<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0530.tlg006.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><milestone unit="section" n="1"/><head>[Γαληνοῦ] πρὸς Γαῦρον περὶ τοῦ πῶς ἐμψυχοῦται <lb/>τὰ ἔμβρυα.</head><p>Τὸ περὶ τῆς εἰς τὰ σώματα τῶν ψυχῶν εἰσκρίσεως ζῳογονίας ἕνεκα <lb/>δόγμα
                        πολλῆς ἀπορίας οὐχ ἡμᾶς, ὦ Γαῦρε, μόνους, ἀλλὰ καὶ τοὺς προηγουμένως
                        <lb/>εἰς τὴν ζήτησιν αὐτοῦ καθέντας ἐμπέπλη(κ)ε, κοινῶς μὲν τῶν <lb/>φυσικῶν
                        καὶ σχεδὸν τῶν ἰατρ(ῶν) πάντ(ων) ἀπορησάντ(ων), πότερον χρὴ ζῷα <lb/>
                        <lb n="5"/>ἡγεῖσθαι τὰ ἔμβρυα ἢ φυτικῶς ζῆν αὐτὰ μόνον, τῆς μὲν ἰδιότητος
                        τοῦ ζῴου <lb/>ἐν αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ συνισταμένης, τῆς δὲ τῶν φυτῶν ἐν
                        θρεπτικῇ τε καὶ <lb/>αὐξητικῇ χωρὶς αἰσθήσεώς τε καὶ ὁρμῆς θεωρουμένης· ὅθεν
                        τῶν ἐμβρύων <lb/>φαντασίας μὲν χωρὶς καὶ ὁρμῆς διεξαγόντων, αὐξητικῶς δὲ καὶ
                        θρεπτικῶς <lb/>μόνον διοικουμένων — μαρτυρεῖ γὰρ ἄμφω τὰ γιγνόμενα — φυτὰ
                        μὲν ἢ <lb/>
                        <lb n="10"/>φυτοῖς ὅμοια συγχωρεῖν, ζῷα δ’ ἡγεῖσθαι διὰ τὸ μέλλειν ἐκ
                        γαστρὸς προελθόντα <lb/>ζωοῦσθαι μὴ προπετὲς ᾖ καὶ ἀνδρῶν ἀβασανίστως
                        μεμελετηκό(των) <lb/>ταῖς τῶν πολλῶν δόξαις συνήκειν· <milestone unit="section" n="2"/>ἰδίᾳ δ’ αὖ πάλιν τῶν καὶ ζωικῆς ψυχῆς <lb/>αὐτὰ
                        μετέχειν ὑπειληφότων ἀμφισβητησάντων, πότερον καὶ ἐνεργείᾳ ζῷα <lb/>χρὴ
                        λογίζεσθαι τὰ ἔμβρυα ἢ δυνάμει μόνον, οὐκ ἐνεργείᾳ — ἦν δὲ τὸ μὲν δυνάμει, <lb/>
                        <lb n="15"/>ὅ μήπω δεδεγμένον τὴν δύναμιν οἷόν τ’ ἦν ταύτην ἀνα(δ)έξασθαι,
                        ὡς ὁ παῖς τὴν <lb/>γραμματικήν, τὸ δὲ δεξάμενον, ὅταν μὴ ἐνεργῇ κατὰ ταύτην,
                        ὡς ὁ παῖς ὅταν <lb/>γραμματικὸς γενόμενος πρὸς ἄλλοις ὢν ἢ καθεύδων μήτε
                        γράφῃ μήτ’ ἀναγιγνώσκῃ <lb/>— τῶν δυνάμει ζῷα λεγόντων τὰ ἔμβρυα οὐ κατὰ τὸ
                        ἐπιτηδείως ἔχειν <lb/>ψυχοῦσθαι κατηγορούντων αὐτῶν τὸ δυνάμει, κατὰ δὲ τὸ
                        δεδεγμένον τὴν <lb/>
                        <lb n="20"/>ψυχὴν καὶ ἡσυχάζον ἐξηγουμένων τοῦτο, ὡς ἂν τοῦ κατ’
                        ἐπιτηδειότητα δυνάμει <lb/>καὶ πρὸς τῶν μήπω ζωικῆς ψυχῆς αὐτὰ μετέχειν
                        ἡγουμένων συγχωρουμένου. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="3"/>ἆρ’ οὖν καθάπερ ἐν τῷ κάρῳ ἐνίσχονται τῆς
                        αἰσθητικῆς τε καὶ ὁρμητικῆς <lb/>αἱ ἐνέργειαι καίπερ τῆς ψυχῆς παρούσης, ὡς
                        δηλοῖ τοῦ πάθους ἡ λύσις, <lb/>ἢ καθάπερ ἐπὶ τῶν φωλευόντων κατὰ τὸν καιρὸν
                        τῆς φωλείας ἡ μὲν φυτικὴ <lb/>
                        <lb n="25"/>μένει ἐνέργεια (β)ραχυκίνητος, ἡ δὲ αἰσθητική τε καὶ ὁρμητικὴ
                        παντελῶς ἀκίνητος, <pb n="34"/> οὑτωσὶ δὲ κἀπὶ τῶν κατὰ γαστρὸς ψυχῆς
                        παρούσης καὶ † προσελθόντων <lb/>ἔνεστι κάρῳ ἢ φωλείᾳ ἐοικὸς τὸ πάθος, ἢ
                        ἐνερ(γ)εῖ μὲν καὶ αὐτή, ἀσθενῶς <lb/>δὲ καὶ ἐοικότως τῇ διὰ σκελῶν
                        περιπατήσει, ἣν ἐκτελεῖν οὔπω οἷά τε τὰ <lb/>βρέφη, καίτοι κατὰ φαντασίαν
                        κινούντων τε αὐτὰ καὶ συγκαμπτόντων καὶ <lb/>
                        <lb n="5"/>τοπικῶς μετατιθέντων, εἰ καὶ μήπω βαδιστικῶς; <milestone unit="section" n="4"/>ἐκείνως μὲν γὰρ δυνάμει ζῷα <lb/>τὰ κατὰ γαστρός,
                        ὡς μέντοι λέγεται δυνάμει τὰ τὰς ἔξεις ἔχοντα ἡσυχαζούσας, <lb/>οὑτωσὶ δὲ
                        καὶ ἐνεργείᾳ· κατὰ δ’ αὖ τοὺς φυτικῶς μόνον αὐτὰ διοικεῖσθαι <lb/>ἡγουμένους
                        ψυχῆς ἀμοιροῦντα τῆς ὁρμητικῆς τε καὶ αἰσθητικῆς εἰ δυνάμει <lb/>λέγεται
                        ζῷα, κατὰ τὸ ἐπιτηδείως ἔχειν τὴν ζῳοποιὸν ψυχὴν ἀναδέξασθαι, <lb/>
                        <lb n="10"/>οὐ μὴν κατὰ τὸ ἤδη δεδεγμένον ἀργεῖν ῥηθήσεται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><milestone unit="section" n="1"/><p>Εἰ μὲν οὖν μήτε ζῷον ἐνεργείᾳ δειχθείη τὸ ἔμβρυον τῶν ζῴων τῶν <lb/>μὴ ζῴων
                        αἰσθήσει καὶ ὁρμῇ διαφερόντων μήτε δυνάμει ζῷον ὡς τὸ ἤδη <lb/>τὴν ψυχὴν
                        δεδεγμένον εἰ καὶ ἀργούσας ἔχει τὰς τοῦ (συν)αμφοτέρου ἐνεργείας,
                        <lb/>εὔκολος τῷ Πλάτωνι ἡ τῆς εἰσκρίσεως ἀνάγκη καὶ 〈ὁ〉 ὅρος ὁ ταύτης <lb/>
                        <lb n="15"/>γίγνεται· δῆλον γάρ, ὡς ζῴου μὲν μὴ ὄντος τοῦ ἐμβρύου μήτ’ οὖν
                        ἐνεργείᾳ <lb/>μήτε δυν(άμει) ὡς τὸ (ἤδη τ)ὴν ἕ(ξ)ιν δεδ(εγ)μέν(ον) καὶ
                        ἀργοῦν, δυνάμει δὲ <lb/>λεγο(μένου) ζῴου τῷ ἐπιτηδείως ἔχειν ψυχὴν τὴν ἰδίως
                        λεγομένην ζῴου ἀναδέξασθαι, <lb/>ὅτε πρῶτον αἰσθητ(ι)κὸν γίγνεται καὶ
                        ὁρμητικόν, ἀνάγκη καὶ τὴν <lb/>εἴσκρισιν καὶ τὸν καιρὸν τῆς εἰσκρίσεως
                        καταλιπεῖν· ὃ δεῖ γίγνεσθαι μετὰ <lb/>
                        <lb n="20"/>τὴν ἐκ γαστρὸς κατὰ φύσιν γιγνομένην ἀποκύησιν. <milestone unit="section" n="2"/>εἰ δὲ δυνάμει ζῷον ὡς <lb/>τὸ δεδεγμένον τὴν ἕξιν
                        ἢ μᾶλλον ζῷον ἐνεργείᾳ ἦν τὸ ἔμβρυον, δύσκολον <lb/>μὲν τὸν καιρὸν ἀφορίσαι
                        τῆς εἰσκρίσεως καὶ πολύ γε τὸ ἀπίθανον ἔξει καὶ <lb/>πλασματῶδες ὁποῖος ἂν
                        εἶναι ἀφορισθῇ, τοῦ μὲν ὅταν καταβληθῇ τὸ σπέρμα <lb/>τὸν καιρὸν τοῦτον
                        ἀποδιδόντος ὡς ἂν μηδ’ οἵου τε ὄντος ἐν τῇ μήτρᾳ <lb/>
                        <lb n="25"/>γονίμως κρατηθῆναι μήτι γε ψυχῆς ἔξωθεν τῇ εἰσκρίσει ἑαυτῆς τὴν
                        σύμφυσιν <lb/>ἀπεργασαμένης — κἀνταῦθα πολὺς ὁ Νουμήνιος καὶ οἱ τὰς
                        Πυθαγόρου ὑπονοίας ﻿<pb n="35"/> ἐξηγούμενοι, καὶ τὸν παρὰ μὲν τῷ Πλάτωνι
                        ποταμὸν Ἀμέλητα, παρὰ δὲ <lb/>τῷ Ἡσιόδῳ καὶ τοῖς Ὀρφικοῖς τὴν Στύγα, παρὰ δὲ
                        τῷ Φερεκύδῃ τὴν ἐκροὴν <lb/>ἐπὶ τοῦ σπέρματος ἐκδεχόμενοι—τοῦ δ’ ὅταν πλασθῇ
                        πρῶτον τὴν εἴσκρισιν <lb/>τιθέντος τοῦ μὲν ἄρρενος ἐν {λ} ἡμέραις, τῆς δὲ
                        θηλείας ἐν δύο καὶ {μ} διαρθρουμένης, <lb/>
                        <lb n="5"/>καθάπερ ἱστορεῖ ὁ Ἱπποκράτης, τοῦ δὲ τὸν καιρὸν ἀφορίζοντος τῆς
                        εἰσκρίσεως <lb/>ὅταν πρῶτον κινηθῇ τὸ ἔμβρυον· λέγει δὲ καὶ περὶ τοῦ χρόνου
                        ὁ Ἱπποκράτης· <lb/>“ὅταν δὲ δὴ τὰ ἄκρα τοῦ σώματος τοῦ παιδίου ὀζωθῇ ἔξω καὶ
                        οἱ <lb/>ὄνυχες καὶ αἱ τρίχες ἐρριζώθησαν, τότε δὲ καὶ κινεῖται· καὶ χρόνος
                        εἰς τοῦτο <lb/>γίγνεται τῷ μὲν ἄρρενι {γ} μῆνες, τῇ δὲ θηλείᾳ {δ}.”
                            <milestone unit="section" n="3"/>ἤκουσα δ ἤδη τινὸς ἐγὼ διατεινομένου <lb/>
                        <lb n="10"/>πρὸς ἡμᾶς τὴν προθυμίαν τοῦ ἄρρενος τὴν ἐν ταῖς ὀχείαις καὶ τὸ
                        <lb/>συμπαθὲς τῆς μήτρας ἁρπάζειν ψυχὴν ἐκ τοῦ περιέχοντος ἀέρος διὰ τῆς
                        ἀναπνοῆς <lb/>γιγνομένης μετακινήσαντα τὴν φύσιν ἣ χορηγὸς ἦν τοῦ σπέρματος
                        σὺν <lb/>ἰδιότητι ἑλκτικῇ ψυχῆς, διὰ δὲ τοῦ ἄρρενος ὡς διὰ σωλῆνος
                        συνεκθοροῦσαν <lb/>τῷ σπέρματι πάλιν ὑπὸ τῆς ἐν τῇ μήτρᾳ προθυμίας
                        συλλαμβάνεσθαι, ὅταν <lb/>
                        <lb n="15"/>ἐπιτηδείως ἔχῃ πρὸς κράτησιν αὕτη· καὶ διὰ τοῦτο μίγνυσθαι ἄμφω,
                        ὅτι δι’ <lb/>ἀμφοῖν ὁ τῆς ψυχῆς δεσμὸς καὶ ἡ κάθειρξις, σύλληψίν τε εἰρῆσθαι
                        τὸ πάθος <lb/>διὰ τὸ ἁρπαγῇ πτηνοῦ ἐοικέναι τὰ γιγνόμενα. ἀλλὰ τούτους μὲν
                        τοὺς μύθους <lb/>καὶ τότε γελάσας οἶδα καὶ μνήμης ἠξίωσα οὐ διὰ τὸ ἔχειν τι
                        λόγων ἄξιον <lb/>τὸ πλάσμα, ὅτι δ’ ἐπιδέχεται ὁ τρόπος ἐκτροπὰς μυρίας
                        δεικνύς, ὅταν τις <lb/>
                        <lb n="20"/>τὰς εἰσκρίσεις παραιτησάμενος τίθεσθαι μετὰ τὰς ἐκ τῆς μητρὸς
                        ἀποκυήσεις <lb/>εἰς τὰ κατὰ γαστρὸς ἔτι ὄντα καὶ τὴν ἐνταῦθα ἀδηλίαν ἐπάγῃ
                        τὰ γιγνόμενα. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="4"/>τὸν μὲν οὖν καιρὸν ἀφορίσαι τῆς εἰσκρίσεως
                        τοῖς οὕτω δόξασι λέγειν τὸν <lb/>Πλάτωνα δύσκολον, ἀγὼν δὲ οὐχ ἥττων ἔσται
                        αὐτοῖς πειρωμένοις δεικνύναι, <lb/>ὡς ἔξωθεν ἡ ἐμψύχωσις καὶ οὐκ ἀπὸ τοῦ
                        πατρὸς μέρος ψυχῆς συγκαταβάλλεται <lb/>
                        <lb n="25"/>τῷ σπέρματι, καθάπερ φύσεως, εἴπερ ἄρα τῇ καταβολῇ ἡ ἐμψύχωσις·
                        <lb/>πῶς 〈δ’〉 οὐ μέρος ψυχῆς τῆς μητρός, εἰ ὅταν πλασθῇ γίγνοιτο ἡ <pb n="36"/> εἴσκρισις ἢ ὅταν τὸ πρῶτον κινηθῇ; ὥσπερ γὰρ αἱ τοῦ σώματος
                        ὁμοιότητες <lb/>μηνύουσι τὸ καὶ ἐκ τῶν πατέρων εἰληφέν(αι) τι ἐκ τοῦ
                        σώματος, οὑτωσὶ <lb/>δεῖ καὶ τὰς κατὰ τὴν ψυχὴν ὁμοιότητας κατηγορεῖν τὸ
                        πόθεν ἐλήφθη αὕτη. <lb/>
                        <milestone unit="section" n="5"/>ἡμεῖς τοίνυν προηγουμένως μὲν ἐπιδείξομ(εν)
                        ὅτι οὔτε ζῷον ἐνεργείᾳ τὸ <lb/>
                        <lb n="5"/>κυούμενον οὔτε δυνάμει ὡς τὸ ἤδη τὴν ψυχὴν δεδεγμένον, οἷς ἕπεται
                        τὸ <lb/>μετὰ τὴν ἀποκύησιν γίγνεσθαι τὴν εἴσκρισιν· (καὶ συ)γχωρήσ(αντες δὲ)
                        τὸ <lb/>δυνάμει ἢ καὶ ἐνεργείᾳ ζῷον εἶν(αι τ)ὸ ἔ(μ)βρ(υον) αὐτό, (ἐροῦ)μεν
                        ὡς οὐχ <lb/>οἷόν τε οὔτ’ οὖν ἀπὸ τοῦ πατρὸς γεγονέναι τὴν ψύχωσιν οὔτ’ (ο)ὖν
                        ἀπὸ <lb/>τῆς μητρός, ἀλλὰ μόνον ὡς ἔξωθεν, ὡς μηδὲ οὕτως τῷ Πλάτωνι
                        ἀθετεῖσθαι <lb/>
                        <lb n="10"/>τὸν περὶ τῆς εἰσκρίσεως λόγον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><milestone unit="section" n="1"/><p>Πρῶτον μὲν οὖν αὐτὴν μαρτυρόμενοι τὴν ἐνάργειαν πρὸ ὀφθαλμῶν θέσθαι
                        <lb/>ἀξιοῦμεν τὰς εἰδοποιοὺς διαφορὰς τῶν φυτῶν τε καὶ τῶν ζῴων, εἶθ’ οὕτως
                        <lb/>σκέψασθαι, τίσι μᾶλλον προσχωρεῖ τὰ γιγνόμενα περὶ τὰ ἔμβρυα· εἰ
                        <lb/>μὲν γὰρ φαίνοιτο τοῖς ἐπὶ τῶν ζῴων ὄντα παραπλήσια, ζῷον ἀποφαίνειν τὸ <lb/>
                        <lb n="15"/>κυούμενον, εἰ δὲ τοῖς ἐπὶ τῶν φυτῶν, μὴ θαυμάζειν εἰ τῆς γαστρὸς
                        προελθὸν <lb/>ζωοῦται, καθάπερ οὐ θαυμάζομεν πῶς πρὶν ἐκ τοῦ πατρὸς
                        ἀποκριθῆναι <lb/>τὸ σπέρμα μένον ἐν ἑαυτῷ ἀνενέργητόν ἐστιν ὧν πέφυκε
                        δημιουργεῖν <lb/>τῆς μήτρας ἐπιτυχὸν μετὰ τὴν ἔκκρισιν. <milestone unit="section" n="2"/>ἴδια μὲν τοίνυν φυτικῆς <lb/>ζωῆς καὶ φυτῶν τὸ
                        τρέφεσθαι μὴ διὰ στόματος, διὰ δὲ τῆς ἐνούσης ἐν ταῖς <lb/>
                        <lb n="20"/>ῥίζαις δυνάμεως, ἣ τὴν περικειμένην ἐν τῇ γῇ τρόφιμον ἰκμάδα
                        ἕλκουσα <lb/>εἰς τὴν προσήκουσαν αὔξην τε καὶ θρέψιν τοῦ κατ’ αὐτὴν
                        διοικουμένου <lb/>κατατάττει· ἴδια δ’ αὖ πάλιν τῶν θνητῶν ζῴων καὶ ἐνσάρκων
                        τὸ διὰ <lb/>στόματος λαμβάνειν τὴν τροφὴν καὶ ἐντὸς ἐν ἑαυτοῖς ταύτην
                        κατεργάζεσθαι <lb/>δι’ ὀργάνων τῶν πρὸς τοῦτο αὐτὸ ὑπὸ τῆς οἰκείας
                        κατεσκευασμένων <lb/>
                        <lb n="25"/>φύσεως· <milestone unit="section" n="3"/>ὅσα τε ἀναπνεῖν διὰ
                        ῥινῶν πέφυκε τῶν ζῴων, τὴν ἐκροήν τε καὶ <lb/>εἰσροὴν τοῦ ἀέρος διὰ τούτων
                        ποιεῖσθαι· κωλυθέντα γὰρ παραχρῆμα πνιγέντα <lb/>διόλλυται μηδὲ πρὸς τὸ
                        ἀκαρὲς ἀντισχεῖν οἷά τε ὄντα πρὸς τὸ κωλῦον τὴν <lb/>συνέχειαν· διὰ μόνης δὲ
                        τῆς καλουμένης ἐντεριώνης διαπνεῖται τὰ φυτά, οἵ <lb/>τε καρποὶ διὰ τῶν
                        καλουμένων μίσχων ὅθεν τυγχάνουσιν ὄντες ἐκκρεμεῖς <lb/>
                        <lb n="30"/>ἐπιχορηγοῦνται τὴν τροφὴν καὶ τὸ πνεῦμα, ἀφ’ ὧν δὴ καὶ
                        ἐκπίπτουσι <lb/>πεπανθέντες καὶ τὸ τέλειον εἰς ἀκμὴν λαβόντες τῆς
                        δημιουργίας· καὶ ἐν ὑγρῷ <pb n="37"/> μὲν πάντῃ κεχυμένῳ τὰ χερσαῖα τῶν ζῴων
                        διόλλυται, ὑγροῦ δὲ περιχύσει <lb/>καὶ παραθέσει καὶ ἕλξει ἐκ γῆς ἀναδίδοται
                        τὰ σπέρματα. <milestone unit="section" n="4"/>εἰ μὲν 〈οὖν〉 καὶ <lb/>τὰ
                        ἔμβρυα διὰ τοῦ στόματος ἐτρέφετο, οὐχὶ δὲ διὰ τῆς ἐνούσης δυνάμεως <lb/>ἐν
                        τῷ σπέρματι, ἣ τὸ φερόμενον αἷμα καὶ περικεχυμένον τῷ σπέρματι ἐντὸς <lb/>
                        <lb n="5"/>ἐν τῇ μήτρᾳ σπῶσα καθάπερ τὰ φυτὰ ἐκ τῆς γῆς τὴν ἰκμάδα τὸ μὲν
                        κατατάττει <lb/>εἰς αὔξησίν τε καὶ θρέψιν τοῦ ἐμβρύου, τὸ δ’ ὡς περιττὸν
                        ἀφορίζει <lb/>χρήσιμον καὶ τοῦτο ἐσόμενον τελεσιουργηθέντι εἰς τὸν ὄλισθον,
                        ἢ εἴπερ <lb/>ὁμοίως ὡς μετὰ τὴν ἐκ γαστρὸς πρόοδον διὰ τῶν ῥινῶν ἀνέπνει τὰ
                        ἔμβρυα <lb/>ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τοῦ ὀμφαλοῦ, ἀφ’ οὗ δὴ καὶ τὰ μέσα ἠρτημένα ῥίζης
                        τρόπον <lb/>
                        <lb n="10"/>ἢ μίσχου χορίου ἐξῆπται, πάλιν οὖν τοῖς καρποῖς παραπλησίως
                        πεπανθέντα <lb/>ἀποπίπτειν εἰς τὴν γῆν ἐπείγεται, ἢ οἷόν τε ἦν ἄνευ ὑγροῦ
                        πανταχόθεν περικεχυμένου <lb/>κἂν πρὸς μικρὸν ἀντέχειν αὐτά, οὗ δὴ κατὰ
                        τοὐναντίον μετὰ τὴν <lb/>κύησιν τὰ χερσαῖα οὐδὲ πρὸς ὀλίγον ὑπομένει τὴν
                        πανταχόθεν περίχυσιν — <lb/>εἰ μὲν οὖν ὥσπερ ἔφην ἡ κατὰ γαστρὸς τῶν
                        ἐ(μ)βρύων διοίκησις ταῖς τῶν <lb/>
                        <lb n="15"/>ζῴων ὑπῆρχε (π)αραπλησία ἀλλὰ μὴ ἄντικρυς τῇ τῶν φυτῶν, ἐνεχώρει
                        ἂν ἐκ <lb/>τῶν γιγνομένων τὰς πίστεις λαμβάνοντα συγχωρεῖν τοῖς (ἡ)γουμένοις
                        ζῷα <lb/>εἶναι τὰ ἔμ(βρυα)· <milestone unit="section" n="5"/>ἐπειδὴ δὲ τὴν
                        μὲν ὡς ἀλλοτρίαν παραιτεῖται, δι’ ἧς δὲ <lb/>ὡς οἰκειοτάτης, σχεδὸν
                        ὑπεναντίαν ἔχει τῇ μετὰ τ(ὴν) ἐκ γαστρὸς πρόοδον <lb/>ὅταν τὴν τοῦ ζῴου
                        ψυχὴν εἰσοικίσηται, τί παρέντες τῶν συμβαινόντων τὴν <lb/>
                        <lb n="20"/>ἐνάργειαν αὑτοὺς προχείρως (ἀ)πατῶμεν, ἐπείπερ δὴ ζῴοις ἅμα τῇ
                        προκύψει <lb/>ἐντυγχάνομεν, ζῷα καὶ κατὰ γαστρὸς ἔνδον εἶναι λογιζόμενοι; ἢ
                        γὰρ ἐκεῖνα <lb/>ἀθετητέον ἐξ ὧν ὡς φυτὰ ἀλλ’ οὐχ ὡς ζῷα διοικούμενα
                        (ε)ὑρίσκεται ἤ, εἴπερ <lb/>μάχεσθαι τοῖς ἐναργέσιν ἀδύνατον, τῆς μὲν ἐκ
                        φυτοῦ εἰς ζῷον μεταβολῆς <lb/>(ζη)τητέον τὰς αἰτίας, εἴπερ τισὶ τοῦτο
                        παράδοξον ἀλλὰ μὴ φύσεως θείας <lb/>
                        <lb n="25"/>ἔργον εἶναι καταφαίνοιτο, τὸ μέντοι μὴ εἶναι ζῷα τὰ κατὰ
                        γαστρός, ὄντα <lb/>ἐπίσης ἀκίνητα π(ρὶν) ὡς ζῷα ψυχοῦσθαι, ἐατέον. </p></div></div></body></text></TEI>