<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0530.tlg006.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><milestone unit="section" n="1"/><head>[Γαληνοῦ] πρὸς Γαῦρον περὶ τοῦ πῶς ἐμψυχοῦται <lb/>τὰ ἔμβρυα.</head><p>Τὸ περὶ τῆς εἰς τὰ σώματα τῶν ψυχῶν εἰσκρίσεως ζῳογονίας ἕνεκα <lb/>δόγμα
                        πολλῆς ἀπορίας οὐχ ἡμᾶς, ὦ Γαῦρε, μόνους, ἀλλὰ καὶ τοὺς προηγουμένως
                        <lb/>εἰς τὴν ζήτησιν αὐτοῦ καθέντας ἐμπέπλη(κ)ε, κοινῶς μὲν τῶν <lb/>φυσικῶν
                        καὶ σχεδὸν τῶν ἰατρ(ῶν) πάντ(ων) ἀπορησάντ(ων), πότερον χρὴ ζῷα <lb/>
                        <lb n="5"/>ἡγεῖσθαι τὰ ἔμβρυα ἢ φυτικῶς ζῆν αὐτὰ μόνον, τῆς μὲν ἰδιότητος
                        τοῦ ζῴου <lb/>ἐν αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ συνισταμένης, τῆς δὲ τῶν φυτῶν ἐν
                        θρεπτικῇ τε καὶ <lb/>αὐξητικῇ χωρὶς αἰσθήσεώς τε καὶ ὁρμῆς θεωρουμένης· ὅθεν
                        τῶν ἐμβρύων <lb/>φαντασίας μὲν χωρὶς καὶ ὁρμῆς διεξαγόντων, αὐξητικῶς δὲ καὶ
                        θρεπτικῶς <lb/>μόνον διοικουμένων — μαρτυρεῖ γὰρ ἄμφω τὰ γιγνόμενα — φυτὰ
                        μὲν ἢ <lb/>
                        <lb n="10"/>φυτοῖς ὅμοια συγχωρεῖν, ζῷα δ’ ἡγεῖσθαι διὰ τὸ μέλλειν ἐκ
                        γαστρὸς προελθόντα <lb/>ζωοῦσθαι μὴ προπετὲς ᾖ καὶ ἀνδρῶν ἀβασανίστως
                        μεμελετηκό(των) <lb/>ταῖς τῶν πολλῶν δόξαις συνήκειν· <milestone unit="section" n="2"/>ἰδίᾳ δ’ αὖ πάλιν τῶν καὶ ζωικῆς ψυχῆς <lb/>αὐτὰ
                        μετέχειν ὑπειληφότων ἀμφισβητησάντων, πότερον καὶ ἐνεργείᾳ ζῷα <lb/>χρὴ
                        λογίζεσθαι τὰ ἔμβρυα ἢ δυνάμει μόνον, οὐκ ἐνεργείᾳ — ἦν δὲ τὸ μὲν δυνάμει, <lb/>
                        <lb n="15"/>ὅ μήπω δεδεγμένον τὴν δύναμιν οἷόν τ’ ἦν ταύτην ἀνα(δ)έξασθαι,
                        ὡς ὁ παῖς τὴν <lb/>γραμματικήν, τὸ δὲ δεξάμενον, ὅταν μὴ ἐνεργῇ κατὰ ταύτην,
                        ὡς ὁ παῖς ὅταν <lb/>γραμματικὸς γενόμενος πρὸς ἄλλοις ὢν ἢ καθεύδων μήτε
                        γράφῃ μήτ’ ἀναγιγνώσκῃ <lb/>— τῶν δυνάμει ζῷα λεγόντων τὰ ἔμβρυα οὐ κατὰ τὸ
                        ἐπιτηδείως ἔχειν <lb/>ψυχοῦσθαι κατηγορούντων αὐτῶν τὸ δυνάμει, κατὰ δὲ τὸ
                        δεδεγμένον τὴν <lb/>
                        <lb n="20"/>ψυχὴν καὶ ἡσυχάζον ἐξηγουμένων τοῦτο, ὡς ἂν τοῦ κατ’
                        ἐπιτηδειότητα δυνάμει <lb/>καὶ πρὸς τῶν μήπω ζωικῆς ψυχῆς αὐτὰ μετέχειν
                        ἡγουμένων συγχωρουμένου. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="3"/>ἆρ’ οὖν καθάπερ ἐν τῷ κάρῳ ἐνίσχονται τῆς
                        αἰσθητικῆς τε καὶ ὁρμητικῆς <lb/>αἱ ἐνέργειαι καίπερ τῆς ψυχῆς παρούσης, ὡς
                        δηλοῖ τοῦ πάθους ἡ λύσις, <lb/>ἢ καθάπερ ἐπὶ τῶν φωλευόντων κατὰ τὸν καιρὸν
                        τῆς φωλείας ἡ μὲν φυτικὴ <lb/>
                        <lb n="25"/>μένει ἐνέργεια (β)ραχυκίνητος, ἡ δὲ αἰσθητική τε καὶ ὁρμητικὴ
                        παντελῶς ἀκίνητος, <pb n="34"/> οὑτωσὶ δὲ κἀπὶ τῶν κατὰ γαστρὸς ψυχῆς
                        παρούσης καὶ † προσελθόντων <lb/>ἔνεστι κάρῳ ἢ φωλείᾳ ἐοικὸς τὸ πάθος, ἢ
                        ἐνερ(γ)εῖ μὲν καὶ αὐτή, ἀσθενῶς <lb/>δὲ καὶ ἐοικότως τῇ διὰ σκελῶν
                        περιπατήσει, ἣν ἐκτελεῖν οὔπω οἷά τε τὰ <lb/>βρέφη, καίτοι κατὰ φαντασίαν
                        κινούντων τε αὐτὰ καὶ συγκαμπτόντων καὶ <lb/>
                        <lb n="5"/>τοπικῶς μετατιθέντων, εἰ καὶ μήπω βαδιστικῶς; <milestone unit="section" n="4"/>ἐκείνως μὲν γὰρ δυνάμει ζῷα <lb/>τὰ κατὰ γαστρός,
                        ὡς μέντοι λέγεται δυνάμει τὰ τὰς ἔξεις ἔχοντα ἡσυχαζούσας, <lb/>οὑτωσὶ δὲ
                        καὶ ἐνεργείᾳ· κατὰ δ’ αὖ τοὺς φυτικῶς μόνον αὐτὰ διοικεῖσθαι <lb/>ἡγουμένους
                        ψυχῆς ἀμοιροῦντα τῆς ὁρμητικῆς τε καὶ αἰσθητικῆς εἰ δυνάμει <lb/>λέγεται
                        ζῷα, κατὰ τὸ ἐπιτηδείως ἔχειν τὴν ζῳοποιὸν ψυχὴν ἀναδέξασθαι, <lb/>
                        <lb n="10"/>οὐ μὴν κατὰ τὸ ἤδη δεδεγμένον ἀργεῖν ῥηθήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><milestone unit="section" n="1"/><p>Εἰ μὲν οὖν μήτε ζῷον ἐνεργείᾳ δειχθείη τὸ ἔμβρυον τῶν ζῴων τῶν <lb/>μὴ ζῴων
                        αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ διαφερόντων μήτε δυνάμει ζῷον ὡς τὸ ἤδη <lb/>τὴν ψυχὴν
                        δεδεγμένον εἰ καὶ ἀργούσας ἔχει τὰς τοῦ (συν)αμφοτέρου ἐνεργείας,
                        <lb/>εὔκολος τῷ Πλάτωνι ἡ τῆς εἰσκρίσεως ἀνάγκη καὶ 〈ὁ〉 ὅρος ὁ ταύτης <lb/>
                        <lb n="15"/>γίγνεται· δῆλον γάρ, ὡς ζῴου μὲν μὴ ὄντος τοῦ ἐμβρύου μήτ’ οὖν
                        ἐνεργείᾳ <lb/>μήτε δυν(άμει) ὡς τὸ (ἤδη τ)ὴν ἕ(ξ)ιν δεδ(εγ)μέν(ον) καὶ
                        ἀργοῦν, δυνάμει δὲ <lb/>λεγο(μένου) ζῴου τῷ ἐπιτηδείως ἔχειν ψυχὴν τὴν ἰδίως
                        λεγομένην ζῴου ἀναδέξασθαι, <lb/>ὅτε πρῶτον αἰσθητ(ι)κὸν γίγνεται καὶ
                        ὁρμητικόν, ἀνάγκη καὶ τὴν <lb/>εἴσκρισιν καὶ τὸν καιρὸν τῆς εἰσκρίσεως
                        καταλιπεῖν· ὃ δεῖ γίγνεσθαι μετὰ <lb/>
                        <lb n="20"/>τὴν ἐκ γαστρὸς κατὰ φύσιν γιγνομένην ἀποκύησιν. <milestone unit="section" n="2"/>εἰ δὲ δυνάμει ζῷον ὡς <lb/>τὸ δεδεγμένον τὴν ἕξιν
                        ἢ μᾶλλον ζῷον ἐνεργείᾳ ἦν τὸ ἔμβρυον, δύσκολον <lb/>μὲν τὸν καιρὸν ἀφορίσαι
                        τῆς εἰσκρίσεως καὶ πολύ γε τὸ ἀπίθανον ἔξει καὶ <lb/>πλασματῶδες ὁποῖος ἂν
                        εἶναι ἀφορισθῇ, τοῦ μὲν ὅταν καταβληθῇ τὸ σπέρμα <lb/>τὸν καιρὸν τοῦτον
                        ἀποδιδόντος ὡς ἂν μηδ’ οἵου τε ὄντος ἐν τῇ μήτρᾳ <lb/>
                        <lb n="25"/>γονίμως κρατηθῆναι μήτι γε ψυχῆς ἔξωθεν τῇ εἰσκρίσει ἑαυτῆς τὴν
                        σύμφυσιν <lb/>ἀπεργασαμένης — κἀνταῦθα πολὺς ὁ Νουμήνιος καὶ οἱ τὰς
                        Πυθαγόρου ὑπονοίας ﻿<pb n="35"/> ἐξηγούμενοι, καὶ τὸν παρὰ μὲν τῷ Πλάτωνι
                        ποταμὸν Ἀμέλητα, παρὰ δὲ <lb/>τῷ Ἡσιόδῳ καὶ τοῖς Ὀρφικοῖς τὴν Στύγα, παρὰ δὲ
                        τῷ Φερεκύδῃ τὴν ἐκροὴν <lb/>ἐπὶ τοῦ σπέρματος ἐκδεχόμενοι—τοῦ δ’ ὅταν πλασθῇ
                        πρῶτον τὴν εἴσκρισιν <lb/>τιθέντος τοῦ μὲν ἄρρενος ἐν {λ} ἡμέραις, τῆς δὲ
                        θηλείας ἐν δύο καὶ {μ} διαρθρουμένης, <lb/>
                        <lb n="5"/>καθάπερ ἱστορεῖ ὁ Ἱπποκράτης, τοῦ δὲ τὸν καιρὸν ἀφορίζοντος τῆς
                        εἰσκρίσεως <lb/>ὅταν πρῶτον κινηθῇ τὸ ἔμβρυον· λέγει δὲ καὶ περὶ τοῦ χρόνου
                        ὁ Ἱπποκράτης· <lb/>“ὅταν δὲ δὴ τὰ ἄκρα τοῦ σώματος τοῦ παιδίου ὀζωθῇ ἔξω καὶ
                        οἱ <lb/>ὄνυχες καὶ αἱ τρίχες ἐρριζώθησαν, τότε δὲ καὶ κινεῖται· καὶ χρόνος
                        εἰς τοῦτο <lb/>γίγνεται τῷ μὲν ἄρρενι {γ} μῆνες, τῇ δὲ θηλείᾳ {δ}.”
                            <milestone unit="section" n="3"/>ἤκουσα δ ἤδη τινὸς ἐγὼ διατεινομένου <lb/>
                        <lb n="10"/>πρὸς ἡμᾶς τὴν προθυμίαν τοῦ ἄρρενος τὴν ἐν ταῖς ὀχείαις καὶ τὸ
                        <lb/>συμπαθὲς τῆς μήτρας ἁρπάζειν ψυχὴν ἐκ τοῦ περιέχοντος ἀέρος διὰ τῆς
                        ἀναπνοῆς <lb/>γιγνομένης μετακινήσαντα τὴν φύσιν ἣ χορηγὸς ἦν τοῦ σπέρματος
                        σὺν <lb/>ἰδιότητι ἑλκτικῇ ψυχῆς, διὰ δὲ τοῦ ἄρρενος ὡς διὰ σωλῆνος
                        συνεκθοροῦσαν <lb/>τῷ σπέρματι πάλιν ὑπὸ τῆς ἐν τῇ μήτρᾳ προθυμίας
                        συλλαμβάνεσθαι, ὅταν <lb/>
                        <lb n="15"/>ἐπιτηδείως ἔχῃ πρὸς κράτησιν αὕτη· καὶ διὰ τοῦτο μίγνυσθαι ἄμφω,
                        ὅτι δι’ <lb/>ἀμφοῖν ὁ τῆς ψυχῆς δεσμὸς καὶ ἡ κάθειρξις, σύλληψίν τε εἰρῆσθαι
                        τὸ πάθος <lb/>διὰ τὸ ἁρπαγῇ πτηνοῦ ἐοικέναι τὰ γιγνόμενα. ἀλλὰ τούτους μὲν
                        τοὺς μύθους <lb/>καὶ τότε γελάσας οἶδα καὶ μνήμης ἠξίωσα οὐ διὰ τὸ ἔχειν τι
                        λόγων ἄξιον <lb/>τὸ πλάσμα, ὅτι δ’ ἐπιδέχεται ὁ τρόπος ἐκτροπὰς μυρίας
                        δεικνύς, ὅταν τις <lb/>
                        <lb n="20"/>τὰς εἰσκρίσεις παραιτησάμενος τίθεσθαι μετὰ τὰς ἐκ τῆς μητρὸς
                        ἀποκυήσεις <lb/>εἰς τὰ κατὰ γαστρὸς ἔτι ὄντα καὶ τὴν ἐνταῦθα ἀδηλίαν ἐπάγῃ
                        τὰ γιγνόμενα. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="4"/>τὸν μὲν οὖν καιρὸν ἀφορίσαι τῆς εἰσκρίσεως
                        τοῖς οὕτω δόξασι λέγειν τὸν <lb/>Πλάτωνα δύσκολον, ἀγὼν δὲ οὐχ ἥττων ἔσται
                        αὐτοῖς πειρωμένοις δεικνύναι, <lb/>ὡς ἔξωθεν ἡ ἐμψύχωσις καὶ οὐκ ἀπὸ τοῦ
                        πατρὸς μέρος ψυχῆς συγκαταβάλλεται <lb/>
                        <lb n="25"/>τῷ σπέρματι, καθάπερ φύσεως, εἴπερ ἄρα τῇ καταβολῇ ἡ ἐμψύχωσις·
                        <lb/>πῶς 〈δ’〉 οὐ μέρος ψυχῆς τῆς μητρός, εἰ ὅταν πλασθῇ γίγνοιτο ἡ <pb n="36"/> εἴσκρισις ἢ ὅταν τὸ πρῶτον κινηθῇ; ὥσπερ γὰρ αἱ τοῦ σώματος
                        ὁμοιότητες <lb/>μηνύουσι τὸ καὶ ἐκ τῶν πατέρων εἰληφέν(αι) τι ἐκ τοῦ
                        σώματος, οὑτωσὶ <lb/>δεῖ καὶ τὰς κατὰ τὴν ψυχὴν ὁμοιότητας κατηγορεῖν τὸ
                        πόθεν ἐλήφθη αὕτη. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="5"/>ἡμεῖς τοίνυν προηγουμένως μὲν ἐπιδείξομ(εν)
                        ὅτι οὔτε ζῷον ἐνεργείᾳ τὸ <lb/>
                        <lb n="5"/>κυούμενον οὔτε δυνάμει ὡς τὸ ἤδη τὴν ψυχὴν δεδεγμένον, οἷς ἕπεται
                        τὸ <lb/>μετὰ τὴν ἀποκύησιν γίγνεσθαι τὴν εἴσκρισιν· (καὶ συ)γχωρήσ(αντες δὲ)
                        τὸ <lb/>δυνάμει ἢ καὶ ἐνεργείᾳ ζῷον εἶν(αι τ)ὸ ἔ(μ)βρ(υον) αὐτό, (ἐροῦ)μεν
                        ὡς οὐχ <lb/>οἷόν τε οὔτ’ οὖν ἀπὸ τοῦ πατρὸς γεγονέναι τὴν ψύχωσιν οὔτ’ (ο)ὖν
                        ἀπὸ <lb/>τῆς μητρός, ἀλλὰ μόνον ὡς ἔξωθεν, ὡς μηδὲ οὕτως τῷ Πλάτωνι
                        ἀθετεῖσθαι <lb/>
                        <lb n="10"/>τὸν περὶ τῆς εἰσκρίσεως λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><milestone unit="section" n="1"/><p>Πρῶτον μὲν οὖν αὐτὴν μαρτυρόμενοι τὴν ἐνάργειαν πρὸ ὀφθαλμῶν θέσθαι
                        <lb/>ἀξιοῦμεν τὰς εἰδοποιοὺς διαφορὰς τῶν φυτῶν τε καὶ τῶν ζῴων, εἶθ’ οὕτως
                        <lb/>σκέψασθαι, τίσι μᾶλλον προσχωρεῖ τὰ γιγνόμενα περὶ τὰ ἔμβρυα· εἰ
                        <lb/>μὲν γὰρ φαίνοιτο τοῖς ἐπὶ τῶν ζῴων ὄντα παραπλήσια, ζῷον ἀποφαίνειν τὸ <lb/>
                        <lb n="15"/>κυούμενον, εἰ δὲ τοῖς ἐπὶ τῶν φυτῶν, μὴ θαυμάζειν εἰ τῆς γαστρὸς
                        προελθὸν <lb/>ζωοῦται, καθάπερ οὐ θαυμάζομεν πῶς πρὶν ἐκ τοῦ πατρὸς
                        ἀποκριθῆναι <lb/>τὸ σπέρμα μένον ἐν ἑαυτῷ ἀνενέργητόν ἐστιν ὧν πέφυκε
                        δημιουργεῖν <lb/>τῆς μήτρας ἐπιτυχὸν μετὰ τὴν ἔκκρισιν. <milestone unit="section" n="2"/>ἴδια μὲν τοίνυν φυτικῆς <lb/>ζωῆς καὶ φυτῶν τὸ
                        τρέφεσθαι μὴ διὰ στόματος, διὰ δὲ τῆς ἐνούσης ἐν ταῖς <lb/>
                        <lb n="20"/>ῥίζαις δυνάμεως, ἣ τὴν περικειμένην ἐν τῇ γῇ τρόφιμον ἰκμάδα
                        ἕλκουσα <lb/>εἰς τὴν προσήκουσαν αὔξην τε καὶ θρέψιν τοῦ κατ’ αὐτὴν
                        διοικουμένου <lb/>κατατάττει· ἴδια δ’ αὖ πάλιν τῶν θνητῶν ζῴων καὶ ἐνσάρκων
                        τὸ διὰ <lb/>στόματος λαμβάνειν τὴν τροφὴν καὶ ἐντὸς ἐν ἑαυτοῖς ταύτην
                        κατεργάζεσθαι <lb/>δι’ ὀργάνων τῶν πρὸς τοῦτο αὐτὸ ὑπὸ τῆς οἰκείας
                        κατεσκευασμένων <lb/>
                        <lb n="25"/>φύσεως· <milestone unit="section" n="3"/>ὅσα τε ἀναπνεῖν διὰ
                        ῥινῶν πέφυκε τῶν ζῴων, τὴν ἐκροήν τε καὶ <lb/>εἰσροὴν τοῦ ἀέρος διὰ τούτων
                        ποιεῖσθαι· κωλυθέντα γὰρ παραχρῆμα πνιγέντα <lb/>διόλλυται μηδὲ πρὸς τὸ
                        ἀκαρὲς ἀντισχεῖν οἷά τε ὄντα πρὸς τὸ κωλῦον τὴν <lb/>συνέχειαν· διὰ μόνης δὲ
                        τῆς καλουμένης ἐντεριώνης διαπνεῖται τὰ φυτά, οἵ <lb/>τε καρποὶ διὰ τῶν
                        καλουμένων μίσχων ὅθεν τυγχάνουσιν ὄντες ἐκκρεμεῖς <lb/>
                        <lb n="30"/>ἐπιχορηγοῦνται τὴν τροφὴν καὶ τὸ πνεῦμα, ἀφ’ ὧν δὴ καὶ
                        ἐκπίπτουσι <lb/>πεπανθέντες καὶ τὸ τέλειον εἰς ἀκμὴν λαβόντες τῆς
                        δημιουργίας· καὶ ἐν ὑγρῷ <pb n="37"/> μὲν πάντῃ κεχυμένῳ τὰ χερσαῖα τῶν ζῴων
                        διόλλυται, ὑγροῦ δὲ περιχύσει <lb/>καὶ παραθέσει καὶ ἕλξει ἐκ γῆς ἀναδίδοται
                        τὰ σπέρματα. <milestone unit="section" n="4"/>εἰ μὲν 〈οὖν〉 καὶ <lb/>τὰ
                        ἔμβρυα διὰ τοῦ στόματος ἐτρέφετο, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς ἐνούσης δυνάμεως <lb/>ἐν
                        τῷ σπέρματι, ἣ τὸ φερόμενον αἷμα καὶ περικεχυμένον τῷ σπέρματι ἐντὸς <lb/>
                        <lb n="5"/>ἐν τῇ μήτρᾳ σπῶσα καθάπερ τὰ φυτὰ ἐκ τῆς γῆς τὴν ἰκμάδα τὸ μὲν
                        κατατάττει <lb/>εἰς αὔξησίν τε καὶ θρέψιν τοῦ ἐμβρύου, τὸ δ’ ὡς περιττὸν
                        ἀφορίζει <lb/>χρήσιμον καὶ τοῦτο ἐσόμενον τελεσιουργηθέντι εἰς τὸν ὄλισθον,
                        ἢ εἴπερ <lb/>ὁμοίως ὡς μετὰ τὴν ἐκ γαστρὸς πρόοδον διὰ τῶν ῥινῶν ἀνέπνει τὰ
                        ἔμβρυα <lb/>ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ, ἀφ’ οὗ δὴ καὶ τὰ μέσα ἠρτημένα ῥίζης
                        τρόπον <lb/>
                        <lb n="10"/>ἢ μίσχου χορίου ἐξῆπται, πάλιν οὖν τοῖς καρποῖς παραπλησίως
                        πεπανθέντα <lb/>ἀποπίπτειν εἰς τὴν γῆν ἐπείγεται, ἢ οἷόν τε ἦν ἄνευ ὑγροῦ
                        πανταχόθεν περικεχυμένου <lb/>κἂν πρὸς μικρὸν ἀντέχειν αὐτά, οὗ δὴ κατὰ
                        τοὐναντίον μετὰ τὴν <lb/>κύησιν τὰ χερσαῖα οὐδὲ πρὸς ὀλίγον ὑπομένει τὴν
                        πανταχόθεν περίχυσιν — <lb/>εἰ μὲν οὖν ὥσπερ ἔφην ἡ κατὰ γαστρὸς τῶν
                        ἐ(μ)βρύων διοίκησις ταῖς τῶν <lb/>
                        <lb n="15"/>ζῴων ὑπῆρχε (π)αραπλησία ἀλλὰ μὴ ἄντικρυς τῇ τῶν φυτῶν, ἐνεχώρει
                        ἂν ἐκ <lb/>τῶν γιγνομένων τὰς πίστεις λαμβάνοντα συγχωρεῖν τοῖς (ἡ)γουμένοις
                        ζῷα <lb/>εἶναι τὰ ἔμ(βρυα)· <milestone unit="section" n="5"/>ἐπειδὴ δὲ τὴν
                        μὲν ὡς ἀλλοτρίαν παραιτεῖται, δι’ ἧς δὲ <lb/>ὡς οἰκειοτάτης, σχεδὸν
                        ὑπεναντίαν ἔχει τῇ μετὰ τ(ὴν) ἐκ γαστρὸς πρόοδον <lb/>ὅταν τὴν τοῦ ζῴου
                        ψυχὴν εἰσοικίσηται, τί παρέντες τῶν συμβαινόντων τὴν <lb/>
                        <lb n="20"/>ἐνάργειαν αὑτοὺς προχείρως (ἀ)πατῶμεν, ἐπείπερ δὴ ζῴοις ἅμα τῇ
                        προκύψει <lb/>ἐντυγχάνομεν, ζῷα καὶ κατὰ γαστρὸς ἔνδον εἶναι λογιζόμενοι; ἢ
                        γὰρ ἐκεῖνα <lb/>ἀθετητέον ἐξ ὧν ὡς φυτὰ ἀλλ’ οὐχ ὡς ζῷα διοικούμενα
                        (ε)ὑρίσκεται ἤ, εἴπερ <lb/>μάχεσθαι τοῖς ἐναργέσιν ἀδύνατον, τῆς μὲν ἐκ
                        φυτοῦ εἰς ζῷον μεταβολῆς <lb/>(ζη)τητέον τὰς αἰτίας, εἴπερ τισὶ τοῦτο
                        παράδοξον ἀλλὰ μὴ φύσεως θείας <lb/>
                        <lb n="25"/>ἔργον εἶναι καταφαίνοιτο, τὸ μέντοι μὴ εἶναι ζῷα τὰ κατὰ
                        γαστρός, ὄντα <lb/>ἐπίσης ἀκίνητα π(ρὶν) ὡς ζῷα ψυχοῦσθαι, ἐατέον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><milestone unit="section" n="1"/><p>Ἀλλ’ ὁ Πλάτων, φασί, λέγει τρίτου μορίου τῆς ψυχῆς τοῦ ἐπιθυμητικοῦ
                        <lb/>μέρος εἶναι τὴν ἐν τῷ σπέρματι φύσιν, τὸ δ’ ἐπιθυμητικὸν δι’ ἡδονῆς
                        <lb/>ἄγεσθαι καὶ λύπης καὶ σιτίων ὀρέγεσθαι καὶ τροφῆς, εἶναι δὲ τὰς μὲν <lb/>
                        <lb n="30"/>ἡδονὰς καὶ τὰς λύπας αἰσθήσεις ἢ ἀναδιδομένας γε εἰς αἴσθησιν
                        κινήσεις, <pb n="38"/> τὰς δὲ ὀρέξεις ὁρμάς· ὥστε αἰσθήσεως καὶ ὁρμῆς ὄντα
                        μέτοχα, οἷς τὸ <lb/>ζῷον τοῦ μὴ ζῴου διενήνοχε, πῶς οὐκ ἂν εἴη ζῷα τὰ
                        ἔμβρυα; <milestone unit="section" n="2"/>οἱ δὲ ταῦτα <lb/>λέγοντες ἀγνοοῦσι
                        καὶ τὰ φυτὰ ζῷα ποιοῦντες, ὡς ἂν καὶ τούτων διοικουμένων <lb/>ὑπὸ φύσεως ἣ
                        μέρος ἦν τοῦ ἐπιθυμητικοῦ τῆς ψυχῆς μορίου, ἡμῖν <lb/>
                        <lb n="5"/>αὐτάρκους ὄντος εἰ τοῖς φυτοῖς παραπλησίως συγχωροῖεν ζῆν τὰ
                        ἔμβρυα <lb/>ἀλλὰ μὴ τοῖς ἰδίως λεγομένοις ζῴοις, εἰ καὶ πάλιν ἐκεῖνοι ὑπὸ
                        σπουδῆς τὸ <lb/>διάφορον φυτοῦ τε καὶ ζῴου ἀναιροῦσι μαχόμενοι ταῖς
                        ἐναργείαις καὶ διὰ <lb/>μείζονος ἀτοπίας πρὸς τὴν προκειμένην ζήτησιν
                        ἀπαντῶντες, οὐδὲ τοῦ <lb/>Πλάτωνος (ὅ)πως μέρος τὸ φυτικὸν τοῦ ἐπιθυμητικοῦ
                        λέγει ξυνιέντες οὐδὲ <lb/>
                        <lb n="10"/>δι’ ἣν αἰτίαν ζῷα τὰ φυτὰ λέγειν οὐκ ἀπαξιοῖ γνῶναι
                        σπουδάσαντες. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="3"/>Πλάτων γὰρ οὐχ ὥσπερ οἱ ἄλλοι τὸ ζῷον τοῦ
                        μὴ ζῴου αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ <lb/>διακρίνουσιν, οὑτωσὶ καὶ αὐτὸς τούτοις τῶν μὴ
                        ζῴων ἀξιοῖ διαφέρειν τὰ <lb/>ζῷα, ζωῆς δὲ καὶ ἀζωίας τὸ διάφορον ποιούμενος
                        εἰκότως καὶ τὰ φυτὰ ὡς <lb/>ἂν ἤδη ζῶντα συμπεριλαμβάνει τοῖς ζῴοις, ἀλλ’
                        ὅμως ἄχρι τῆς προσηγορίας <lb/>
                        <lb n="15"/>τὸ κοινὸν δίδωσι πρὸς τὰ ἰδίως καλούμενα ζῷα καὶ τῆς αὐτοκινήτου
                        <lb/>ψυχῆς μετεσχηκότα. <milestone unit="section" n="4"/>δηλώσει δ’ αὐτὰ τὰ
                        ῥηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ παρατεθέντα <lb/>τό τε δοκοῦν ἑαυτῷ καὶ τὴν ἐκείνων
                        πλάν(ην)· λέγει γὰρ οὕτως· “ἐπειδὴ <lb/>δὲ πάντ’ ἦν τὰ τοῦ θνητοῦ ζῴου
                        ξυμπεφυκότα μέρη καὶ μέλη, τὴν δὲ <lb/>ζωὴν ἐν πυρὶ καὶ πνεύματι ξυνέβαινεν
                        ἐξ ἀνάγκης ἔχειν αὐτό, καὶ διὰ ταῦτα <lb/>
                        <lb n="20"/>ὑπὸ τούτων τηκόμενον κενούμενόν 〈τ’〉 ἔφθινε, βοήθειαν αὐτῷ θεοὶ
                        μηχανῶνται· <lb/>τῆς γὰρ ἀνθρωπίνης ξυγγενῆ φύσεως φύσιν ἄλλαις ἰδέαις καὶ
                        αἰσθήσεσι <lb/>κεραννύντες ὥσθ’ ἕτερον εἶναι ζῷον φυτεύουσιν· ἃ δὴ νῦν ἥμερα
                        δένδρα <lb/>καὶ φυτὰ καὶ σπέρματα παιδευθέντα ὑπὸ γεωργίας τιθασσῶς πρὸς
                        <lb/>ἡμᾶς ἔσχε, πρὶν δὲ ἦν μόνα τὰ τῶν ἀγρίων γένη πρεσβύτερα τῶν ἡμέρων <lb/>
                        <lb n="25"/>ὄντα. πᾶν γὰρ ὅτιπερ ἂν μετάσχῃ τοῦ ζῆν ζῷον μὲν ἂν ἐν δίκῃ
                        λέγοιτο <lb/>ὀρθότατα. μετέχει γε μὴν τοῦτο ὃ νῦν (λέ)γομεν τοῦ τρίτου ψυχῆς
                        εἴδους <lb/>ὃ μεταξὺ φρενῶν ὀμφαλοῦ τε ἱδρῦσθαι λόγος, ᾧ δόξης μὲν λογισμοῦ
                        τε <lb/>καὶ νοῦ μέτεστι τὸ μηδέν, αἰσθήσεως δὲ ἡδεί(ας) καὶ (ἀ)λγεινῆς μετὰ
                        ἐπιθυμιῶν· <pb n="39"/> π(άσ)χον γὰρ διατελεῖ πάντα στραφέντι δ’ αὐτῷ ἐν
                        ἑαυτῷ περὶ <lb/>αὑτό, τὴν μὲν ἔξωθ(εν) ἀπωσαμένῳ κίνησιν τῇ δ’ οἰκείᾳ
                        χρησαμένῳ, τῶν <lb/>αὑτοῦ τι λογίσασθαι κατιδόντι φύσει οὐ παραδέδωκεν ἡ
                        γένεσις. διὸ δὴ <lb/>ζῇ μὲν ἔστι τε οὐχ ἕτερον ζῴου, μόνιμον δὲ καὶ
                        κατερριζωμένον πέπηγε <lb/>
                        <lb n="5"/>διὰ τὸ τῆς ὑφ’ ἑαυτοῦ κινήσεως ἐστερῆσθαι.” <milestone unit="section" n="5"/>τὰ μὲν δὴ τοῦ Πλάτωνος <lb/>ταῦτα, ὅλ(ως) δὲ (του)
                        φιλοσόφου μηδὲν ξυνιέναι κινδυνεύουσιν οἱ ζῷον <lb/>ἡγούμενοι τὸ ἔμβρυον
                        (κατὰ) τὸν Πλάτωνα ὡς νῦν ζητοῦμεν εἰ ζῷον· εἰ <lb/>μὲν γὰρ παρὰ τὸ ζῆν
                        καλεῖν τις ζῷον ἐθέλοι, συγχωροῦμεν, τὴν δ’ αὐτοκίνητον <lb/>ψυχὴν ἣν κυηθὲν
                        ἴσχει μηδ’ αὐτόν πως συγχωρεῖν τὸν Πλάτωνα <lb/>
                        <lb n="10"/>ἔχειν διαβεβαιούμεθα, ζῷον δ’ οὕτως εἶναι ὡς τὰ φυτά. <milestone unit="section" n="6"/>τίς οὖν ἡ αἴσθησις <lb/>καὶ ἡ ὄρεξις τῶν φυτῶν;
                        ὁμώνυμος, φησὶν ὁ Πλάτων, καὶ οὐχ ἡ αὐτὴ <lb/>τῇ τῶν ἰδίως καλουμένων ζῴων·
                        τὸ γὰρ (ὁ)μών(υμον) παριστὰς ἔφη· “τῆς <lb/>ἀνθρωπίνης συγγενῆ φύσεως φύσιν
                        ἄλλαις ἰδέαις καὶ αἰσθήσεσι κεραννύντες <lb/>ὥσθ’ ἕτερον ζῷον εἶναι
                        φυτεύουσι” τὰ ἥμερα δένδρα καὶ τὰ σπέρματα. <lb/>
                        <lb n="15"/>ἄλλαις οὖν αἰσθήσεσι καὶ ἄλλαις ὀρέξεσι χρῆται τὰ φυτὰ καὶ
                        ἑτέρως ἐστὶ <lb/>ζῷα ἢ ὡς [τὰ φυτὰ] οἱ ἄνθρωποι· ὥστε κἂν αἴσθησιν ἔχῃ τὰ
                        ἔμβρυα κατὰ <lb/>Πλάτωνα κἂν ὄρεξιν κἂν ζῷα λέγηται, ἀλλ’ ὁμωνύμως γε ἔχει
                        ταῦτα καὶ <lb/>λέγεται ζῷα, τοῖς μέντοι φυτοῖς συνωνύμως, ὡς καὶ αὐτὸν σαφῶς
                        λέγοντα <lb/>δείξομεν. <milestone unit="section" n="7"/>ὡς οὖν τὰ φυτὰ λέγει
                        μετέχειν “τοῦ τρίτου ψυχῆς εἴδους ὃ μεταξὺ <lb/>
                        <lb n="20"/>φρενῶν [τε καὶ] ὀμφαλοῦ 〈τε〉 ἱδρῦσθαι λόγος, ᾧ δόξης μὲν
                        λογισμοῦ <lb/>τε καὶ νοῦ μέτεστι τὸ μηδέν, αἰσθήσεως δὲ ἡδείας καὶ ἀλγεινῆς
                        μετὰ ἐπιθυμιῶν” <lb/>καὶ ὅμως τούτων μέτοχα ὄντα οὐκέτι ζῷα ὡς ζῷα λέγεται
                        τὰ τῆς <lb/>ψυχῆς αὐτοκινήτου μέτοχα, ἀλλὰ μόνον φύσεως παθητικῆς μετέχει,
                        ἣν οὐκ <lb/>ὤκνουν ψυχὴν καλεῖν καὶ τὸ κατ’ αὐτὴν ἐπιφερόμενον τοῖς
                        ὑποκειμένοις <lb/>
                        <lb n="25"/>κίνημα ζωὴν ὁμωνύμως τῷ ἐκ τῆς αὐτοκινήτου προσαγορεύειν, οὕτως
                        τῆς <lb/>αὐτῆς ταύτης δυνάμεως μέτοχα τὰ ἔμβρυα ὄντα καὶ ζῷα κατ’ αὐτὸν καὶ
                        <lb/>ἔμψυχα καλούμενα καὶ αἰσθήσεως μετέχοντα καὶ ἐπιθυμίας οὐκ ἔστιν
                        ἐκείνως <lb/>ζῷα ὡς τὰ τὴν αὐτοκίνητον ψυχὴν κεκτημένα, περὶ ἧς πότε
                        εἰσκρίνεται <lb/>τὴν ζήτησιν τὰ νῦν ἐνεστησάμεθα. <milestone unit="section" n="8"/>πλανᾶσθαι δὲ οὐ χρὴ συγχεομένους <lb/>
                        <lb n="30"/>ὑπὸ τῆς ὁμωνυμίας, ἀλλ’ ὥσπερ λέγοντος παιδεύεσθαι τὰ φυτὰ ﻿<pb n="40"/> ὑπὸ γεωργίας καὶ τιθασσῶς πρὸς ἡμᾶς ἴσχειν, πρὶν δὲ εἶναι μόνα
                        〈τὰ〉 ἄγρια, <lb/>οὔτε νοῦν διὰ τοῦτο καὶ λογισμὸν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἦθος
                        ἐκδεχόμεθα, ἐφ’ ὧν <lb/>κυρίως παιδεία καὶ τιθασσεία καὶ ἀγριότης λέγεται,
                        κατὰ μεταφορὰν δὲ ἢ <lb/>καὶ ὁμωνύμως, οὕτως καὶ τὰς αἰσθήσεις καὶ τὰς
                        ὀρέξεις καὶ τὰς ἐπιθυμίας <lb/>
                        <lb n="5"/>ἀκουστέον τὰς κατὰ ἀναλογίαν καὶ ὁμωνύμως λεγομένας ἀλλ’ οὐχὶ τὰς
                        ἐκ <lb/>ψυχῆς τῆς αὐτοκινήτου ἀποδιδομένας, περὶ ἧς τῆς εἰσκρίσεως ἐνέστηκεν
                        <lb/>ἡμῖν ὁ λόγος συγχω(ρ)οῦσι τῆς μὲν ὡς ἑτέρως καὶ πληγαῖς καὶ πάθεσι
                        <lb/>λεγομένης ψυχῆς ἧς καὶ τὰ φυτὰ μετείληχεν 〈μετ〉έχειν καὶ τὰ ἔμβρυα,
                        <lb/>τῆς δ’ αὐτοκινήτου πρὸ τῆς ἐκ γαστρὸς ἐξόδου ἄμοιρα εἶναι καὶ κατὰ <lb/>
                        <lb n="10"/>Πλάτωνα, κἂν τὰ μάλιστα αἰσθήσεως καὶ ἡδονῆς τῆς φυτικῆς
                        (ὑπά)ρχῃ <lb/>μέτοχα. <milestone unit="section" n="9"/>ὅλως γὰρ ὁ ἀνὴρ
                        ἔοικεν οὐχ ὥσπερ οἱ ἄλλοι τὰς αἰσθήσεις τάττουσιν <lb/>ἐπὶ τὴν γιγνομένην
                        τύπωσιν ἐν ψυχῇ διὰ [τῆς] τῶν αἰσθητηρίων <lb/>προσπαθεί(ας) γενομέν(ης,
                        ο)ὑτω(σὶ) καὶ αὐτ(ός), ἀλλὰ τ(ὴν σω)ματ(ικ)ὴν <lb/>κίνησιν, ἧς μετέχει καὶ
                        τὰ φυτά, αἴσθησιν καλεῖν, τὴν δὲ τῇ σωματικῇ κινήσει <lb/>
                        <lb n="15"/>τῆς ψυχῆς σύζυγον κίνησιν δόξαν προσαγορεύειν, ἐξ ἀμφοῖν τε τῆς
                        <lb/>τε ἀλόγου παθητικῆς κινήσεως, ἣν αἴσθησιν προσαγορεύει ἀλλ’ οὐ κίνησιν
                        <lb/>αἰσθητηρίων, καὶ τῆς δόξης, ἣν οἱ ἄλλοι τύπωσιν τῆς ψυχῆς εἶναι
                        τίθενται, <lb/>συνιστάναι τῶν αἰσθητῶν τὴν κατάληψιν, καὶ διὰ τοῦτο
                        ἀφοριζόμενος <lb/>τὸ αἰσθητὸν “τὸ δ’ αὖ δόξῃ” φησὶν “μετ’ αἰσθήσεως ἀλόγου
                        περιληπτόν”. <lb/>
                        <lb n="20"/>
                        <milestone unit="section" n="10"/>τὰς πληγὰς οὖν τὰς ἀσυνέτους καὶ ἀγνώστους
                        καὶ ἀφαντάστους † τὰς <lb/>πρὸς τῆς κατ’ αὐτῆς τῆς δοξαστικῆς ψυχῆς
                        συναρμόσας τοῦ γνωρίσματος <lb/>καὶ ἐν τοῖς φυτοῖς τιθεὶς εἰκότως αἰσθήσεως
                        αὐτὰ μετέχειν λέγει· κεφαλαιοῖ <lb/>δὲ τὸν λόγον εἰς τὸ τῆς ψυχῆς ἐκεῖνα μὴ
                        μετέ(χειν) τῆς αὐτοκινήτου <lb/>καὶ δοξαστικῆς τε ὁμοῦ καὶ λογιστικῆς καὶ ὡς
                        ἂν οἱ ἄλλοι φαί(ησαν) αἰσθητικῆς <lb/>
                        <lb n="25"/>τε καὶ ὁρμητικῆς, λέγων· “πάσχον γὰρ διατελεῖ” τὸ φυτὸν “πάντα,
                        <lb/>στραφέντι δὲ αὐτῷ ἐν ἑαυτῷ περὶ αὑτό, τὴν μὲν ἔξωθεν παρωσαμένῳ κίνησιν
                        <lb/>τῇ δ’ οἰκείᾳ χρησαμένῳ, τῶν αὑτοῦ 〈τι〉 λογίσασθαι κατιδόντι φύσει
                        <lb/>οὐ παρέδωκεν ἡ γένεσις”. <milestone unit="section" n="11"/>ταὐτὸ δ’ ἄν
                        τις εἴποι καὶ ἐπὶ τοῦ ἐμβρύου, καὶ <lb/>ἔτι γε μᾶλλον 〈ὃ〉 ἐπάγει περὶ τοῦ
                        φυτοῦ, ἐπεὶ κἀκείνῳ ὡσαύτως πρόσεστι· <pb n="41"/> λέγει δέ· “διὸ δὴ ζῇ μὲν
                        ἔστι τε οὐχ ἕτερον ζῴου, μόνιμον δὲ καὶ <lb/>κατερριζωμένον πέπηγε διὰ τὸ
                        τῆς ὑφ’ ἑαυτοῦ κινήσεως ἐστερῆσθαι.” ἐρριζωμένον <lb/>γὰρ καὶ τὸ ἔμβρυον ἐξ
                        ὀμφαλοῦ μένει ἐντός, ζῷον μὲν [καὶ] ἀπὸ <lb/>τοῦ ζῆν κληθέν, τῆς δ’
                        αὐτοκινήτου ψυχῆς οὐδέπω μετέχον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><milestone unit="section" n="1"/><lb/><lb n="5"/><p>Ἀλλὰ κινεῖσθαί φασι τὰ ἔμβρυα μεταβατικῶς κατὰ τόπον θέρμης τε <lb/>διαπύρου
                        αἴσθησιν λαμβάνειν σκιρτῶντα ὅταν τῇ γαστρὶ τῆς μητρὸς ἐν <lb/>τοῖς
                        βαλανείοις ὁ διάπυρος ἀὴρ 〈περι〉πέσῃ, οἱ δ’ ἔτι γενναιότερον ἱστάμενοι
                        <lb/>καὶ τὰς ἀτόπους ἐπιθυμίας, αἷς κατὰ τὸν καιρὸν τοῦ κύειν αἱ μητέρες
                        <lb/>ἐνίσχονται οὔτ’ οὖν πρότερον εἰς πεῖραν αὐτῶν ἀφιγμέναι οὔθ’ ὅταν
                        ἀποτέκωσιν <lb/>
                        <lb n="10"/>εἰς τὸ ὅμοιον αὐταῖς πάθος ἐμπίπτουσαι, τῶν ἐμβρύων εἶναι·
                        δηλοῦν <lb/>δὲ τὸ ἀποπιμπλάσας μὲν τὰς ἐπιθυμίας τίκτειν ἀβλαβῆ, μὴ τυχούσας
                        <lb/>δὲ τῶν ἐπιθυμητ[ικ]ῶν παράσημα τίκτειν καὶ τύπον φέροντα ἐν τῷ
                        <lb/>σώματι τῆς τῶν ὀρεχθέντων ἐλλείψεως. <milestone unit="section" n="3"/>μηνύειν τε οὐχ ἥκιστά φασι τὴν <lb/>τῆς ὁρμητικῆς μέθεξιν τοὺς τοκετούς·
                        δύστοκα μὲν γὰρ εἶναι τὰ τεθνηκότα <lb/>
                        <lb n="15"/>ὡς ἂν μὴ συνορμῶντα τῇ φύσει πρὸς τὴν ἔξοδον, ἀργότερα δὲ τὰ
                        <lb/>θήλεα ὡς ἂν ὄντα βραδυκίνητα· οὐκ εἶναι δ’ αὐτάρκη τὴν ὁρμὴν τῆς μητρὸς
                        <lb/>ἐξῶσαι τὸ ἔμβρυον μὴ καὶ ὁρμῆς συνεκδιδομένης παρὰ τοῦ τικτομένου
                        <lb/>ἐπὶ τὰ ἐκτός. <milestone unit="section" n="4"/>ἐγὼ δ’ εἰ ἅπαξ ἐφ(εῖν)αι
                        τοῖς λήροις χρή, συνευπορήσαιμ’ <lb/>ἂν αὐτοῖς εἰς τὸ καὶ συμφαντάζεσθαι καὶ
                        συνδοξάζειν λέγειν τῇ μητρὶ <lb/>
                        <lb n="20"/>τὰ ἔμβρυα ὡς ἂν τῆς φανταστικῆς τε καὶ δοξαστικῆς μετέχοντα
                        ψυχῆς· <lb/>ὡμολόγηται γὰρ ὡς πολλά τε τῶν ζῴων, ἀτὰρ δὴ καὶ (γ)υναῖκες ἐν
                        <lb/>ταῖς ὀχείαις ὧν ἂν ἐκ τοῦ αὐτοῦ γένους τὰ εἴδη ταῖς φαντασίαις
                        ἐγκολπίσωνται, <lb/>ἐκείνοις ὁμοιότατα τίκτειν· διὸ καὶ εἰκόνας πρὸς ἵππων
                        τε καὶ <lb/>κυνῶν καὶ (περ)ιστερῶν (καὶ) μέντοι καὶ πρὸς γυ(ναικός) τι(ν)ος
                        κάλλος <lb/>
                        <lb n="25"/>εἰδῶν ἠσκημένας τίθεμεν, ὡς ἐμβλεπούσας καὶ εἰς μνήμην
                        ἀναλαμβανούσας <lb/>τὰ εἴδη τὰς ὀχευομένας τίκτειν τὰ παραπλήσια. <milestone unit="section" n="5"/>ἕτοιμον οὖν κατηγορεῖν <lb/>ὡς οὐκ ἂν τοῦτο
                        ἐγίγνετο, εἰ μὴ ψυχῆς φανταστικῆς ἦν μέτοχα τὰ σπέρματα· <lb/>πῶς γὰρ γὰρ
                        ἄλλου φανταζομένου ἄλλο ἀμέτοχον φαντασίας κατὰ τὴν <lb/>τοῦ φανταζομένου
                        ἐκινήθη διάθεσιν; ὅμοιον γὰρ ὡς εἰ καὶ σοῦ παθόντος <pb n="42"/> ἐγὼ μὴ
                        παθὼν ἔπασχον διὰ τὸ ἐν ταὐτῷ οἰκίσκῳ, εἰ δὲ βούλει δεσμῷ σὺν <lb/>σοὶ
                        περιέχεσθαι. </p></div></div></body></text></TEI>