[256. 257] εἶτα διαρρήδην ἐπιφέρει· ὁ λόγος ἀνθρώπους κυβερνᾶι κατὰ τρόπον σωίζει τ’ ἀεὶ. ἐστιν ἀνθρώπωι λογισμός, ἔστι καὶ θεῖος λόγος· ὁ δέ γε τἀνθρώπου πέφυκεν ἀπό γε τοῦ θείου λόγου, 〈καὶ〉 φέρει 〈πόρους ἑκάστωι〉 περὶ βίου καὶ τᾶς τρσφᾶς. ὁ δέ γε ταῖς τέχναις ἁπάσαις συνέπεται θεῖος λόγος, ἑκδιδάσκων αὐτὸς αὐτούς, ὅ τι ποιεῖν δεῖ συμφέρον. οὐ γὰρ ἄνθρωπος τέχναν τιν’ εὔρεν, ὁ δὲ θεὸς τοπάν. ΧΙΡΩΝ. Unecht, vgl. A. 10. Vorbem. S. 116. [290] Athen. XIV 640D [vgl. S. 115, 26]. καὶ πιεῖν ὕδωρ διπλάσιον χλιαρόν, ἡμίνας δύο. [291] Anecd. Bekk. Antiattic. 98, 32 ἡμιλίτριον· Ἐ. Χίρωνι. [248] Censorin. VII 6 (D. 195) contra eum [Euryphon von Knidos] ferme omnes Epicharmum secuti octava mense nasci negaverunt. [292] Columell. VII 3, 6 E. autem Syracusanus, qui pecundum medicinas diligentissime conscripsit, affirmat pugnacem arietem mitigari terebra secundum ariculas foratis cornibus, qua curvantur in flexu.