24. E. M. 636, 4: ὀϲταφίϲ πλεοναϲμῷ τοῦ ο καὶ ἀϲταφίϲ πλεοναϲμῷ τοῦ α. ϲταφίϲ γάρ. ϲπάνιον τὸ ϲταφίϲ. ϲχεδὸν γὰρ ἡ ἀνὰ χεῖρα χρῆϲιϲ ἀϲταφίϲ ἔχει. περὶ παθῶν. ad fr. 21. Verba inde ab ἢ usque ad βέλοϲ ex E. M. 613, 3 et Ζon. 1422 adieci porro verba ὁ ἐοικὼϲ βέλει monente Lehrsio eieci, quia ex altera explicatione per o ὁμοιωματικόν huc irrepsisse videntur, in E. Orion. p. 115, 25 Herodiani testimonio postposita sunt. ad fr 22. Ad Herodiani sententiam transformavi Eustathii adnotamentum parum accurate referentis: κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ o ἐκ τοῦ Ἰλεόϲ γέγονε Ὀϊλεύϲ ὁμοίωϲ τῷ κέλλω κτλ, nam ex ll. Pr. Α 264 apparet eum Ὀϊλεύϲ pro antiquiore forma habuisse cf. Lob. El. I 80. Ex Eustathio consequitur etiam baec frustula Ep. Hom. 313, 30 (E. Or. 118, 3, E. M. 613, 23) ὄβριμοϲ γίνεται ἐκ τοῦ βρί ἐπιρρήματοϲ ϲημαίνοντοϲ τὸ μεγάλωϲ καὶ ἰϲχυρῶϲ βρίμοϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ o ὄβριμοϲ. E. M. 620, 4 ἐκ τοῦ κλῶ κλάϲω γίνεται ῥηματικὸν ὄνομα κλάϲ (pro κλᾶϲ) καὶ Δωρικῶϲ κλόξ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ o ὁκλάξ ὡϲ ὁδόξ καὶ ὀκλάζω ad Ηerodianum auctorem referenda esse neque ab eo aliena videtur explicatio nominis ὄνομα: γίνεται παρὰ τὸ νέμῳ ῥηματικὸν6 ὄνομα νόμα, τὸ ἐπιμεριζόμενον ἑκάϲτῳ καὶ νέμον τὴν ϲημαϲίαν, προϲόδῳ τοῦ o ὄνομα Ep. Cr. 1 327, 30 et Choer. Can. 368. 22. ad fr. 23. Lob. El. I 18 Herodianum potius eam sententiam proposuisse opinatur, quae in Schol. ad ΙI XIII 351 proponitur: τὸ ὀρόθυνε τινὲϲ παρὰ τὸ ὅρω καὶ θύνω, ἵν’ ἦ ἐνθουϲιωδῶϲ ὥρμα· ἄμεινον δὲ παραγωγὸν εἶναι atque fortasse sic primitus praeceptum conformatum fuit. ad fr. 24. Pro ἡ εἰϲ α χρῆϲιϲ scripsi ἡ ἀνὰ χεῖρα collata dictione in Mon. 25, 10 ἐν τῇ ἀνὰ χεῖρα ὁμιλίᾳ. Ex hoc fragmento concluserim non accurate Choeroboscum Dictat. 313, 31: τὸ ὄνυξ ὄνυχοϲ ἔννοιαν ἔχει ϲυνθέϲεωϲ· παρὰ τὸ νύϲϲω νύξω γίνεται ὄνυξ τοῦ α ἐπιτατικοῦ μορίου προϲελθόντοϲ οἱονεὶ ᾧτινι πάνι. νύϲϲεταί τιϲ, καὶ λοιπὸν τροπῇ τοῦ α εἰϲ o ὄνυξ —Herodiani sententiam retulisse, quem sine trope vocalis α in o statim ex ο et νύϲϲω vocabulum ὄνυξ proagasse probabile est. 25. E. M. 16, 24: ὀτρυγηφάγοϲ «ὄνου κήλωνοϲ ὀτρυγηφάγου » παρὰ Ἀρχιλόχῳ ἀντὶ τοῦ κριθοφάγου — τρύγη γὰρ ὁ Δημητριακὸϲ καρπόϲ — κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ ο ὡϲ ἐπὶ τοῦ κρυόειϲ ὀκρυόειϲ. 26. E. Gud. 104, 10: βαῦνοϲ τὸ πῦρ ἢ ὁ χυτρόπουϲ ἢ ἡ κάμινοϲ. ἔνθεν καὶ βάναυϲοϲ καὶ κρίβανοϲ ὁ ἔχων κριθάϲ· γέγονε δὲ τὸ βαῦνοϲ πλεοναϲμῷ τοῦ β κατὰ Λάκωναϲ· οὗτοι γὰρ τὸ ἰδεῖν βιδεῖν λέγουϲιν. οὕτω καὶ τὸ αὔϲω αὐνοϲ καὶ βαῦνοϲ. οὕτωϲ Ἡρωδιαν όϲ. 27. Ε. M. 195, 50: βεόδεα: τὰ ποικίλα καὶ πορφυρᾶ ἱμάτια. Ἡρωδιανὸϲ εὕθεα καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ β βεύδεα· παρὰ τὸ εὕδειν. 28. St. B. 7, 4: Ἄβιοι: Αἰϲχύλοϲ Γαβίουϲ διὰ τοῦ γ ἐν λυομένῳ Προμηθεῖ.