30. P. M. 494, 9: Καυλωνία ἐκ τοῦ Αὐλωνία κατὰ πλεοναϲμὸν τοὐκ. 31. E. Or. 103, 6: μοχλόϲ. ὁ Ἡρωδιανὸϲ παρὰ τὸ ἔχω τὸ ϲυνέχω, ἐπεὶ καὶ Ὅμηροϲ ὀχῆα λέγει τὸν μοχλόν. 32. Ε. M. 724, 32: ϲπυρίϲ. πλεοναϲμόϲ ἐϲτι τοῦ ϲ ἀπὸ τοῦ πυρόϲ πυρίϲ. Ἡρωδιανὸϲ λέγει, ὅτι τοὺϲ πυροὺϲ ϲπυροὺϲ λέγουϲιν οἱ Ϲυ ρακούϲιοι. παρὰ τοὺϲ ϲπόρουϲ. ἕλω τὸ λαμβάνω. ὁ δεύτεροϲ ἀόριϲτοϲ ἕλον ἑλόμην ἕλου ἕλετο καὶ κατὰ ϲυγκοπὴν ἕλτο καὶ τροπῇ τοῦ λ εἰϲ ν Δωρικῶϲ ὡϲ ἦλθεν ἦνθεν γίνεται ἕντο καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ γ γέντο. 31a. μόρφνοϲ ἢ μορόφονόϲ ἐϲτιν ἢ παρὰ τὴν ὄρφνην ἐϲχημάτιϲται πλεονάϲαντοϲ τοῦ μ κατ’ ἀρχήν, ἵνα ϲημαίνηται ὁ μέλαϲ, ἢ παρὰ τὸ μάρπτω μόρφνοϲ καὶ μόρφνοϲ ὁ ϲυλλαμβάνων, ἐξ οὐ ϲημαίνεται ὁ ταχόϲ. Π. Pros. Ω 316. tiva species est Ἄζα, qua etiam nunc (sc. Herodiani temporibus, nam St. B. Herodianum exscribens servat etiam temporis notationem, licet forsitan ad ipsius aetatem non quadret) Syri utuntur, quare γ pro pleonastico habendum est; sed sunt , qui ex etymo γάζα repetentes nativum putent. ad fr. 30. cf. St. B. 369, 15 Καυλωνία, πόλιϲ Ἰταλίαϲ, ἣν Αὐλωνίαν Ἑκαταῖοϲ καλεῖ, διὰ τὸ μέϲην αὐλῶνοϲ εἶναι. ἀπὸ γὰρ τοῦ αὐλῶνοϲ Αὐλωνία (ex. Mein. emendatione) ὕϲτερον μετωνομάϲθη Καυλωνία, ὡϲ ἀπὸ Μετάβου ἥρωοϲ Μεταπόντιον καὶ Ἐπίδαυροϲ Ἐπίταυροϲ καὶ αἰ Κλαζομεναί Πλαζομεναί et p. 147, 8 ἔϲτι καὶ Αὐλών, ὃν ἐπόλιϲαν Κροτωνιᾶται, ἥτιϲ μετωνομάϲθη Καυλωνία E. M. 170, 7 Αὐλωνία πόλιϲ ὑπὸ Κροτωνιατῶν κτιϲθεῖϲα καὶ ἀπὸ τῶν προκειμένων αὐλώνων ἔχουϲα τὸ ὄνομα. ὕϲτερον δὲ τῷ χρόνῳ Καυλωνία ἐκλήθη. ad fr. 31. cf. Ep. Cr. 1 202, E. M. 592, 13 ἀπὸ τοῦ ἔχω (pro ὄχω) ὀχόϲ καὶ ὀχλόϲ καὶ μοχλόϲ. — lnacertum est, num vere Herodianeum sit, quod legimus in Cr. An. Ox. II 390 μήνυμα παρὰ τὸ μηνύω. τοῦτο παρὰ τὸ ἀνύω, ubi in margine eadem mann scriptum est ὁ Ἡρωδιανὸϲ οὕτωϲ; tum additur ἐν πολλαῖϲ γὰρ λέξεϲι πλεονάζει τὸ μ ἀκάριοϲ μακάριοϲ (de quo cf. E. Or. 101, 16), ἑϲτόϲ ϲτόϲ. cf. L ob. El. 1 112; in E. M. 573, 40 (Choer. Ep. in Psalm. 4, 33), ubi eadem fere referuntur, pro exemplis praeterea proponuntur μία, quod Lobockio placet, et μάλευρον, quod non item. De μία dicit Herod. Dichr. 290, 25: ἴα, ὅπερ λέγεται καὶ μία. cf. Lehrs ad h. l. Eadem urbs, quae ap. St. B. 491 Ὀλύκρη πόλιϲ περὶ Ναύπακτον dicitur, p. 455, 12 Μολυκρία vocatur. ad fr. 32. Ἡρωδιανὸϲ pro corrupto Ἡρόδοτοϲ scripsi. cf. E. Οr. 138, 5 et 143, 14. Si conferas Ep. Cr. I 362, 10: πυρόϲ παρὰ τὴν ϲποράν ἀφαιρέϲει τοῦ ϲ ὡϲ τὸ κάπετοϲ παρὰ τὸ ἔϲκάφθαι καὶ καρίϲ παρὰ τὸ ϲκαίρω καὶ ἀντιθέϲει τοῦ 5 εἰϲ υ· ὤϲπερ παρὰ τὴν ἀγορὰν ἄγοριϲ καὶ ἄγυριϲ ὥϲπερ κιθάρα κίθαριϲ καὶ ϲ- ϲον ἀϲϲότερον τὸ ἀκόλουθον καὶ ὁ ποιητὴϲ εἀϲϲοτέρω καθίϲαϲα παραὶ πυρί» (Od. ρ 572) κατ’ ἀντίθεϲιν ἀϲϲύτεροϲ καὶ ἐν ϲυνθέϲει «ἐπαϲϲύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγεϲ» (Δ 427) καὶ οἱ Ϲυρακούϲιοι δὲ ϲπυροὺϲ αὐτοὺϲ λέγουϲιν ὡϲ καὶ η ϲπυρίϲ διδάϲκει, existimes Herodianum de ϲπυρούϲ idem sensisse atque de ἐρῳδιόϲ, ὅτι ϲπυρόϲ πρὸϲ μὲν τὴν ϲυνήθειάν ἐϲτι πλεοναϲμόϲ, πρὸϲ δὲ τὸν ϲχηματιϲμὸν ἐντελέϲ. Νam ei diversam quantitatem vocum πυρόϲ et ϲπορόϲ (cf. Lob. ΕI. I 122) impedimento non fuisse, quιominus compararet, ex aliis exemplis 33. E. M. 145, 53: Ἄρνη πόλιϲ Βοιωτίαϲ· ἔϲτι δὲ καὶ Θεϲϲαλίαϲ. ἀπὸ Ἄρνηϲ τῆϲ Αἰόλου ὁ δὲ Κράτηϲ φηϲὶ παρὰ τὸ ἄρναϲ. ἐπιτηδεία γὰρ εἰϲ ἄρναϲ τρέφειν ἡ πόλιϲ. καὶ οὐκ ἀπεικόϲ. ὡϲ γὰρ αὐτόϲ φηϲι, καὶ τὴν Κῶν τὴν ἐπιτηδείαν πρὸϲ τὰ πρόβατα τοὺϲ ἐνοικοῦνταϲ Κᾶραϲ οὕτωϲ ὀνομάζειν τῇ οἰκείᾳ φωνῇ. κῶν γὰρ τὸ πρόβατον ὠνόμαϲαν. οὕτω καὶ τὴν Ἄρνην. καὶ γὰρ αὕτη εὔαρνοϲ· ὥϲτε τὴν μὲν Ἄρνην ἀπὸ τῆϲ ϲυγκεκομμένηϲ γενικῆϲ ὠνομάϲθαι, τὴν δὲ Ἀρήνην ἀπὸ τῆϲ ἐντελοῦϲ τῆϲ ἀρῆνοϲ. καλεῖται δὲ καὶ Τάρνη, ὡϲ λέγει Ἡρωδιανὸϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν.