92a. Io. Alex. 33, 33: τὸ εἴθε καὶ αἴθε βαρύνεται μέν, οὐ προπερι ad fr. *90. pro εἰ ϲυντεθῇ scr. ἐάν, pro οἶμαι Δωριεῖϲ — λέγειν scr. οἱ μὲν Δωριεῖϲ λέγουϲι et pro φέρει τὸ γα ἐν μιᾷ λέξει exhibui προφέρεται, praeterea. ἐπεκτάϲεωϲ pro ἐκτάϲεωϲ. Caeterum exemplum ϲὺν Γεωργίῳ ad Choeroboscum celebrandum delectum docet hoc fragmentum ex Choerobosco, qui etiam dictione dilatata velut ter repetito λέγω δὴ se prodit, exscriptum esse sed quin Choeroboscus ab Herodiano petiverit, dubium non est. Quum de scriptura agatur, hoc adnotamentum vel ad Orthographiam vel ad libellum περὶ ϲυντάξεωϲ τῶν ϲτοιχείων pertinere videtur, sed etiam in libro περὶ παθῶν locum habuisse opinor, nam saepius idem in diversis libris repetivisse Herodianum notum est.— Elucet ex hoc articulo Herodianum de accentu epectasis γα aliter sensisse atque de γέ. ad fr. 91. cf. Ahrens de dial. Dor. p. 248 cum not. 6. ad fr *92. Congruit hoc adnotamentum cum lo. Alex. 34, 9. De epectasi 8 cf. II. Pr. B 346, Θ 110, 409.443, 17, Schol. sd Od. δ 665. Lehre quaest. ep. p. 131: de οἶκον δέ, ἀγρὸν δέ, ἅλαδε, φύγαδε Il. Pr Π 697, Lehre q. ep. p. 41, Lob. El. D 241. κανών ἐϲτιν ὁ λέγων, ὅτι τὰ κατὰ φωνὴν παραχθέντα εἰϲ δε, μηδὲν πλέον τοῦ πρωτοτύπου ϲημαίνοντα πρὸ μιᾶϲ ἔχει τὸν τόνον· ἔνθα ἐνθάδε, τοῖοϲ τοιόϲδε, τῆμοϲ τημόϲδε, τηνίκα τηνικάδε. 93. E. M. 645, 1, Favorin. Ecl. 334, 31: ὄχεϲφιν: δεῖ γινώϲκειν, ὅτι τὸ ὄχεϲφιν καὶ ὄρεϲφιν ὁ μὲν Δίδυμοϲ λέγει γεγονέναι ἀπὸ τῆϲ ὄχεϲι καὶ ὄρεϲι δοτικῆϲ τῶν πληθυντικῶν κατ’ ἐπένθεϲεν τοῦ φ. ὁ δὲ Τρύφων ἐναντιοῦται αὐτῷ λέγων, ὅτι οὐ δύναταιἀπὸ δοτικῆϲ γενέϲθαι, ἐπεὶγενικῆϲ ϲπᾶται δὲ ὡϲ τὸ τῆλε καὶ ὧδε, ἀλλὰ παροξύνεται, ὅτι περιττή ἐϲτιν ἡ θε ϲυλλαβή. cf. Io. Al. 5, 18, Mon. 27, 6. 92b. Ep. Hom. 142,22: ἐμέθεν, ϲέθεν, ἕθεν ὁ Ἡρωδιανὸϲ ἐκ τοῦ ἐμέ, ϲέ, ἕ καὶ κατ’ ἐπέκταϲιν τῆϲ θεν. cf. Arcad. 179, 18, Priscian. XIII 2 p. 561 Krehl. 92c. Mon. 44, 27: οἶϲθα. ὅϲα εἰϲ θᾶ λήγει δεύτερα πρόϲωπα ἐπεκτεταμένα, ταῦτα ἀποβολῇ τῆϲ θα ϲυλλαβῆϲ καταλείπει ῥητὸν τὸ ῥῆμα οἷον λέγῃϲθα λέγῃϲ, βάλῃϲθα βάλῃϲ, ἦϲθα ἦϲ· μόνον δὲ τὸ οἶϲθα τοιοῦτον οὐκ ἀνεδέξατο. αἴτιον δὲ τὸ πάθοϲ. cf. l. Pr. 7 270, Φ 186, Choer. 868, 4. 92d. Il. Pr. Α 129: δῷϲι. Ζωΐλϲ ὁ Ἀμφιπολίτηϲ καὶ Χρύϲιπποϲ ὁ Ϲτωϊκὸϲ ϲολοικίζειν οἰονται τὸν ποιητήν, ἀντὶ ἑνικοῦ πληθυντικῷ χρηϲάμενον ῥήματι· τὸ γὰρ δῷϲί φαϲι πληθυντικόν. ἀγνοοῦϲι δέ· ἔϲτι γὰρ τὸ δῷ ἑνικὸν ἐπεκτεταμένον ὡϲ τὸ λέγῃ λέγῃϲι, φέρῃ φέρῃϲι· τοιοῦτόν ἐϲτι καὶ τὸ ἐν Ὀδυϲϲείᾳ (α 168) τὸ «φῇϲιν ἐλεύϲεϲθαι» καὶ τὸ εἰϲόκε μοι μάλα πάντα πατὴρ ἀποδῷϲιν ἕεδνα» (θ 318). cf. Ο 359.