249b. Schol. ad Od. 175, Choer. D icit. 174, 9, E.M.576, 15: μελαγχροιήϲ: ὀξυτόνωϲ· τοῦτο δὲ κατὰ ϲυγκοπὴν Ἀττικοὶ μελαγχρήϲ. ad fr. *248. uae praecedit explicatio in E.M. παρὰ τὸ πολύ πολυήρηϲ ab epitomatore adlecta est eam quam recepi Herodianeam esse persuadet Arcad. 25, 1 τὸ πλήρηϲ βαρύνεται, πλειήρηϲ (sic Lehrsius qb.ep.156 pro πληήρηϲ emendavit) ὡϲ ξιφόρηϲ, λιγήρηϲ et ocus e libro περὶ παθῶν in E.M.675, 29 πλειάρειν· τὸν γὰρ πλήρην οὕτωϲ ἔφη πλειdρειν. Lobeckius potius ex πλεήρηϲ ortum putat El. 1 339, II 102. ad fr. *249. ef. Lob. El.I 340. Parall. 25. Corruptus est loque St. B. 514 5: ἔϲτι δῆλον ὡϲ ἀπὸ τοῦ Ποιραία Πειραιdτηϲκαὶ Πειραιείτηϲ καὶ καθ’ ὑφαίρεϲιν τῆϲ ἐ διφθόγγου Πειραιάτηϲ, ubi Mein. Τειραιdτηϲ καὶ Πειραιήτηϲ καὶ καθ’ ὑφαίρεϲιν τῆϲ αι διφθόγγου Πειρήτηϲ scribi vult, Lobeck. vero EΙ. ΙΙ 139 Πειράτηϲ a prototypo Πεῖρα scriptum fuisse suspicatur. ad fr. 250. Verba καὶ λέγουϲί τινεϲ — ἀπὸ τοῦ δυάκιϲ καὶ τριάκιϲ accesserunt ex Cod. Parisin. 346 et Ζon. 556, unde etiam auctoris nomen adiectum est. πρὸϲ τούτουϲ scripsi pro τούτου, Lob. πρὸϲ τοῦτο. F ortasse post ϲυνίζηϲιν exciderunt καὶ κατὰ ϲυϲτολήν. ef. Lob. El. I 388. Schol. ad Dionys. 943, 21 τὸ δίϲ καὶ τρίϲ πέπονθε· τὸ γὰρ δυάκιϲ καὶ τριάκιϲ παρ’ Ἀριϲτοφάνει intellegendus videtur poeta, non grammaticus; Schoemann. de partibδus orationis p. 145 dubitat, uter signifcetur. ad fr. [249a]. Videtur autem signifcare syncopen diphthongi ex χερείων cf. Lob. El. 1 340. ad r. [249b ]. cf. Lob. El.I 315, DII 140, Parall. 256. 251. E. M. 52, 18: ἀκραιφνήϲ ὁ καθαρόϲ· κυρίωϲ δὲ ὁ περιφανήϲ παρὰ τὸ ἀκέραιον καὶ τὸ φαίνω ἀκεραιοφανήϲ καὶ ἀκραιφνήϲ ϲυγκοπῇ. οὕτωϲ Ὠρίων. Ἡρωδιανὸϲ δέ φηϲι μὴ γίνεϲθαι δύο ϲυλλαβῶν ϲυγκοπήν. ἀλλ’ ἀκροφανήϲ καὶ ἀκραιφνήϲ τοῦ ο τραπέντοϲ εἰϲ α ὡϲ ἐπὶ τοῦ μεϲοπόλιοϲ μεϲαιπόλιοϲ. 252. E.M. 22, 30: ἅζω: ὁ Ἡρωδιανὸϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν λέγει, ὅτι παραγωγόν ἐϲτιν, ἀπὸ τοῦ ἅγοϲ ἁγίζω καὶ κατὰ ϲυγκοπὴν ἅζω ὡϲ ϲκέλοϲ ϲκελίζω, τεῖχοϲ τειχίζω. δῆλον δὲ ἐκ τοῦ τὸν Ἀλκμᾶνα εἰπεῖν ἁγίϲδεο» ἀντὶ τοῦ ἅζεο. 253. E. Or. 63, 26: ἕρματα: οἱ μὲν παρὰ τὸ εἴρω εἰρμα καὶ ερμα· οἱ δὲ παρὰ τὸ ἔρειϲμα ϲυγκοπῇ ἕρμα· οὕτωϲ Ἡρωδιανόϲ. 254. E. M. 566, 44: Αιμήρη Ἐπίδαυρον· τοῦτο διϲϲόν ἐϲτιν· ὁπότε παρὰ τοῦ λιμένοϲ, λιμενήρη· ἢ παρὰ τοῦ λειμῶνοϲ λειμωνήρη. οὕτωϲ Ἡρωδιανόϲ.