<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0087.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="265"><p>265. 
E. M. 245, 14: δαίφρων: παρὰ τὸ δαῶ δαήϲω καὶ ἐξ αὐτοῦ
δαίφρων· τὰ γὰρ ἀπὸ πρώτηϲ ϲυζυγίαϲ τῶν περιϲπωμένων γινόμενα
ὀνόματα ἢ τῷ ο παραλήγουϲιν ὡϲ τὸ ἁμαρτῶ ἁμαρτοεπήϲ, μιϲῶ μιϲογύνηϲ <lb n="10"/>
ἢ τῷ ι ὡϲ τὸ εἰλῶεἰλίπουϲ, οἰδῶ Οἰδίπουϲ, ἁμαρτῶ ἁμαρτίνουϲ·
οὕτω δαῶ δαήϲω δαίφρων.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="266"><p>266. 
E. M. 430, 24, Theogn. Cr. 11 83, 7: ἡμικύκλιον: τὰ εἰϲ υϲ.
λήγοντα, ὁπόταν μὴ ἀπὸ γενικῆϲ, ἀπὸ δὲ εὐθείαϲ ϲυντίθεται, ἀποβάλλει <lb n="15"/>
τὸ ϲ, βραδύϲ βραδυήκοοϲ, ὀξύϲ ὀξυήκοοϲ, ίβυϲ ιβυφοῖνιξ, θῆλυϲ
θηλύμορφοϲ· οὕτωϲ ὤφειλεν ἡμιϲυκύκλιον· ἀλλὰ δῆλον ὅτι κατὰ ϲυγκοπὴν
ταῦτα γίνεται ἡμίθεοϲ, ἡμίφωνοϲ, ἡμιμέδιμνον, ἡμίκραιρον τὸ ημιϲυ
τῆϲ κεφαλῆϲ καὶ τὸ ἡμιτύμβιον τὸ δίκροϲϲον· ἀλλὰ καὶ ὁ Ἄβρων λέγει,
ὅτι τὰ εἰϲ υϲ ϲυντεθέντα φυλάττει τὸ ῦ, τὸ δὲ ἥμιϲυϲ ἐκβάλλει τὴν <lb n="20"/>
ϲυ ϲυλλαβήν. εὕρηται δὲ παρὰ τοῖϲ παλαιοῖϲ ϲπανίωϲ μετὰ τῆϲ ϲυ
ϲυλλαβῆϲ ὡϲ ἐν τῷ ἡμιϲύχοιροϲ, ἡμιϲύχοινιξ. οὕτωϲ Ἡρωδιανὸϲ ἐν</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="267"><p>267. 
St. B. 126, 6: Ἀρϲυϲία: χώρα τῶν ψόρων καὶ Χίου —οἰνον <lb n="25"/>
ἔχουϲα καλούμενον Ἀρϲυηνόν, οὗ μέμνηται Ϲτράβων ἰδ’ (p. 645)
καὶ τοὺϲ ἐνοικοῦνταϲ τοιώϲδε κλητέον κατὰ ϲυγκοπὴν τῆϲ ϲι. ἦν γὰρ
Ἀρϲυϲιηνόϲ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="268"><p>268. 
Zon. 603, Philem. p. 46: ἔγκαϲι (Ιl. 438): ἐγκάτοιϲι καὶ ἀπὸ <lb n="30"/>
βολῇ τῆϲ τοι ϲυλλαβῆϲ ἔγκαϲιν. οὐκ ἔϲτι δὲ ϲυγκοπή, μάχεται γὰρ
ἐπέκταϲιϲ ϲυγκοπῇ. ἐναντίον γάρ. ἄμεινον οὖν μεταπλαϲμὸν λέγειν.</p><note type="footnote">terea canon de verbis in γω congruit cum Mon. 45, Arcad. 151, 18 (cf. Lob.
Phem. 151); quare non est, cur quin Ἡγέλοχοϲ quasi a barytono repetiverit
Herodianus, cum Lob. El. 1 372 ambigam: Ἡγέλοχοϲ enim ut Ἀρχέλοχοϲ formatum
putavit.</note><note type="footnote">ad fr. *265. Etiam hoc fragmentum Herodianeum esse ex superioribus manifestum
est cf. Schol. ad 0d. 15, 509 et Ep. Cr. I 34 et 115.
ad fr. 266. Verba εὕρηται usque ad finem ex Theognosto sumpta sunt , subscriptio
ex E, M. —Fortasse hic commemoratum et abd epitomatoribus omissum
est Πολύμνια pro Πολυύμια, de quo Ep. l 164, 9 in loco nostro simili: τὰ εἰϲ
υϲ ὀξύτονα ϲυντιθέμενα ἐκβάλλει τὸ ϲ ὦκύϲ ὠκύμοροϲ, ταχύποτμοϲ, βαρυήκοοϲ,
εὐρυάγυια· ϲημειῶδεϲ τὸ «ΤΠολύμνια τ’ ὐρανίη τεο (Ηes. Theogn. 78) τὸ γὰρ
ἀκόλουθον Πολυύμνια· πρόϲκειται «εὸξύτονα» διὰ τὸ ίμιϲυϲ· τοῦτο γὰρ ϲυντιθέμενον
ὅλην ἐκβάλλει τὴν ἐϲχάτην ϲυλλαβὴν, ήμικύκλιοϲ, ἡμίθεοϲ cf. p. 1771, 33
et 344, 21 448, 17.</note><note type="footnote">ad fr. 267 cf. Meinekium ad St. B. et Lob. El. 1 350.</note><pb n="262"/><p>ἔϲτι γὰρ ἐγκάτοιϲι καὶ κατὰ μεταπλαϲμὸν ἔγκαϲιν ὡϲ προβάτοιϲ πρόβαϲιν,
ἄϲτροιϲ ἄϲτραϲιν. οὕτωϲ Ἡρωδιανὸϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="269"><p>269. 
Choer. Diet. 376, 5: δύναται τὸ γουνόϲ καὶ δουρόϲ καὶ μόνον
<lb n="5"/> καθ’ ὑπέρθεϲιν τοῦ ῦ γενέϲθαι ἀπὸ τοῦ γόνυοϲ καὶ δόρυοϲ, ἀλλὰ καὶ
ἀπὸ τοῦ γοῦναϲ γούνατοϲ καὶ δοῦραϲ δούρατοϲ κατὰ ϲυγκοπὴν γουνόϲ
καὶ δουρόϲ. καὶ ἰϲτέον ὅτι κρεῖττόν ἐϲτι κατὰ ϲυγκοπὴν αὐτὰ λέγειν
ἤπερ καθ’ ὑπέρθεϲιν τοῦ ῦ. ἐὰν γὰρ δῶμεν αὐτὰ κοθ’ ὑπέρθεϲιν τοῦ
ῦ γεγενῆϲθαι, δηλονότι καὶ ϲυναίρεϲιϲ τοῦ ο καὶ ῦ παρακολουθεῖ εἰϲ
<lb n="10"/> τὴν οῦ δίφθογγον καὶ δηλονότι βαρύνεϲθαι ὤφειλον ὥϲπερ λάαοϲ λᾶοϲ
καὶ κέαροϲ κῆροϲ καὶ ἔαροϲ ήροϲ. εἰ δὲ κατὰ ϲυγκοπὴν αὐτὰ δῶμεν
γενέϲθαι, ὀξύνονται ὁμοίωϲ τῷ πατέροϲ πατρόϲ, μητέροϲ μητρόϲ, ἀνέροϲ
ἀνδρόϲ.</p></div></div></body></text></TEI>