<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0530.tlg006.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><milestone unit="section" n="1"/><p>Ἀλλ’ ὁ Πλάτων, φασί, λέγει τρίτου μορίου τῆς ψυχῆς τοῦ ἐπιθυμητικοῦ
                        <lb/>μέρος εἶναι τὴν ἐν τῷ σπέρματι φύσιν, τὸ δ’ ἐπιθυμητικὸν δι’ ἡδονῆς
                        <lb/>ἄγεσθαι καὶ λύπης καὶ σιτίων ὀρέγεσθαι καὶ τροφῆς, εἶναι δὲ τὰς μὲν <lb/>
                        <lb n="30"/>ἡδονὰς καὶ τὰς λύπας αἰσθήσεις ἢ ἀναδιδομένας γε εἰς αἴσθησιν
                        κινήσεις, <pb n="38"/> τὰς δὲ ὀρέξεις ὁρμάς· ὥστε αἰσθήσεως καὶ ὁρμῆς ὄντα
                        μέτοχα, οἷς τὸ <lb/>ζῷον τοῦ μὴ ζῴου διενήνοχε, πῶς οὐκ ἂν εἴη ζῷα τὰ
                        ἔμβρυα; <milestone unit="section" n="2"/>οἱ δὲ ταῦτα <lb/>λέγοντες ἀγνοοῦσι
                        καὶ τὰ φυτὰ ζῷα ποιοῦντες, ὡς ἂν καὶ τούτων διοικουμένων <lb/>ὑπὸ φύσεως ἣ
                        μέρος ἦν τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς ψυχῆς μορίου, ἡμῖν <lb/>
                        <lb n="5"/>αὐτάρκους ὄντος εἰ τοῖς φυτοῖς παραπλησίως συγχωροῖεν ζῆν τὰ
                        ἔμβρυα <lb/>ἀλλὰ μὴ τοῖς ἰδίως λεγομένοις ζῴοις, εἰ καὶ πάλιν ἐκεῖνοι ὑπὸ
                        σπουδῆς τὸ <lb/>διάφορον φυτοῦ τε καὶ ζῴου ἀναιροῦσι μαχόμενοι ταῖς
                        ἐναργείαις καὶ διὰ <lb/>μείζονος ἀτοπίας πρὸς τὴν προκειμένην ζήτησιν
                        ἀπαντῶντες, οὐδὲ τοῦ <lb/>Πλάτωνος (ὅ)πως μέρος τὸ φυτικὸν τοῦ ἐπιθυμητικοῦ
                        λέγει ξυνιέντες οὐδὲ <lb/>
                        <lb n="10"/>δι’ ἣν αἰτίαν ζῷα τὰ φυτὰ λέγειν οὐκ ἀπαξιοῖ γνῶναι
                        σπουδάσαντες. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="3"/>Πλάτων γὰρ οὐχ ὥσπερ οἱ ἄλλοι τὸ ζῷον τοῦ
                        μὴ ζῴου αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ <lb/>διακρίνουσιν, οὑτωσὶ καὶ αὐτὸς τούτοις τῶν μὴ
                        ζῴων ἀξιοῖ διαφέρειν τὰ <lb/>ζῷα, ζωῆς δὲ καὶ ἀζωίας τὸ διάφορον ποιούμενος
                        εἰκότως καὶ τὰ φυτὰ ὡς <lb/>ἂν ἤδη ζῶντα συμπεριλαμβάνει τοῖς ζῴοις, ἀλλ’
                        ὅμως ἄχρι τῆς προσηγορίας <lb/>
                        <lb n="15"/>τὸ κοινὸν δίδωσι πρὸς τὰ ἰδίως καλούμενα ζῷα καὶ τῆς αὐτοκινήτου
                        <lb/>ψυχῆς μετεσχηκότα. <milestone unit="section" n="4"/>δηλώσει δ’ αὐτὰ τὰ
                        ῥηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ παρατεθέντα <lb/>τό τε δοκοῦν ἑαυτῷ καὶ τὴν ἐκείνων
                        πλάν(ην)· λέγει γὰρ οὕτως· “ἐπειδὴ <lb/>δὲ πάντ’ ἦν τὰ τοῦ θνητοῦ ζῴου
                        ξυμπεφυκότα μέρη καὶ μέλη, τὴν δὲ <lb/>ζωὴν ἐν πυρὶ καὶ πνεύματι ξυνέβαινεν
                        ἐξ ἀνάγκης ἔχειν αὐτό, καὶ διὰ ταῦτα <lb/>
                        <lb n="20"/>ὑπὸ τούτων τηκόμενον κενούμενόν 〈τ’〉 ἔφθινε, βοήθειαν αὐτῷ θεοὶ
                        μηχανῶνται· <lb/>τῆς γὰρ ἀνθρωπίνης ξυγγενῆ φύσεως φύσιν ἄλλαις ἰδέαις καὶ
                        αἰσθήσεσι <lb/>κεραννύντες ὥσθ’ ἕτερον εἶναι ζῷον φυτεύουσιν· ἃ δὴ νῦν ἥμερα
                        δένδρα <lb/>καὶ φυτὰ καὶ σπέρματα παιδευθέντα ὑπὸ γεωργίας τιθασσῶς πρὸς
                        <lb/>ἡμᾶς ἔσχε, πρὶν δὲ ἦν μόνα τὰ τῶν ἀγρίων γένη πρεσβύτερα τῶν ἡμέρων <lb/>
                        <lb n="25"/>ὄντα. πᾶν γὰρ ὅτιπερ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν ζῷον μὲν ἂν ἐν δίκῃ
                        λέγοιτο <lb/>ὀρθότατα. μετέχει γε μὴν τοῦτο ὃ νῦν (λέ)γομεν τοῦ τρίτου ψυχῆς
                        εἴδους <lb/>ὃ μεταξὺ φρενῶν ὀμφαλοῦ τε ἱδρῦσθαι λόγος, ᾧ δόξης μὲν λογισμοῦ
                        τε <lb/>καὶ νοῦ μέτεστι τὸ μηδέν, αἰσθήσεως δὲ ἡδεί(ας) καὶ (ἀ)λγεινῆς μετὰ
                        ἐπιθυμιῶν· <pb n="39"/> π(άσ)χον γὰρ διατελεῖ πάντα στραφέντι δ’ αὐτῷ ἐν
                        ἑαυτῷ περὶ <lb/>αὑτό, τὴν μὲν ἔξωθ(εν) ἀπωσαμένῳ κίνησιν τῇ δ’ οἰκείᾳ
                        χρησαμένῳ, τῶν <lb/>αὑτοῦ τι λογίσασθαι κατιδόντι φύσει οὐ παραδέδωκεν ἡ
                        γένεσις. διὸ δὴ <lb/>ζῇ μὲν ἔστι τε οὐχ ἕτερον ζῴου, μόνιμον δὲ καὶ
                        κατερριζωμένον πέπηγε <lb/>
                        <lb n="5"/>διὰ τὸ τῆς ὑφ’ ἑαυτοῦ κινήσεως ἐστερῆσθαι.” <milestone unit="section" n="5"/>τὰ μὲν δὴ τοῦ Πλάτωνος <lb/>ταῦτα, ὅλ(ως) δὲ (του)
                        φιλοσόφου μηδὲν ξυνιέναι κινδυνεύουσιν οἱ ζῷον <lb/>ἡγούμενοι τὸ ἔμβρυον
                        (κατὰ) τὸν Πλάτωνα ὡς νῦν ζητοῦμεν εἰ ζῷον· εἰ <lb/>μὲν γὰρ παρὰ τὸ ζῆν
                        καλεῖν τις ζῷον ἐθέλοι, συγχωροῦμεν, τὴν δ’ αὐτοκίνητον <lb/>ψυχὴν ἣν κυηθὲν
                        ἴσχει μηδ’ αὐτόν πως συγχωρεῖν τὸν Πλάτωνα <lb/>
                        <lb n="10"/>ἔχειν διαβεβαιούμεθα, ζῷον δ’ οὕτως εἶναι ὡς τὰ φυτά. <milestone unit="section" n="6"/>τίς οὖν ἡ αἴσθησις <lb/>καὶ ἡ ὄρεξις τῶν φυτῶν;
                        ὁμώνυμος, φησὶν ὁ Πλάτων, καὶ οὐχ ἡ αὐτὴ <lb/>τῇ τῶν ἰδίως καλουμένων ζῴων·
                        τὸ γὰρ (ὁ)μών(υμον) παριστὰς ἔφη· “τῆς <lb/>ἀνθρωπίνης συγγενῆ φύσεως φύσιν
                        ἄλλαις ἰδέαις καὶ αἰσθήσεσι κεραννύντες <lb/>ὥσθ’ ἕτερον ζῷον εἶναι
                        φυτεύουσι” τὰ ἥμερα δένδρα καὶ τὰ σπέρματα. <lb/>
                        <lb n="15"/>ἄλλαις οὖν αἰσθήσεσι καὶ ἄλλαις ὀρέξεσι χρῆται τὰ φυτὰ καὶ
                        ἑτέρως ἐστὶ <lb/>ζῷα ἢ ὡς [τὰ φυτὰ] οἱ ἄνθρωποι· ὥστε κἂν αἴσθησιν ἔχῃ τὰ
                        ἔμβρυα κατὰ <lb/>Πλάτωνα κἂν ὄρεξιν κἂν ζῷα λέγηται, ἀλλ’ ὁμωνύμως γε ἔχει
                        ταῦτα καὶ <lb/>λέγεται ζῷα, τοῖς μέντοι φυτοῖς συνωνύμως, ὡς καὶ αὐτὸν σαφῶς
                        λέγοντα <lb/>δείξομεν. <milestone unit="section" n="7"/>ὡς οὖν τὰ φυτὰ λέγει
                        μετέχειν “τοῦ τρίτου ψυχῆς εἴδους ὃ μεταξὺ <lb/>
                        <lb n="20"/>φρενῶν [τε καὶ] ὀμφαλοῦ 〈τε〉 ἱδρῦσθαι λόγος, ᾧ δόξης μὲν
                        λογισμοῦ <lb/>τε καὶ νοῦ μέτεστι τὸ μηδέν, αἰσθήσεως δὲ ἡδείας καὶ ἀλγεινῆς
                        μετὰ ἐπιθυμιῶν” <lb/>καὶ ὅμως τούτων μέτοχα ὄντα οὐκέτι ζῷα ὡς ζῷα λέγεται
                        τὰ τῆς <lb/>ψυχῆς αὐτοκινήτου μέτοχα, ἀλλὰ μόνον φύσεως παθητικῆς μετέχει,
                        ἣν οὐκ <lb/>ὤκνουν ψυχὴν καλεῖν καὶ τὸ κατ’ αὐτὴν ἐπιφερόμενον τοῖς
                        ὑποκειμένοις <lb/>
                        <lb n="25"/>κίνημα ζωὴν ὁμωνύμως τῷ ἐκ τῆς αὐτοκινήτου προσαγορεύειν, οὕτως
                        τῆς <lb/>αὐτῆς ταύτης δυνάμεως μέτοχα τὰ ἔμβρυα ὄντα καὶ ζῷα κατ’ αὐτὸν καὶ
                        <lb/>ἔμψυχα καλούμενα καὶ αἰσθήσεως μετέχοντα καὶ ἐπιθυμίας οὐκ ἔστιν
                        ἐκείνως <lb/>ζῷα ὡς τὰ τὴν αὐτοκίνητον ψυχὴν κεκτημένα, περὶ ἧς πότε
                        εἰσκρίνεται <lb/>τὴν ζήτησιν τὰ νῦν ἐνεστησάμεθα. <milestone unit="section" n="8"/>πλανᾶσθαι δὲ οὐ χρὴ συγχεομένους <lb/>
                        <lb n="30"/>ὑπὸ τῆς ὁμωνυμίας, ἀλλ’ ὥσπερ λέγοντος παιδεύεσθαι τὰ φυτὰ ﻿<pb n="40"/> ὑπὸ γεωργίας καὶ τιθασσῶς πρὸς ἡμᾶς ἴσχειν, πρὶν δὲ εἶναι μόνα
                        〈τὰ〉 ἄγρια, <lb/>οὔτε νοῦν διὰ τοῦτο καὶ λογισμὸν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἦθος
                        ἐκδεχόμεθα, ἐφ’ ὧν <lb/>κυρίως παιδεία καὶ τιθασσεία καὶ ἀγριότης λέγεται,
                        κατὰ μεταφορὰν δὲ ἢ <lb/>καὶ ὁμωνύμως, οὕτως καὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὰς
                        ὀρέξεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας <lb/>
                        <lb n="5"/>ἀκουστέον τὰς κατὰ ἀναλογίαν καὶ ὁμωνύμως λεγομένας ἀλλ’ οὐχὶ τὰς
                        ἐκ <lb/>ψυχῆς τῆς αὐτοκινήτου ἀποδιδομένας, περὶ ἧς τῆς εἰσκρίσεως ἐνέστηκεν
                        <lb/>ἡμῖν ὁ λόγος συγχω(ρ)οῦσι τῆς μὲν ὡς ἑτέρως καὶ πληγαῖς καὶ πάθεσι
                        <lb/>λεγομένης ψυχῆς ἧς καὶ τὰ φυτὰ μετείληχεν 〈μετ〉έχειν καὶ τὰ ἔμβρυα,
                        <lb/>τῆς δ’ αὐτοκινήτου πρὸ τῆς ἐκ γαστρὸς ἐξόδου ἄμοιρα εἶναι καὶ κατὰ <lb/>
                        <lb n="10"/>Πλάτωνα, κἂν τὰ μάλιστα αἰσθήσεως καὶ ἡδονῆς τῆς φυτικῆς
                        (ὑπά)ρχῃ <lb/>μέτοχα. <milestone unit="section" n="9"/>ὅλως γὰρ ὁ ἀνὴρ
                        ἔοικεν οὐχ ὥσπερ οἱ ἄλλοι τὰς αἰσθήσεις τάττουσιν <lb/>ἐπὶ τὴν γιγνομένην
                        τύπωσιν ἐν ψυχῇ διὰ [τῆς] τῶν αἰσθητηρίων <lb/>προσπαθεί(ας) γενομέν(ης,
                        ο)ὑτω(σὶ) καὶ αὐτ(ός), ἀλλὰ τ(ὴν σω)ματ(ικ)ὴν <lb/>κίνησιν, ἧς μετέχει καὶ
                        τὰ φυτά, αἴσθησιν καλεῖν, τὴν δὲ τῇ σωματικῇ κινήσει <lb/>
                        <lb n="15"/>τῆς ψυχῆς σύζυγον κίνησιν δόξαν προσαγορεύειν, ἐξ ἀμφοῖν τε τῆς
                        <lb/>τε ἀλόγου παθητικῆς κινήσεως, ἣν αἴσθησιν προσαγορεύει ἀλλ’ οὐ κίνησιν
                        <lb/>αἰσθητηρίων, καὶ τῆς δόξης, ἣν οἱ ἄλλοι τύπωσιν τῆς ψυχῆς εἶναι
                        τίθενται, <lb/>συνιστάναι τῶν αἰσθητῶν τὴν κατάληψιν, καὶ διὰ τοῦτο
                        ἀφοριζόμενος <lb/>τὸ αἰσθητὸν “τὸ δ’ αὖ δόξῃ” φησὶν “μετ’ αἰσθήσεως ἀλόγου
                        περιληπτόν”. <lb/>
                        <lb n="20"/>
                        <milestone unit="section" n="10"/>τὰς πληγὰς οὖν τὰς ἀσυνέτους καὶ ἀγνώστους
                        καὶ ἀφαντάστους † τὰς <lb/>πρὸς τῆς κατ’ αὐτῆς τῆς δοξαστικῆς ψυχῆς
                        συναρμόσας τοῦ γνωρίσματος <lb/>καὶ ἐν τοῖς φυτοῖς τιθεὶς εἰκότως αἰσθήσεως
                        αὐτὰ μετέχειν λέγει· κεφαλαιοῖ <lb/>δὲ τὸν λόγον εἰς τὸ τῆς ψυχῆς ἐκεῖνα μὴ
                        μετέ(χειν) τῆς αὐτοκινήτου <lb/>καὶ δοξαστικῆς τε ὁμοῦ καὶ λογιστικῆς καὶ ὡς
                        ἂν οἱ ἄλλοι φαί(ησαν) αἰσθητικῆς <lb/>
                        <lb n="25"/>τε καὶ ὁρμητικῆς, λέγων· “πάσχον γὰρ διατελεῖ” τὸ φυτὸν “πάντα,
                        <lb/>στραφέντι δὲ αὐτῷ ἐν ἑαυτῷ περὶ αὑτό, τὴν μὲν ἔξωθεν παρωσαμένῳ κίνησιν
                        <lb/>τῇ δ’ οἰκείᾳ χρησαμένῳ, τῶν αὑτοῦ 〈τι〉 λογίσασθαι κατιδόντι φύσει
                        <lb/>οὐ παρέδωκεν ἡ γένεσις”. <milestone unit="section" n="11"/>ταὐτὸ δ’ ἄν
                        τις εἴποι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐμβρύου, καὶ <lb/>ἔτι γε μᾶλλον 〈ὃ〉 ἐπάγει περὶ τοῦ
                        φυτοῦ, ἐπεὶ κἀκείνῳ ὡσαύτως πρόσεστι· <pb n="41"/> λέγει δέ· “διὸ δὴ ζῇ μὲν
                        ἔστι τε οὐχ ἕτερον ζῴου, μόνιμον δὲ καὶ <lb/>κατερριζωμένον πέπηγε διὰ τὸ
                        τῆς ὑφ’ ἑαυτοῦ κινήσεως ἐστερῆσθαι.” ἐρριζωμένον <lb/>γὰρ καὶ τὸ ἔμβρυον ἐξ
                        ὀμφαλοῦ μένει ἐντός, ζῷον μὲν [καὶ] ἀπὸ <lb/>τοῦ ζῆν κληθέν, τῆς δ’
                        αὐτοκινήτου ψυχῆς οὐδέπω μετέχον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><milestone unit="section" n="1"/><lb/><lb n="5"/><p>Ἀλλὰ κινεῖσθαί φασι τὰ ἔμβρυα μεταβατικῶς κατὰ τόπον θέρμης τε <lb/>διαπύρου
                        αἴσθησιν λαμβάνειν σκιρτῶντα ὅταν τῇ γαστρὶ τῆς μητρὸς ἐν <lb/>τοῖς
                        βαλανείοις ὁ διάπυρος ἀὴρ 〈περι〉πέσῃ, οἱ δ’ ἔτι γενναιότερον ἱστάμενοι
                        <lb/>καὶ τὰς ἀτόπους ἐπιθυμίας, αἷς κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ κύειν αἱ μητέρες
                        <lb/>ἐνίσχονται οὔτ’ οὖν πρότερον εἰς πεῖραν αὐτῶν ἀφιγμέναι οὔθ’ ὅταν
                        ἀποτέκωσιν <lb/>
                        <lb n="10"/>εἰς τὸ ὅμοιον αὐταῖς πάθος ἐμπίπτουσαι, τῶν ἐμβρύων εἶναι·
                        δηλοῦν <lb/>δὲ τὸ ἀποπιμπλάσας μὲν τὰς ἐπιθυμίας τίκτειν ἀβλαβῆ, μὴ τυχούσας
                        <lb/>δὲ τῶν ἐπιθυμητ[ικ]ῶν παράσημα τίκτειν καὶ τύπον φέροντα ἐν τῷ
                        <lb/>σώματι τῆς τῶν ὀρεχθέντων ἐλλείψεως. <milestone unit="section" n="3"/>μηνύειν τε οὐχ ἥκιστά φασι τὴν <lb/>τῆς ὁρμητικῆς μέθεξιν τοὺς τοκετούς·
                        δύστοκα μὲν γὰρ εἶναι τὰ τεθνηκότα <lb/>
                        <lb n="15"/>ὡς ἂν μὴ συνορμῶντα τῇ φύσει πρὸς τὴν ἔξοδον, ἀργότερα δὲ τὰ
                        <lb/>θήλεα ὡς ἂν ὄντα βραδυκίνητα· οὐκ εἶναι δ’ αὐτάρκη τὴν ὁρμὴν τῆς μητρὸς
                        <lb/>ἐξῶσαι τὸ ἔμβρυον μὴ καὶ ὁρμῆς συνεκδιδομένης παρὰ τοῦ τικτομένου
                        <lb/>ἐπὶ τὰ ἐκτός. <milestone unit="section" n="4"/>ἐγὼ δ’ εἰ ἅπαξ ἐφ(εῖν)αι
                        τοῖς λήροις χρή, συνευπορήσαιμ’ <lb/>ἂν αὐτοῖς εἰς τὸ καὶ συμφαντάζεσθαι καὶ
                        συνδοξάζειν λέγειν τῇ μητρὶ <lb/>
                        <lb n="20"/>τὰ ἔμβρυα ὡς ἂν τῆς φανταστικῆς τε καὶ δοξαστικῆς μετέχοντα
                        ψυχῆς· <lb/>ὡμολόγηται γὰρ ὡς πολλά τε τῶν ζῴων, ἀτὰρ δὴ καὶ (γ)υναῖκες ἐν
                        <lb/>ταῖς ὀχείαις ὧν ἂν ἐκ τοῦ αὐτοῦ γένους τὰ εἴδη ταῖς φαντασίαις
                        ἐγκολπίσωνται, <lb/>ἐκείνοις ὁμοιότατα τίκτειν· διὸ καὶ εἰκόνας πρὸς ἵππων
                        τε καὶ <lb/>κυνῶν καὶ (περ)ιστερῶν (καὶ) μέντοι καὶ πρὸς γυ(ναικός) τι(ν)ος
                        κάλλος <lb/>
                        <lb n="25"/>εἰδῶν ἠσκημένας τίθεμεν, ὡς ἐμβλεπούσας καὶ εἰς μνήμην
                        ἀναλαμβανούσας <lb/>τὰ εἴδη τὰς ὀχευομένας τίκτειν τὰ παραπλήσια. <milestone unit="section" n="5"/>ἕτοιμον οὖν κατηγορεῖν <lb/>ὡς οὐκ ἂν τοῦτο
                        ἐγίγνετο, εἰ μὴ ψυχῆς φανταστικῆς ἦν μέτοχα τὰ σπέρματα· <lb/>πῶς γὰρ γὰρ
                        ἄλλου φανταζομένου ἄλλο ἀμέτοχον φαντασίας κατὰ τὴν <lb/>τοῦ φανταζομένου
                        ἐκινήθη διάθεσιν; ὅμοιον γὰρ ὡς εἰ καὶ σοῦ παθόντος <pb n="42"/> ἐγὼ μὴ
                        παθὼν ἔπασχον διὰ τὸ ἐν ταὐτῷ οἰκίσκῳ, εἰ δὲ βούλει δεσμῷ σὺν <lb/>σοὶ
                        περιέχεσθαι. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><milestone unit="section" n="1"/><p>Ἀλλ’ ἦν ταῦτά γε πάντα τῆς τοῦ λόγου δυνάμεως παρευρέσεις καὶ <lb/>παραγωγὰς
                        ἐξευπ(ορεῖν) ῥᾳδίως δυναμένης καὶ τῷ πιθανῷ εἰκότι ἐκκρούειν <lb/>
                        <lb n="5"/>οἵας τε οὔσης καὶ τὴν ἀλήθειαν. αὐτίκα ἴν’ ἀπὸ τῶν τελευταίων
                        ἄρξωμαι, <lb/>εἰ μὲν ἃ φανταζόμεθα εἰς τὰ αὑτῶν σώματα οἷοί τε ἦμεν
                        ἀπομόργνυσθαι, <lb/>καθ’ ὃ ἤδη λόγος κρατεῖ τοὺς δαίμονας τὰ εἴδη τῶν
                        φαντασμάτων εἰς τὸ <lb/>συνὸν ἢ παρακείμενον αὐτοῖς ἀερῶδες πνεῦμα
                        διαδεικνύναι χρῴζοντας μὲν <lb/>οὐδαμῶς, ἀρρήτῳ δὲ τρόπῳ τὰς ἐμφάσεις τῆς
                        φαντασίας ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ <lb/>
                        <lb n="10"/>τῷ περὶ αὐτοὺς ἀέρι διαδεικνύντας, ἐνεδέχετο εἰκάζειν τὴν
                        φαντασίαν <lb/>τῆς ἐνούσης ψυχῆς ἐν τῷ σπέρματι καθ’ ἑαυτὴν διατυποῦν τὸ
                        σῶμα· <lb/>ἐπεὶ δὲ ἑαυτοὺς μὲν τοῦτο δρᾶν οὐκ ἐσμὲν οἷοί τε, ἄλλα δὲ κατὰ
                        τὰς <lb/>φαντασίας ὅσα ἐκτὸς ἦν τῆς ἡμετέρας οὐσίας διαμορφοῦν δυνάμεθα,
                        μήποτε <lb/>διὰ τοῦτο ψυχὴ μὲν ἰδία τοῦ ἐμβρύου οὐ δημιουργὸς τῆς εἰδοποιίας <lb/>
                        <lb n="15"/>τοῦ ὑπ’ αὐτήν, ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ οἰκείου σώματος ἡ τῆς μητρὸς ψυχή,
                        τοῦ <lb/>δ’ ἐν αὐτῇ ἀλλοτρίου καὶ τῆς οὐσίας ἐκτός, εἴπερ δὴ κἀν τοῖς ἄλλοις
                        τὰς <lb/>φαντασίας οἷά τε ἦν ἐν τοῖς ἐκτὸς ἀπομόργνυσθαι. <milestone unit="section" n="2"/>ἰστέον γε μὴν κἀκεῖνο <lb/>καὶ μᾶλλον ῥηθήσεσθαι
                        μέλλον κατὰ Πλάτωνα· ἀεὶ γὰρ κατ’ αὐτὸν τὰ <lb/>ἀπὸ τῆς οὐσίας τινῶν
                        γεννώμενα ὑποβέβηκε 〈κατὰ〉 δυνάμεις καὶ οὐσίας <lb/>
                        <lb n="20"/>† ἄξια τῶν γεγεννηκότων, καὶ ἀδύνατον μὲν ὁμοούσια εἶναι τοῖς
                        γεγεννηκόσιν, <lb/>ἐπιπειθῆ 〈δέ〉 γέ πως τῶν τεκόντων γίγνεται καὶ ὑπ’
                        ἐκείνων τελειοῦται. <lb/>οὕτω γὰρ διάνοια γέννημα οὖσα νοῦ ὑποβέβηκε μὲν
                        κατ’ οὐσίαν ἀπὸ <lb/>τοῦ γεννήσαντος αὐτὴν νοῦ, δύναται δ’ ἐπιστρέφειν αὐτὴ
                        πρὸς τὸν νοῦν <lb/>καὶ συνιέναι τῶν αὐτοῦ, εἰ καὶ μὴ καθάπερ ὁ νοῦς τῆς
                        ἀθρόας καὶ ἄνευ <lb/>
                        <lb n="25"/>διεξόδου θίξεώς ἐστιν ἔμμοιρος· πάλιν ἡ ἀλογία ἡ τῷ λόγῳ συναφὴς
                        γέννημα <lb/>οὖσα τοῦ λόγου ἐστὶ μὲν κατ’ οὐσίαν λογισμῶν ἄμοιρος, λέγεται
                        δὲ <lb/>κατὰ λόγον, καὶ κατὰ τὴν οἰκε(ίαν) οὐσίαν λογικῶς κινεῖσθαι ἀδύνατος
                        οὖσα <lb/>ὑπὸ τοῦ λόγου τελειοῦται. <milestone unit="section" n="3"/>τῆς δὴ
                        ἀλογίας καὶ ὅλως τοῦ ἐπιθυμητικοῦ <lb/>γέννημα οὖσα ἡ φυτικὴ κατὰ τὸν
                        Πλάτωνα ὑποβέβηκε μὲν κατ’ οὐσίαν <lb/>
                        <lb n="30"/>ἀπὸ τῆς δοξαστικῆς τε καὶ φανταστικῆς ψυχῆς, διοικεῖσθαι δὲ
                        δύναται <pb n="43"/> ὑπὸ τῆς φανταστικῆς καίπερ ἄμοιρος (οὖ)σα φαντασίας καὶ
                        δόξης· οὕτως <lb/>γέ τοι καὶ τὰ φυτὰ παιδεύεσθαι ὑπὸ γεωργίας καὶ
                        τ(ι)θασσεύεσθαι λέγεται, <lb/>οὐχ ὅτι φαντασίᾳ ἐστὶ τῆς τῶν γεωργούντων
                        (φω)ν(ῆς δ)ε(κτ)ικά, ὅτι <lb/>δὲ ἄγεσθαι (οἷά τε ἦν) καὶ (κ)υβερνᾶσθαι ὑπὸ
                        προηγητοῦ χειραγωγούμενα <lb/>
                        <lb n="5"/>τοῖς πάθεσι. <milestone unit="section" n="4"/>θαυμαστὸν οὖν οὐδὲν
                        τὴν τῆς θηλείας φυτικὴν συμφῦσαν τῇ <lb/>δυνάμει τοῦ σπέρματος, ἄγουσαν
                        ἐπιπείθειαν [καὶ] τῷ φανταστικῷ τῆς μητρικῆς <lb/>ψυχῆς, παθεῖν τὸ εἶδος τοῦ
                        κοινῇ φαντασθέντος. καὶ γὰρ ἐλέγομεν <lb/>ὡς τὸ μὲν πάθημα τὸ αἰσθητικὸν τοῦ
                        π〈αθητικ〉ῶς ἔχοντος ἦν ἴδιον, ἡ δὲ <lb/>σύνεσις καὶ ἡ κατ’ αὐτὸ γνώρισις τῆς
                        αὐτοκινήτου ψυχῆς· τὸ δὲ τοῦ <lb/>
                        <lb n="10"/>πλαττομένου εἶδος κατὰ τὸ πάθος καὶ τὸ τύπωμα, οὐ κατὰ τὴν
                        σύνεσιν <lb/>καὶ τὴν γνῶσιν. </p></div></div></body></text></TEI>