<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0627.tlg001.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΡΧΑΙΗΣ ΙΗΤΡΙΚΗΣ.</head><p>1. Ὁχόσοι ἐπεχείρησαν περὶ ἰητριχῆς λέγειν ἢ γράφειν, ὑπόθεσιν᾿ <lb/>σφίσιν
                        αὐτέοισιν ὑποθέμενοι τῷ λόγῳ, θερμὸν, ἢ ψυχρὸν, ἢ ὑγρὸν, ἢ <lb/>ξηρὸν, ἢ
                        ἄλλ᾿ ὅ τι ἂν ἐθέλωσιν, ἐς βραχὺ ἄγοντες, τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>αἰτίης τοῖσιν
                        ἀνθρώποισι τῶν νούσων τε καὶ τοῦ θανάτου, καὶ πᾶσι <lb/>τὴν αὐτέην, ἓν ἢ δύο
                        προθέμενοι, ἐν πολλοῖσι μὲν καὶ οἷσι λέγουσι <lb/>καταφανέες εἰσὶν
                        ἁμαρτάνοντες· μάλιστα δὲ ἄξιον μέμψασθαι, ὅτι <lb/>ἀμφὶ τέχνης ἐούσης, ᾗ
                        χρέονταί τε πάντες ἐπὶ τοῖσι μεγίστοισι καὶ <lb/>τιμῶσι μάλιστα τοὺς ἀγαθοὺς
                        χειροτέχνας καὶ δημιουργούς. Εἰσὶ <lb/>δὲ δημιουργοὶ, οἱ μὲν φλαῦροι, οἱ δὲ
                        πολλὸν διαφέροντες· ὅπερ, <lb/>εἰ μὴ ἦν ἰητρικὴ ὅλως, μηδ᾿ ἐν αὐτέῃ ἔσκεπτο,
                        μηδ᾿ εὕροιτο <lb/>μηδὲν, οὐκ ἂν ἦν, ἀλλὰ πάντες ἂν ὁμοίως αὐτέης ἄπειροί τε
                        καὶ <lb/>ἀνεπιστήμονες ἦσαν, καὶ τύχῃ ἂν πάντα τὰ τῶν καμνόντων
                        <lb/>διῳκέετο. Νῦν δ᾿οὐχ οὕτως ἔχει, ἀλλ᾿ ὥσπερ καὶ τῶν ἄλλων τεχνέων <pb n="572"/> χνέων πασέων οἱ δημιουργοὶ πολλὸν ἀλλήλων διαφέρουσι κατὰ
                        χεῖρα <lb/>καὶ κατὰ γνώμην, οὕτω δὴ καὶ ἐπὶ ἰητρικῆς. Διὸ οὐκ ἠξίουν
                        <lb/>ἔγωγε κενῆς αὐτέην ὑποθέσιος δέεσθαι, ὥσπερ τὰ ἀφανέα τε καὶ
                        ἀπορεόμενα· <lb/>περὶ ὧν ἀνάγκη, ἤν τις ἐπιχειροίη λέγειν, ὑποθέσει
                        χρέεσθαι· <lb/>οἷον περὶ τῶν μετεώρων ἢ τῶν ὑπὸ γῆν εἰ λέγοι τις καὶ
                        <lb/>γινώσκοι ὡς ἔχει, οὔτ᾿ ἂν αὐτέῳ τῷ λέγοντι οὔτε τοῖσιν ἀκούουσι
                        <lb/>δῆλα ἂν εἴη, εἴ τε ἀληθέα ἐστὶν εἴτε μή· οὐ γὰρ ἔστι πρὸς ὅ τι χρὴ
                        <lb/>ἐπανενέγκαντα εἰδέναι τὸ σαφές. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>2. Ἰητρικῇ δὲ πάντα πάλαι ὑπάρχει, καὶ ἀρχὴ καὶ ὁδὸς εὑρημένη, <lb/>καθ᾿ ἣν
                        καὶ τὰ εὑρημένα πολλά τε καὶ καλῶς ἔχοντα εὕρηται ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ, καὶ
                        τὰ λοιπὰ εὑρεθήσεται, ἤν τις ἱκανός τε ἐὼν καὶ τὰ εὑρημένα <lb/>εἰδὼς, ἐκ
                        τουτέων ὁρμώμενος ζητέῃ. Ὅστις δὲ ταῦτα ἀποβαλὼν <lb/>καὶ ἀποδοκιμάσας
                        πάντα, ἑτέρῃ ὁδῷ καὶ ἑτέρῳ σχήματι ἐπιχειρέει <lb/>ζητέειν, καὶ φήσει τι
                        εὑρηκέναι, ἐξηπάτηται καὶ ἐξαπατᾶται· <lb/>ἀδύνατον γάρ. Δι᾿ ἃς δὲ ἀνάγκας
                        ἀδύνατον, ἐγὼ πειρήσομαι ἐπιδεῖξαι, <lb/>λέγων καὶ δεικνὺς τὴν τέχνην ὅ τι
                        ἐστίν. Ἐκ δὲ τουτέου <lb/>καταφανὲς ἔσται ἀδύνατα ἐόντα ἄλλως πως τουτέων
                        εὑρίσκεθαι. <lb/>Μάλιστα δέ μοι δοκέει περὶ ταύτης δεῖν λέγοντα τῆς τέχνης
                        <lb/>γνωστὰ λέγειν τοῖσι δημότῃσιν. Οὐ γὰρ περὶ ἄλλου τινὸς οὔτε
                        <lb/>ζητέειν προσήκει οὔτε λέγειν ἢ περὶ τῶν παθημάτων ὧν αὐτοὶ οὗτοι
                        <lb/>νοσέουσί τε καὶ πονέουσιν· αὐτοὺς μὲν οὖν τὰ σφέων αὐτέων παθήματα <pb n="574"/> καταμαθεῖν, ὡς γίνεται καὶ παύεται, καὶ δι᾿ οἵας προφάσιας
                        αὔξεταί <lb/>τε καὶ φθίνει, δημότας ἐόντας, οὐ ῥηΐδιον· ὑπ᾿ ἄλλου δ᾿
                        εὑρημένα <lb/>καὶ λεγόμενα εὐπετές. Οὐδὲν γὰρ ἕτερον ἢ ἀναμιμνήσκεται
                        <lb/>ἕκαστος ἀκούων τῶν ἑωυτῷ ξυμβαινόντων. Εἰ δέ τις τῶν ἰδιωτέων
                        <lb/>γνώμης ἀποτεύξεται, καὶ μὴ διαθήσει τοὺς ἀκούοντας οὕτως, <lb/>τοῦ
                        ἐόντος ἀποτεύξεται. Καὶ διὰ ταῦτα οὖν οὐδὲν δέεται <lb/>ὑποθέσιος. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>3. Τὴν γὰρ ἀρχὴν οὔτ᾿ ἂν εὑρέθη ἡ τέχνη ἡ ἰητρικὴ, οὔτ᾿ ἂν <lb/>ἐζητήθη
                        (οὐδὲν γὰρ αὐτέης ἔδει), εἰ τοῑσι κάμνουσι τῶν ἀνθρώπων, <lb/>τὰ αὐτὰ
                        διαιτωμένοισί τε καὶ προσφερομένοισιν, ἅπερ <lb/>οἱ ὑγιαίνοντες ἐσθίουσί τε
                        καὶ πίνουσι καὶ τἄλλα διαιτέονται, <lb/>ξυνέφερε, καὶ εἰ μὴ ἦν ἕτερα τουτέων
                        βελτίω. Νῦν δ᾿ αὐτὴ <lb/>ἡ ἀνάγκη ἰητρικὴν ἐποίησε ζητηθῆναί τε καὶ
                        εὑρεθῆναι ἀνθρώποισιν· <lb/>ὅτι κάμνουσι ταὐτὰ προσφερομένοισιν, ἅπερ οἱ
                        ὑγιαίνοντες, <pb n="576"/> οὐ ξυνέφερεν, ὡς οὐδὲ νῦν ξυμφέρει. Ἔτι δ᾿ ἄνωθεν
                        ἔγωγε ἀξιῶ <lb/>οὐδ᾿ ἂν τῶν ὑγιαινόντων δίαιτάν τε καὶ τροφὴν, ᾗ νῦν
                        χρέονται, εὑρεθῆναι, <lb/>εἰ ἐξήρκεε τῷ ἀνθρώπῳ ταὐτὰ ἐσθίοντι καὶ πίνοντι
                        βοΐ τε καὶ <lb/>ἵππῳ καὶ πᾶσιν ἐκτὸς ἀνθρώπου, οἷον τὰ ἐκ τῆς γῆς φυόμενα,
                        καρπούς <lb/>τε καὶ ὕλην καὶ χόρτον· ἀπὸ τουτέων γὰρ καὶ αὔξονται καὶ
                        <lb/>ἄπονοι διάγουσιν, οὐδὲν προσδεόμενοι ἄλλης διαίτης. Καί τοι τὴν
                        <lb/>ἀρχὴν ἔγωγε ἀξιῶ καὶ τὸν ἄνθρωπον τοιαύτῃ τροφῇ κεχρῆσθαι. <lb/>Τὰ δέ
                        γε νῦν διαιτήματα εὑρημένα καὶ τετεχνημένα ἐν πολλῷ <lb/>χρόνῳ γεγενῆσθαί
                        μοι δοκέει. Ὡς γὰρ ἔπασχον πολλά τε καὶ δεινὰ <lb/>ἀπὸ ἰσχυρῆς τε καὶ
                        θηριώδεος διαίτης, ὠμά τε καὶ ἄκρητα καὶ <lb/>μεγάλας δυνάμιας ἔχοντα
                        ἐσφερόμενοι, οἷά περ ἂν καὶ νῦν ὑπ᾿ <lb/>αὐτέων πάσχοιεν, πόνοισί τε
                        ἰσχυροῖσι καὶ νούσοισι περιπίπτοντες, <lb/>καὶ διὰ ταχέος θανάτοισιν. Ἧσσον
                        μὲν οὖν ταῦτα τότε εἰκὸς ἦν <lb/>πάσχειν διὰ τὴν συνήθειαν· ἰσχυρῶς δὲ καὶ
                        τότε· καὶ τοὺς μὲν πλείστους <lb/>τε καὶ ἀσθενεστέρην φύσιν ἔχοντας
                        ἀπόλλυσθαι εἰκὸς, τοὸς δὲ <lb/>τουτέων ὑπερέχοντας πλείω χρόνον ἀντέχειν·
                        ὥσπερ καὶ νῦν ἐκ τῶν <lb/>ἰσχυρῶν βρωμάτων· οἱ μὲν γὰρ ῥηϊδίως
                        ἀπαλλάσσονται, οἱ δὲ μετὰ <lb/>πολλῶν πόνων τε καὶ κακῶν. Διὰ δὴ ταύτην τὴν
                        χρείην καὶ οὗτοί <lb/>μοι δοκέουσι ζητῆσαι τροφὴν ἁρμόζουσαν τῇ φύσει, καὶ
                        εὑρεῖν ταύτην, <lb/>ᾗ νῦν χρεόμεθα· ἐκ μὲν οὖν τῶν πυρῶν, βρέξαντες καὶ
                        πτίσαντες <lb/>καὶ καταλέσαντες πάντα, καὶ διασήσαντες, καὶ φορύξαντες, καὶ
                        <lb/>ὀπτήσαντες, ἀπετέλεσαν ἄρτον· ἐκ δέ γε τῶν κριθέων μᾶζαν, ἄλλα <pb n="578"/> τε συχνὰ περὶ ταύτην πρηγματευσάμενοι, ἥψησάν τε καὶ ὤπτησαν,
                        <lb/>καὶ ἔμιξαν, καὶ ἐκέρασαν τὰ ἰσχυρά τε καὶ ἄκρητα τοῖσιν
                        <lb/>ἀσθενεστέροισι, πλάσσοντες πάντα πρὸς τὴν τοῦ ἀνθρώπου φύσιν <lb/>τε
                        καὶ δύναμιν, ἡγεύμενοι, ὅτι ὅσα μὲν ἂν ἰσχυρότερα ᾖ, οὐ δυνήσεται
                        <lb/>κρατέειν ἡ φύσις, ἢν ἐσβάληται, ἀπὸ τουτέων δ᾿ αὐτέων <lb/>πόνους τε
                        καὶ νούσους καὶ θανάτους ἔσεσθαι· ὅσων δ᾿ ἂν δύνηται <lb/>ἐπικρατέειν, ἀπὸ
                        τουτέων τροφήν τε καὶ αὔξησιν καὶ ὑγιείην. Τῷ δ᾿ <lb/>εὑρήματι τούτῳ καὶ
                        ζητήματι τί ἄν τις οὔνομα δικαιότερον ἢ <lb/>προσῆκον μᾶλλον θείη ἢ
                        ἰητρικήν; ὅτι γε εὕρηται ἐπὶ τῇ τοῦ ἀνθρώπου <lb/>ὑγιείῃ τε καὶ τροφῇ καὶ
                        σωτηρίῃ, ἄλλαγμα κείνης τῆς <lb/>διαίτης, ἐξ ἧς οἱ πόνοι καὶ νοῦσοι καὶ
                        θάνατοι ἐγίνοντο. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>4. Εἰ δὲ μὴ τέχνη αὐτὴ νομίζεται εἶναι, οὐκ ἀπεικός· ἧς γὰρ <lb/>μηδείς ἐστιν
                        ἰδιώτης, ἀλλὰ πάντες ἐπιστήμονες διὰ τὴν χρῆσίν <lb/>τε καὶ ἀνάγκην, οὐ
                        προσήκει ταύτης οὐδένα τεχνίτην καλέεσθαι· ἐπεὶ <pb n="580"/> τό γε εὅρημα
                        καὶ μέγα καὶ πολλῆς τέχνης τε καὶ σκέψιος. <lb/>Ἔτι γοῦν καὶ νῦν οἱ τῶν
                        γυμνασίων τε καὶ ἀσκησίων ἐπιμελόμενοι <lb/>αἰεί τι προσεξευρίσκουσι, κατὰ
                        τὴν αὐτέην ὁδὸν ζητέοντες ὅ τι <lb/>ἔδων τε καὶ πίνων ἐπικρατήσει τε αὐτέων
                        μάλιστα, καὶ ἰσχυρότερος <lb/>αὐτὸς ἑωυτοῦ ἔσται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>5. Σκεψώμεθα γοῦν καὶ τὴν ὁμολογουμένως ἰητρικὴν, τὴν ἀμφὶ τοὺς
                        <lb/>κάμνοντας εὑρημένην, ἣ καὶ οὔνομα καὶ τεχνίτας ἔχει, εἰ κρατέειν
                        <lb/>καὶ αὐτὴ τῶν αὐτέων ἐθέλει, καὶ ὁπόθεν ποτὲ ἦρκται. Ἐμοὶ μὲν γὰρ,
                        <lb/>ὅπερ ἐν ἀρχῇ εἶπον, οὐδ᾿ ἂν ζητῆσαι δοκέοι ἰητρικὴν οὐδεὶς, εἰ ταὐτὰ
                        <lb/>διαιτήματα τοῖσί τε κάμνουσι καὶ τοῖσιν ὑγιαίνουσιν ἥρμοζεν. Ἔτι
                        <lb/>γοῦν καὶ νῦν ὅσοι ἰητρικῇ μὴ χρέονται, οἵ τε βάρβαροι καὶ τῶν
                        <lb/>Ἑλλήνων ἔνιοι τὸν αὐτὸν τρόπον, ὅν περ οἱ ὁγιαίνοντες, διαιτέονται
                        <lb/>πρὸς ἡδονὴν, καὶ οὔτ᾿ ἂν ἀπόσχοιντο οὐδενὸς ὧν ἐπιθυμέουσιν, <lb/>οὔθ᾿
                        ὑποστείλαιντο ἄν. Οἱ δὲ ζητήσαντές τε καὶ εὑρόντες ἰητρικὴν, <lb/>τὴν αὐτέην
                        κείνοισι διάνοιαν ἔχοντες περὶ ὧν μοι ὁ πρότερος λόγος <lb/>εἴρηται, πρῶτον
                        μὲν οἶμαι, ὑφεῖλον τοῦ πλήθεος τῶν σιτίων <lb/>αὐτέων τουτέων, καὶ ἀντὶ
                        πλεόνων ὀλίγα ἐποίησαν· ἐπεὶ <lb/>δ᾿ αὐτέοισι τοῦτό ἐστι μὲν ὅτε πρός τινος
                        τῶν καμνόντων ἤρκεσε, <pb n="582"/> καὶ φανερὸν ἐγένετο ὠφελῆσαν, οὐ μέντοι
                        πᾶσί γε· ἀλλ᾿ ἦσάν τινες <lb/>οὕτως ἔχοντες, ὡς μὴ ὀλίγων σιτίων δύνασθαι
                        ἐπικρατέειν· ἀσθενεστέρου <lb/>δὲ δή τινος οἱ τοιοίδε ἐδόκεον δέεσθαι, ερον
                        τὰ ῥοφήματα, <lb/>μίξαντες ὀλίγα τῶν ἰσχυρῶν πολλῷ τῷ ὕδατι, καὶ
                        ἀφαιρεόμενοι <lb/>τὸ ἰσχυρὸν τῇ κρήσει τε καὶ ἑψήσει. Ὁκόσοι δὲ μηδὲ τῶν
                        ῥοφημάτων <lb/>ἐδύναντο ὑποκρατέειν, ἀφεῖλον καὶ ταῦτα, καὶ ἀφίκοντο <lb/>ἐς
                        πόματα, καὶ ταῦτα τῇσί τε κρήσεσι καὶ τῷ πλήθεϊ διαφυλάσσοντες <lb/>ὡς
                        μετρίως ἔχῃ, μήτε πλείω τῶν δεόντων μήτε ἀκρητέστερα <lb/>προσφερόμενοι,
                        μηδ᾿ ἐνδεέστερα. </p></div></div></body></text></TEI>