<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0087.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="34"><p>34. 
Ε. M. 171, 7: αὕϲιον. καὶ ὁ μὲν Ἴβυκοϲ αὔϲιον λέγει οἶον «οὐ
γὰρ αὔϲιον παῖϲ Τυδέωϲ (fr. 12 Bergk)· ὁ δὲ Ἀλκμὰν « ταυϲία παλλακίω
(fr. 88 Bergk ὁ δὲ ποιητὴϲ κατὰ διάϲταϲιν καὶ τροπὴν τοῦ
<lb n="15"/> α εἰϲ η «τηϋϲίην ὁδόν » ( Οd. γ 316). οὐδεὶϲ γὰρ τὸν ϲχηματιϲμὸν αὐτοῦ</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="34a"><p>34a. 
E. M. 749, 23: ταί γε (Γ 5) ὄρθρον εὐθείαϲ τῶν πληθυντικῶν
Δωρικῶϲ. λέγουϲι γάρ, ὅτι τὰ ϲύμφωνα, ἅπερ ἔχει ἡ εὐθεῖα τῶν
δυϊκῶν, θέλει ἔχειν καὶ ἡ εὐθεῖα τῶν πληθυντικῶν, άχητε Λάχητεϲ,
<lb n="20"/> ὁμοίωϲ καὶ ἐπὶ ἄρθρων τὼ ξύλω, τὰ ξύλα. οὕτω καὶ τὰ Μούϲα ταὶ
Μοῦϲαι καὶ τὰ ταί. τὸ δὲ «τοί κεν » (Β 346) ἐϲτὶ προτακτικὸν ἀντὶ
ὑποτακτικοῦ. καὶ λέγουϲι πῶϲ ἐϲτιν; ἡ εὐθεῖα ὁ καὶ τὸ πληθυντικὸν</p><note type="footnote">apparet. Nam e. g. ἀγήϲ cum producta vocali ὁ μὴ κλώμενοϲ ab ἀαγήϲ abiecto
α privativo propagare non dubitavit ap. Arcad. 23, 22. Helique exempla vocabulorum,
quae modo ϲ habent in principio modo non, hic compono, quum aut
incertum sit, utrum litera adiecta an omissa sit, aut duplex scriptura ex diversa.
originatione pendeat, quo affectio excluditur: St. B 561, 5 Ϲελλοί οἱ Δωδωναῖοι
«ἀμφὶ δὲ Ϲελλοὶ ϲοὶ ναίουϲ’ ὑποφῆταια» (Ιl. Π 234). λέγεται καὶ δίχα τοῦ Ἐλ.
λοί ct. p. 268. 19, St. B. 537, 18 Καρδαμύλη: τὸ ἐθνικὸν Καρδαμυλίτηϲ· πiρὰ δὲ
τῶν ἐγχωρίων Ϲκαρδαμυλίτηϲ λέγεται. St B. 154, 3 Ἄωροϲ πόλιϲ Κρήτηϲ ἀπὸ
Ἀώραϲ νύμφηϲ et p. 265, 12 Ϲάωροϲ ἐκαλεῖτο ἀπὸ Ϲαώραϲ νύμφηϲ. St. B.342,
5 Ἴτων πόλιϲ Θεϲϲαλίαϲ « Ἥτωνά τε μητέρα μήλων». τινὲϲ δὲ Ϲίτωνα αὐτὴν φαϲι
διὰ τὸ ϲιτοφόρον. Choer. Οrth. 260, 29 et Ε. Orion. 143, 18 εἶρω ϲειρά ἐν πλεοναϲμῷ
τοῦ ϲ. p. 260, 21 ϲειρὴν: παρὰ τὸ εἴρω τὸ ϲυμπλέκω (Ε. M. 710, 20 τὸ
λέγω) γίνεται εἴρην καὶ ἐν πλεοναϲμῷ τοῦ ϲ ϲειρήν. Theogn. 135, 21 ϲκνίψ ὀ
μὲν Ἀριϲτοτέληϲ μετὰ τοῦ ϲ λέγει, οἱ δὲ λοιποὶ χωρίϲ. ct. Ep. Ηom. 391 , 6.</note><note type="footnote">ad fr. 33. Apparet totum adnotamentum ab Herodiano profectum esse, non
extremam tantum partem, ad quam solam subscriptio pertinere videtur; de syncopato
genetivo ἀρνόϲ cf. Mon. 34 init. cum Lehrsii adnotatione et de re St. B.
123, 18 Ἄρνη πόλιϲ Βοιωτίαϲ. Ὅμηροϲ «οἵ τε πολυϲτάφυλον τ· Ἄρνην ἔχον»
(ΙΙ. Β 507) καὶ Λυκόφρων «Ἄρνηϲ παλαιᾶϲ γέννα, Τεμμίκων πρόμοι» (v. 644).
δευτέρα πόλιϲ Θεϲϲαλίαϲ ἄποικοϲ Βοιωτίαϲ, περὶ ἦϲ χρηϲμὸϲ «Ἄρνη χρεύουϲα
μένει Βοιώτιον ἄνδρα». — θυγατέρα δέ φαϲιν Αἰόλου τὴν Ἄρνην. — Τάρνη autem
ex lectione, quae ap. St. B. l. c. τ’ Ἄρνην exstat, natum esse iudicat Lehrs
Arist p. 229 not.</note><note type="footnote">ad fr. 34. cf. Lob. El. I 133 et Schmidt. ad Hesych. s. ταύϲιμον.
ad fr. [34a]. Extrema pars de τοί κεν exstat etiam in Ep. Hom. 404, 6. Similiter
Apollonius de pron. 116: ἰδοὺ γὰρ Δωριεῖϲ τοί καὶ ταί, ἀφ’ οῦ τὸ τώ δυϊκὸν
καὶ τά. cf. Ahrens de dial. Dor. p 265 et Aeol. p 127 not. 12.</note><pb n="177"/><p>κατώρθωϲεν. ἐγὼ δὲ ἡγοῦμαι, ὅτι πρῶτον τὸ παρ’ Ἰβύκῳ, δεύτερον
τὸ παρὰ Ἀλκμᾶνι, τρίτον τὸ παρὰ Ὁμήρῳ κατὰ διάϲταϲιν. οὕτωϲ
Ἡρωδιανὸϲ περὶ παθῶν.</p><lb n="35"/></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="35"><p>35. 
S. B. 685, 14: Χάλυβεϲ περὶ τὸν Πόντον ἔθνοϲ ἐπὶ τῷ ποταμῷ <lb n="5"/>
Θερμώδοντι. τούτουϲ Ὅμηρὸϲ Ἁλίζωνάϲ φηϲιν ἐν τῷ μετὰ τοὺϲ Παφλα`γόναϲ
καταλόγῳ (Ιl. Β 856)
<lg><l>αὐτὰρ Ἀλιζώνων Ὁδίοϲ καὶ Ἐπίϲτροφοϲ ἦρχον</l><l>τηλόθεν ἐξ Ἀλύβων, ὅθεν ἀργύρου ἐϲτὶ γενέθλη.</l></lg>
ἤτοι τῆϲ γραφῆϲ μετατεθείϲηϲ ἀπὸ τοῦ «τηλόθεν ἐκ Χαλύβηϲ» ἢ τῶν <lb n="10"/>
ἀνθρώπων πρῶτον Ἀλύβων λεγομένων ἀντὶ τοῦ Χαλύβων.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="36"><p>36. 
E. M. 817, 40: ὁ Ἡρωδιανὸϲ παρὰ τὸ ἄμμοϲ λέγει ψάμμοϲ
πλεοναϲμῷ τοῦ ψ. ϲπανίωϲ. παρὰ τὸ ἄμαθοϲ καὶ ἀμαθύνω καὶ ἠμαθόειϲ,
ὡϲ ἄνεμοϲ ἠνεμόειϲ «παρ’ ἠνεμόεντα Μίμαντα» (Οd. γ 172), ὁμοίωϲ <lb n="15"/>
ἄμαθοϲ ἀμαθόειϲ καὶ ἠμαθόειϲ «Πόλου ἠμαθόεντοϲ» (Ι 153). παρὰ δὲ
ψάμαθοϲ οὐδέτερον.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="37"><p>37. 
E. Gud. 313, 8, E. M. 500, 31: κέκλετο (e. g. Π. Ζ 287):
εἰ παρὰ τὸ κελω λαμβάνεται, πλεοναϲμόϲ ἐϲτι τοῦ κ κέλω κελόμενοι</p><lb n="20"/><p>οἵ ὤφειλεν. ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ Δωριεῖϲ τὴν ἀναλογίαν φυλάττουϲι τῆϲ
εὐθείαϲ τῶν δυικῶν, πλεονάζουϲι τὸ τ καὶ ποιοῦϲιν αὐτὸ τοί ὁμοίωϲ
τῷ «τώ μοι μία ἐγείνατο μήτηρ» (Γ 238)</p></div></div></body></text></TEI>