσθιέτω οὓς ἂν ἀπὸ τῆς ἅλω
                        ἀνέλῃ, ὠμοὺς καὶ <lb/>ἀργοὺς, καὶ κρέα ὠμὰ, καὶ πινέτω ὕδωρ. Ταύτῃ χρεόμενος
                        τῇ <lb/>διαίτῃ, εὖ οἶδ᾿ ὅτι πείσεται πολλὰ καὶ δεινά· καὶ γὰρ πόνους
                        πονήσει, <lb/>καὶ τὸ σῶμα ἀσθενὲς ἔσται, καὶ ἡ κοιλίη φθαρήσεται, καὶ ζῇν
                        <lb/>πουλὺν χρόνον οὐ δυνήσεται. Τί δεῖ τοιγαροῦν βοήθημα παρασκευάσασθαι
                        <lb/>ὧδ᾿ ἔχοντι; θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, ἢ ξηρὸν, ἢ ὑγρόν; δῆλον <lb/>γὰρ ὅτι
                        τουτέων τι. Εἰ γὰρ τὸ λυμαινόμενόν ἐστι τουτέων τὸ <lb/>ἕτερον, τῷ ὑπεναντίῳ
                        προσήκει λῦσαι, ὡς ὁ ἐκείνων λόγος ἔχει. Τὸ <lb/>μὲν γὰρ βεβαιότατόν τε καὶ
                        προφανέστατον φάρμακον ἀφελόντα τὰ <lb/>διαιτήματα οἷσιν ἐχρῶτο· ἀντὶ μὲν
                        τῶν πυρῶν ἄρτον διδόναι, ἀντὶ <lb/>δὲ τῶν ὠμῶν κρεῶν ἑφθὰ, πιεῖν τε ἐπὶ
                        τούτοισιν οἴνου, ταῦτα μεταβάλλοντα <lb/>οὐχ οἷόν τε μὴ ὁγιέα γενέσθαι, ἤν
                        γε μὴ παντάπασιν <lb/>ᾖ διεφθαρμένος ὑπὸ χρόνου τε καὶ τῆς διαίτης. Τί δὴ
                        φήσομεν; <lb/>πότερον αὐτέῳ ὁπὸ ψυχροῦ κακοπαθέοντι θερμὰ ταῦτα
                        προσενέγκαντες <pb n="600"/> ὠφέλησαν, ἢ τἀναντία; οἶμαι γὰρ ἔγωγε πολλὴν
                        ἀπορίην <lb/>ἐρωτηθέντι παρασχεῖν· ὁ γὰρ τὸν ἄρτον σκευάζων τῶν πυρῶν τὸ
                        <lb/>θερμὸν, ἢ τὸ ψυχρὸν, ἢ τὸ ξηρὸν, ἢ τὸ ὑγρὸν ἀφείλατο; οὗτος γὰρ
                        <lb/>καὶ πυρὶ καὶ ὕδατι δίδοται, καὶ πολλοῖσιν εἴργασται, ὧν ἕκαστον
                        <lb/>ἰδίην δύναμιν καὶ φύσιν ἔχει, καὶ τὰ μὲν τῶν ὑπαρχόντων ἀποβέβληκεν,
                        <lb/>ἄλλοισι δὲ κέκρηται καὶ μέμικται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>14. Οἶδα μὲν γὰρ καὶ τάδε δήπου, ὅτι διαφέρει ἐς τὸ σῶμα τοῦ <lb/>ἀνθρώπου
                        καθαρὸς ἄρτος ἢ ξυγκομιστὸς, ἢ ἀπτίστων πυρῶν ἢ ἐπτισμένων, <lb/>ἢ πολλῷ
                        ὕδατι πεφυρημένος, ἢ ὀλίγῳ, ἰσχυρῶς πεφυρημένος <lb/>ἢ ἀφύρητος, ἢ ἔξοπτος,
                        ἢ ἔνωμος, ἄλλα τε πρὸς τουτέοισι <lb/>μυρία· ὡς δ᾿ αὔτως καὶ περὶ μάζης· καὶ
                        αἱ δυνάμιες μεγάλαι τε <lb/>ἑκάστου, καὶ οὐδὲν ἡ ἑτέρη τῇ ἑτέρῃ ἐοικυῖα.
                        Ὅστις δὲ ταῦτα <lb/>οὐκ ἐπέσκεπται, ἢ σκεπτόμενος οὐκ οἶδε, πῶς ἄν τι οὗτος
                        δύναιτο <lb/>τῶν κατὰ τὸν ἄνθρωπον παθημάτων εἰδέναι; ὑπὸ γὰρ ἑνὸς ἑκάστου
                        <lb/>τουτέων πάσχει τε καὶ ἑτεροιοῦται ὁ ἄνθρωπος ἢ τοῖον ἢ <lb/>τοῖον· καὶ
                        διὰ τουτέων πᾶς ὁ βίος καὶ ὑγιαίνοντι, καὶ ἐκ νούσου <lb/>ἀνατρεφομένῳ, καὶ
                        κάμνοντι. Οὐκ ἂν οὖν ἕτερα τουτέων χρησιμώτερα, <lb/>οὐδ᾿ ἀναγκαιότερα ἔῃ
                        εἰδέναι δήπου. Ὥστε καλῶς καὶ <lb/>λογισμῷ προσήκοντι ζητήσαντες πρὸς τὴν
                        τοῦ ἀνθρώπου φύσιν εὗρον <lb/>αὐτὰ οἱ πρῶτοι εὑρόντες, καὶ ᾠήθησαν ἀξίην τὴν
                        τέχνην θεῷ <pb n="602"/> προσθεῖναι, ὡς καὶ νομίζεται. Οὐ γὰρ τὸ ξηρὸν, οὐδὲ
                        τὸ ὑγρὸν, οὐδὲ <lb/>τὸ θερμὸν, οὐδὲ τὸ ψυχρὸν, οὐδ᾿ ἄλλο τουτέων οὐδὲν
                        ἡγησάμενοι <lb/>οὔτε λυμαίνεσθαι οὔτε προσδέεσθαι οὐδενὸς τουτέων τὸν
                        ἄνθρωπον, <lb/>ἀλλὰ τὸ ἰσχυρὸν ἑκάστου καὶ τὸ κρέσσον τῆς φύσιος τῆς
                        ἀνθρωπίνης· <lb/>οὗ μὴ ἠδύνατο κρατέειν, τοῦτο βλάπτειν ἡγήσαντο, καὶ τοῦτο
                        <lb/>ἐζήτησαν ἀφελέειν. Ἰσχυρότατον δέ ἐστι τοῦ μὲν γλυκέος τὸ γλυκύτατον,
                        <lb/>τοῦ δὲ πικροῦ τὸ πικρότατον, τοῦ δὲ ὀξέος τὸ ὀξύτατον, <lb/>ἑκάστου δὲ
                        πάντων τῶν ἐόντων ἡ ἀκμή· ταῦτα γὰρ ἑώρων καὶ τῷ <lb/>ἀνθρώπῳ ἐνεόντα καὶ
                        λυμαινόμενα τὸν ἄνθρωπον. Ἔνι γὰρ ἀνθρώπῳ <lb/>καὶ πικρὸν καὶ ἁλμυρὸν, καὶ
                        γλυκὺ καὶ ὀξὺ, καὶ στρυφνὸν καὶ πλαδαρὸν, <lb/>καὶ ἄλλα μυρία, παντοίας
                        δυνάμιας ἔχοντα, πλῆθός τε καὶ ἰσχύν. <lb/>Ταῦτα μὲν μεμιγμένα καὶ κεκρημένα
                        ἀλλήλοισιν οὔτε φανερά ἐστιν, <lb/>οὔτε λυπέει τὸν ἄνθρωπον· ὅταν δέ τι
                        τουτέων ἀποκριθῇ, καὶ αὐτὸ <lb/>ἐφ᾿ ἑωυτοῦ γένηται, τότε καὶ φανερόν ἐστι
                        καὶ λυπέει τὸν ἄνθρωπον. <lb/>Τοῦτο δὲ, τῶν βρωμάτων ὅσα ἡμῖν ἀνεπιτήδειά
                        ἐστι καὶ λυμαίνεται <lb/>τὸν ἄνθρωπον ἐμπεσόντα, τουτέων ἕκαστον ἢ πικρόν τι
                        καὶ ἄκρητόν <lb/>ἔστιν, ἢ ἁλμυρὸν ἢ ὀξὺ, ἢ ἄλλο τι ἄκρητόν τε καὶ ἰσχυρὸν,
                        <lb/>καὶ διὰ τοῦτο ταρασσόμεθα ὑπ᾿ αὐτέων, ὥσπερ καὶ ὑπὸ τῶν ἐν <pb n="604"/> τῷ σώματι ἀποκρινομένων. Πάντα δὲ ὅσα ἄνθρωπος ἐσθίει ἢ πίνει, <lb/>τὰ
                        τοιαῦτα βρώματα ἥκιστα τουτέου χυμοῦ ἀκρήτου τε καὶ διαφέροντος <lb/>δῆλα
                        ἔσται μετέχοντα, οἷον ἄρτος τε καὶ μᾶζα καὶ τὰ <lb/>ἑπόμενα τουτέοισιν οἷσιν
                        εἴθισται ὥνθρωπος πλείστοισί τε καὶ <lb/>αἰεὶ χρέεσθαι, ἔξω τῶν πρὸς ἡδονήν
                        τε καὶ κόρον ἠρτυμένων τε καὶ <lb/>ἐσκευασμένων· καὶ ἀπὸ τουτέων πλείστων
                        ἐσιόντων ἐς τὸν ἄνθρωπον <lb/>ταραχή τε καὶ ἀπόκρισις τῶν ἀμφὶ τὸ σῶμα
                        δυναμίων ἥκιστα <lb/>γίνεται, ἰσχὺς δὲ, καὶ αὔξησις, καὶ τροφὴ μάλιστα, δι᾿
                        οὐδὲν ἕτερον <lb/>γίνεται, ἢ ὅτι εὖ τε ξυγκέκρηται, καὶ οὐδὲν ἔχει ἄκρητον,
                        <lb/>οὐδὲ ἰσχυρὸν, ἀλλ᾿ ὅλον ἕν τε γέγονε καὶ ἁπλόον καὶ μὴ <lb/>ἰσχυρόν.
                    </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>15. Ἀπορέω δ᾿ ἔγωγε, οἱ τὸν λόγον ἐκεῖνον λέγοντες, καὶ ἀπάγοντες <lb/>ἐκ
                        ταύτης τῆς ὁδοῦ ἐπὶ ὑπόθεσιν τὴν τέχνην, τίνα ποτὲ τρόπον <lb/>θεραπεύσουσι
                        τοὺς ἀνθρώπους, ὥσπερ ὑποτίθενται. Οὐ γάρ ἐστιν <lb/>αὐτέοισιν, ὡς ἐγὼ
                        οἶμαι, ἐξευρημένον αὐτό τι ἐφ᾿ ἑωυτοῦ θερμὸν, <lb/>ἢ ψυχρὸν, ἢ ξηρὸν, ἢ
                        ὑγρὸν, μηδενὶ ἄλλῳ εἴδεϊ κοινωνέον, <lb/>ἀλλ᾿ οἶμαι ἔγωγε ταῦτα πόματα καὶ
                        βρώματα αὐτέοισιν ὑπάρχειν <lb/>οἷσι πάντες χρεόμεθα. Προστιθέασι δὲ τῷ μὲν
                        εἶναι θερμῷ, <pb n="606"/> τῷ δὲ ψυχρῷ, τῷ δὲ ξηρῷ, τῷ δὲ ὑγρῷ. Ἐπεὶ ἐκεῖνό
                        γε ἄπορον προστάξαι <lb/>τῷ κάμνοντι, θερμόν τι προσενέγκασθαι· εὐθὺς γὰρ
                        ἐρωτήσει, <lb/>τί ἐστιν; ὥστε ληρέειν ἀνάγκη, ἢ ἐς τουτέων τι τῶν
                        γινωσκομένων <lb/>καταφεύγειν. Εἰ δὲ δὴ τυγχάνει τὸ μὲν θερμὸν ἐὸν στριφνὸν,
                        <lb/>ἄλλο δὲ θερμὸν ἐὸν πλαδαρὸν, ἄλλο δὲ θερμὸν, ἄραδον ἔχον <lb/>(ἔστι γὰρ
                        καὶ ἄλλα πολλὰ θερμὰ καὶ ἄλλας πολλὰς δυνάμιας ὁπεναντίας <lb/>ἑωυτοῖσιν
                        ἔχοντα), δεήσει δέ τι αὐτέων προσενεγκεῖν, <lb/>ἢ τὸ θερμὸν καὶ στριφνὸν, ἢ
                        τὸ θερμὸν καὶ πλαδαρὸν, ἢ ἅμα <lb/>τὸ ψυχρὸν καὶ στριφνὸν (ἔστι γὰρ καὶ
                        τοῦτο), καὶ τὸ ψυχρόν <lb/>τε καὶ πλαδαρόν· ὡς μὲν γὰρ ἔγωγε οἶδα, πᾶν
                        τοὐναντίον <lb/>ἀφ᾿ ἑκατέρου αὐτέων ἀποβαίνει, καὶ οὐ μόνον ἐν ἀνθρώπῳ, ἀλλὰ
                        <lb/>καὶ ἐν σκύτεϊ καὶ ἐν ξύλῳ καὶ ἐν ἄλλοισι πολλοῖσιν ἅ ἐστιν ἀνθρώπου
                        <lb/>ἀναισθητότερα· οὐ γὰρ τὸ θερμόν ἐστι τὸ τὴν μεγάλην δύναμιν <lb/>ἔχον,
                        ἀλλὰ τὸ στρυφνὸν καὶ τὸ πλαδαρὸν, καὶ τἆλλα ὅσα μοι <lb/>εἴρηται, καὶ ἐν τῷ
                        ἀνθρώπῳ, καὶ ἕξω τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐσθιόμενα <lb/>καὶ πινόμενα καὶ ἔξωθεν
                        ἐπιχριόμενά τε καί πως πλασσόμενα. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>16. Ψυχρότητα δ᾿ ἔγωγε καὶ θερμότητα πασέων ἥκιστα <lb/>τῶν δυναμίων νομίζω
                        δυναστεύειν ἐν τῷ σώματι διὰ τάσδε τὰς προφάσιας· <lb/>ὃν μὲν ἂν δήπου
                        χρόνον μεμιγμένα αὐτὰ αὐτέοισιν, ἅμα <lb/>τὸ ψυχρόν τε καὶ θερμὸν ἔῃ, οὐ
                        λυπέει· κρῆσις γὰρ καὶ μετριότης <pb n="608"/> τῷ μὲν ψυχρῷ γίνεται ἀπὸ τοῦ
                        θερμοῦ, τῷ δὲ θερμῷ ἀπὸ <lb/>τοῦ ψυχροῦ· ὅταν δὲ ἀποκριθείη χωρὶς ἑκάτερον,
                        τότε λυπέει· <lb/>ἐν δὲ δὴ τουτέῳ τῷ καιρῷ, ὅταν τὸ ψυχρὸν ἐπιγένηται
                        <lb/>καί τι λυπήσῃ τὸν ἄνθρωπον, διὰ ταχέος πρῶτον δι᾿ αὐτὸ <lb/>τοῦτο
                        πάρεστι τὸ θερμὸν αὐτόθεν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, οὐδεμιῆς <lb/>βοηθείης οὐδὲ
                        παρασκευῆς δεόμενον· καὶ ταῦτα καὶ ἐν ὑγιαίνουσι <lb/>τοῖσιν ἀνθρώποισιν
                        ἀπεργάζεται, καὶ ἐν κάμνουσιν. Τοῦτο μὲν, εἴτις <lb/>θέλει ὑγιαίνων χειμῶνος
                        διαψῦξαι τὸ σῶμα, ἢ λουσάμενος ψυχρῷ, <lb/>ἢ ἄλλῳ τῳ τρόπῳ, ὅσῳ ἂν αὐτὸ
                        ἐπιπλέον ποιήσῃ, καὶ ἤν γε <lb/>μὴ παντάπασι παγῇ τὸ σῶμα, ὅταν εἵματα λάβῃ
                        καὶ ἔλθῃ ἐς τὴν <lb/>σκέπην, μᾶλλον καὶ ἐπὶ πλέον θερμαίνεται τὸ σῶμα. Τοῦτο
                        δὲ, εἰ <lb/>θέλοι ἐκθερμανθῆναι στερεῶς ἢ λουτρῷ θερμῷ, ἢ πολλῷ πυρὶ, ἐκ
                        <lb/>δὲ τουτέου τὸ ωὐτὸ εἷμα ἔχων ἐν τῷ αὐτέῳ χωρίῳ τὴν διατριβὴν
                        <lb/>ποιέεσθαι, ὥσπερ διεψυγμένος, πολὺ φανεῖται καὶ ψυχρότερος καὶ
                        <lb/>ἄλλως φρικαλεώτερος. Εἰ ῥιπιζόμενός τις ὑπὸ πνίγεος καὶ
                        παρασκευαζόμενος <pb n="610"/> αὐτὸς ἑωυτῷ ψύχος ἐκ τοιούτου ἂν τρόπου,
                        διαπαύσαιτο <lb/>τοῦτο ποιέων, δεκαπλάσιον ἔσται τὸ καῦμα καὶ τὸ πνῖγος
                        <lb/>ἢ τῷ μηδὲν τουτέων ποιέοντι. Τὰ δὲ δὴ καὶ πουλὺ μείζω, ὅσοι <lb/>ἂν διὰ
                        χιόνος ἢ ἄλλης ψύξιος βαδίσαντες ῥιγώσωσι διαφερόντως <lb/>πόδας, ἢ χεῖρας,
                        ἢ κεφαλὴν, οἷα πάσχουσιν ἐς τὴν νύκτα, ὅταν <lb/>περισταλέωσί τε καὶ ἐν ἀλέῃ
                        γένωνται, ὑπὸ καύματος καὶ κνησμοῦ· <lb/>καὶ ἔστιν οἷσι φλυκταῖναι
                        ἀνίστανται ὡς ἀπὸ πυρὸς κατακεκαυμένοισι· <lb/>καὶ οὐ πρότερον τοῦτο
                        πάσχουσιν πρὶν ἢ θερμανθῶσιν. Οὕτως <lb/>ἑτοίμως ἑκάτερον αὐτέων ἐπὶ θάτερα
                        παραγίνεται. Μυρία δ᾿ ἂν <lb/>καὶ ἔτερα ἔχοιμι εἰπεῖν. Τὰ δὲ κατὰ τοὺς
                        νοσέοντας, οὐχ οἷσιν ἂν <lb/>ῥῖγος γένηται, τουτέοισιν ὀξύτατος ὁ πυρετὸς
                        ἐκλάμπει; καὶ οὐχ <lb/>οὕτως ἰσχυρῶς, ἀλλὰ καὶ παυόμενος, δι᾿ ὀλίγου, καὶ
                        ἄλλως τὰ <lb/>πολλὰ ἀσινής· καὶ ὅσον ἂν χρόνον παρέῃ, διάθερμος, καὶ διεξιὼν
                        <lb/>διὰ παντὸς, τελευτᾷ ἐς τοὺς πόδας μάλιστα, οὗπερ τὸ ῥῖγος καὶ <pb n="612"/> ἡ ψύξις νεηνικωτάτη καὶ ἐπὶ πλέον ἐχρόνισεν· πάλιν δὲ ὅταν
                        <lb/>ἱδρώσῃ καὶ ἀπαλλαγῇ ὁ πυρετὸς, πολὺ μᾶλλον ἔψυξεν ἢ εἰ <lb/>μὴ ἔλαβε
                        τὴν ἀρχήν. ᾯ οὖν διαταχέος οὕτω παραγίνεται τὸ ἐναντιώτατόν <lb/>τε καὶ
                        ἀφελόμενον τὴν δύναμιν ἀπὸ ταυτομάτου, τί ἂν ἀπὸ <lb/>τουτέου μέγα ἢ δεινὸν
                        γένοιτο; ἢ τίνος δεῖ πολλῆς ἐπὶ τουτέῳ <lb/>βοηθείης; </p></div></div></body></text></TEI>