190a. Eustath. 890, 9: φαϲὶν Ἀπίων καὶ Ἡρόδωροϲ, ὅτι ἔοικεν ὁ Ῥοδίοϲ ποταμὸϲ παρὰ τὸν ῥόον ὠνομάϲθαι πλεονάϲαντοϲ τοῦ δι ὡϲ καὶ ἐν τῷ πίδαξ. πίαξ γὰρ παρὰ τὸ πιεῖν. καὶ ἐν τῷ πόρδαλιϲ καὶ πάρδαλιϲ· παρὰ τὸ προάλλεϲθαι γὰρ καὶ παράλλεϲθαι. ad fr. *189. Quamquam similis sententia ap. Eustath. 1759, 36 Heraclidi tribuitur, tamen hoc fragmentum ab Herodiano profectum opinor propter extremam partem de κόϲμηθεν, quae fere congruit cum Il. Pr. Δ 222 ἔδυν πληθυντικόν ἐϲτι ϲυγκοπὲν ἀπὸ τοῦ ἔδυϲαν. — εἰ δέ τιϲ λέγοι, ὅτι τὰ ἑνικὰ καὶ τὰ πληθυντικὰ ὁμοφωνοῦντα καὶ ὁμόχρονά ἐϲτιν οἷον ἔλεγον ἐγὠ καὶ ἔλεγον ἐκεῖνοι, ἵϲτω ὅτι ἐκ ϲυγκοπῆϲ ἐϲτι τοῦτο τοῦ ἔδυϲαν· ἐν δὲ τοϲῖ τοιούτοιϲ τρίτοιϲ η ϲυγκοπὴ ἀναδέχεται λῆξιν τὴν αὐτὴν τῇ παραληγούϲῃ τῆϲ γενικῆϲ τῆϲ κατὰ τὴν μετοχήν, ἔϲταϲαν ἔϲταν, ϲτάντοϲ γάρ — ἐκοϲμήθηϲαν ἐκόϲμηθεν, κοϲμηθέντοϲ γάρ. cf. praeterea Choer. Dict. 535, 21 seqq, E. M. 426, 1 ἤλθοϲαν. Ahrens de dial. Aeol. 210 not. 3. Lob. El. I 485. ad fr.190. Codicis scriptura haec est: Διονύϲιοϲ ὁ Ϲίδιοϲ (cod. V ap. Gaisf. hebet Ϲίδιτοϲ, DM cι) πρῶτον (cod. V πρῶτοϲ) ταύτῃ τῇ ἐπιβολῇ ἐχρήϲατο, ᾗπερ χρῶνται οἱ γραμματικοί, ὡϲ τύμβοϲ τυμβίδιοϲ, παῦροϲ παυρίδιοϲ, ϲχίδιοϲ, πτερόν πτερίδιοϲ. ἐχρῆν οὖν εἰπεῖν καὶ τῶν ὑποπτεριδίων ὑπὲρ τῶν ὑποπετεριδίων. Lobeckius Proll. 357 sic locum emendandum existimavit: Διονύϲιοϲ ὁ Ϲυρακόϲιοϲ πρῶτον ταύτῃ τῇ ἐπιβολῇ ἐχρήϲατο οἷϲ γὰρ χρῶνται οἱ γραμματικοὶ ὡϲ ὁμοίοιϲ τύμβοϲ τυμβίδιοϲ, παῦροϲ παυρίδιοϲ, μοῖχοϲ μοιχίδιοϲ, διαφέρει ἀπὸ μακρᾶϲ ἀρχόμενα. ἐχρῆν οὖν ὑποπτέρων ἢ ὑποπτερύγων. Lucem accepti hic Herodiani locus reperto fragmento hymni Alemanici in Dioscoros (cf. Philolog. XXI p. 126 et XXII p. 1 seqq., ubi Bergkius p. 14 nostrum locum disceptavit, ad fr. [190a]. Licet de Ῥοδίοϲ et πίδαξ credamus, tamen πάρδαλιϲ et πόρδαλιϲ vocabulorum portentosa originario ab Herodiano aliena putanda est huc accedit, quod pleonasmus syllabae et simplicis consonae ab Eustathio contunduntur. —Ep. Cr. 176, 26 ἑλκεϲιπέπλουϲ: τὸ ο ἐν ταῖϲ ϲυνθέϲεϲι πολλάκιϲ εἰϲ τὸ ἕ μεταβάλλομεν καὶ τὴν ϲι ϲυλλαβὴν προϲλαμβάνομεν οἶον ἕλκω ἑλκόπεπλοϲ ἑλκεϲίπεπλοϲ· πρῶτοϲ πρωτόλαοϲ Πρωτεϲίλαοϲ, πηγόϲ πηγόμαλλοϲ πηγεϲίμαλλοϲ. ἔνιοι δὲ ἀπὸ μελλόντων αὐτὰ ϲχηματίζουϲι τῶν διπλῶν μὲν ἀναλυομένων, τοῦ δὲ ἑ παρεμπίπτοντοϲ οἷον ἕλξω ἐλξίπεπλοϲ καὶ ἑλκεϲίπεπλοϲ, πήξω πηξίμαλλοϲ καὶ πηγεϲίμαλλοϲ non Herodiani est, qui in compositis a verbis barytonis ἔ nativum, non ex ο mutatum habuit si in his quid Herodiancum est, altera explicatio ἕλξω ἑλξέπεπλοϲ ἑλκεϲίπεπλοϲ magis conveniat iis, quae ap. Theogn. p.81 tradit. cf. etiam Ep. I 431, 9 φθιϲίμβροτοϲ. οὕτωϲ πτερόν πτερίδιοϲ. ἐχρῆν οὖν εἰπεῖν καὶ τῶν ὑποπτέρων ὀνείρων τῶν ὑποπτεριδίων καὶ ὑπερθέϲει τῶν ὑποπετριδίων. οὕτωϲ Ἡρω διανὸϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν. 191. E. M. 256, 20. δεξιτερόκϲ: ὁ Ἡρωδιανὸϲ λέγει, ὅτι ϲυνεξέδραμε τῷ ἄριϲτοϲ ἀριϲτερόϲ καὶ τὸ δεξιόϲ δεξιτερόϲ. τοῦτο γὰρ ϲυνεκδρομή, οὐ πλεοναϲμόϲ, ὥϲπερ, καθὰ παρὰ τὸ πρόβατον γίνεται προβάτερον, οἰόϲ οἰότερον, ὡϲ λέγει Ϲώφρων. τοῦτο γὰρ οὐ λέγεται πλεοναϲμόϲ, ἀλλὰ ϲυνεκδρομὴ τοῦ προβάτερον. οὕτω δεξιτερόϲ ὡϲ ἀριϲτερόϲ. 192. E. M. 537, 31: κρήδεμνον. ὁ Ἡρωδιανὸϲ λέγει, κρήδεμνον λέγεται παρὰ τὸ κάρη καὶ δέμω τὸ κατεϲκευαϲμένον καὶ πεποιημένον εἰϲ κεφαλὴν τῶν νέων. 193. E. Gud. 97, 18: ἄφνω. γέγονε παρὰ τὸ ἀφανήϲ ἀφανῶϲ ὡϲ cuius sententiam recte enucleavit. ure vir illustrissimus de inellectu initii desperat,  quod sicut nunc legitur, sensu caret. Equidem suspicor in verbis principalibus Alcmanem et hymnum in Dioscoros diserte memoratos fnisse et ea, quae primitus exstabant, grammatici describentis ignorantia et librarii neglegentia foede perversa esse. ln Διονύϲιοϲ latere arbitror Διοϲκούρου et πρῶτοϲ vel πρῶτον ex πρώτῳ immutatum esse, ϲιδιοϲ autem esse διὰ τοῦ ιδιοϲ, quod verbis ταύτῃ τῇ ἐπιβολῇ superscripttιm in antecedentem lineam illatum est. quare scribendum opinatus sum Ὕμνου εἰϲ Διοϲκούρουϲ πρώτῳ (sic etiam Apoll. de pron. 334 librum primum indicat) et poetae nomen Ἀλκμὰν excidisse et pro ἐπιβολῇ suspicor παραγωγῇ vel παρολκῇ (cf. 3. P) 357) vel ἐπεκτάϲει (cf. Lehrs q. ep. p. 33, ubi ex Apollonii lexico profertur νηπύτιοι.— ἐπέκταϲίϲ ἐϲτι τοῦ νήπιοι) ponendum esse, nam innuit Herodianus ὑπόπτεροϲ iam satis fecisse et terminationem ιδιοϲ pro οϲ per quandam abundantiam usurpatam esse. ln reliquis Bergkii emenda3ionem amplector. Ab epitomatoribus autem pro iis, quae non intellexerunt, nomina grammaticorum inculcata esse iam supra (fr. 9) vidimus, ubi ex Ἀϲπληδόνα fecerunt Ἀϲκληπιάδην. ad fr. 191. pro τὸ ἄριϲτοϲ ἀριϲτερόϲ scripsi τῷ, pro καὶ post ὥϲπερ καθά, pro πρόβαϲιν —προβάτιον. πρόβατον προβάτερον et post pro προβάτεον iterum προβάτερον. Sic sententia optime procedit: δεξιτερόϲ a δεξιόϲ ad similitudinem adiectivi ἄριϲτοϲ ἀριϲτερόϲ formatum esse pari modo atque οἰότεροϲ ad analogiam formae προβάτερον. Cur autem προβάτερον minus audax et quasi legitimum habuerit , ea fuit causa, quod πρόβατον natura sua primitus adiectivum est. cui se merum substantivum accommodavit. Etiam Ahrensius de dial. Dor. 388 not. προβάτερον scribendum esse suspicatus cst, Lobeckius vero El. I 335 not. 10 proposuit: ὥϲπερ καὶ τὸ πρόβατον γίνεται προβάτειον οἰόϲ οἰάτειον. lam Arist. poet. 21 commemorat δεξιτερόϲ pro δεξιόϲ. ἐξηλλαγμένον ἐϲτὶν ὅταν τοῦ ὀνομαxerunt, τὸ μὲν καταλείπῃ τὸ δὲ ποιῇ οἷον τὸ «δεξιτερὸν κατὰ μαζόνμ» ἀντὶ τοῦ δεξιόν. ad fr. 192. verba κάρη καὶ ex iis, quae in E. M. praecedunt: κρήδεμνον — παρὰ τὸ κάρη καὶ τὸ δέω τὸ δεϲμεύω καρήδεμνον καὶ ϲυγκοπῇ κρήδεμνον τὸ τὴν κεφαλὴν δεϲμεῦον, inserui, nam quin haec Herodiani sententia fuerit, dubitari non potest comparata l. Pr. Π 548: παρὰ τὸ καρή ὀξυνόμενον καρῆθέν ἐϲτι καὶ κρῆθεν ἐν ϲυγκοπῇ. ad fr, 193. Pariter de hoc sentit Apollon. de adv. 580. — dem fere traditur in E. Orion. 17, auctore tacito. ἄφνω· παρὰ τὸ ἀφανὴϲ ἀφανῶϲ ἔδει περιϲπωμένωϲ ἐξέϲτη τὸ ϲ καὶ μετέϲτη ὁ τόνοϲ ἐπειδὴ τὰ εἰϲ ω λήγοντα ἐπὶρρήματα διϲύλλαβα, μὴ ὄντα Δώρια, βαρύνονται, πόρρω, κάτω, ἔξω. Ab Herodiano profectum videtur etiam ap. Orion. p. 33, 19 βλόξ· μαλακόϲ καὶ παρώνυμον εὐϲεβήϲ εὐϲεβῶϲ, εὐγενήϲ εὐγενῶϲ καὶ ϲυγκοπῇ καὶ ἀποβολῇ τοῦ ϲ καὶ ἀναδρομῇ τοῦ τόνου διὰ τὸν χαρακτῆρα. οὕτωϲ περὶ παθῶν. 194. Ep. Cr. I 369, 13: τὸ ἰάπτω καὶ τὸ α ἐκβάλλει «μέγα δ’ ἴψαο λαὸν Ἀχαιῶν» (Α 454). ὡϲ δὲ παρὰ τὸ ἵῶ ξαλοϲ «ἰξάλου αἰγόϲ» (Δ 105), κονίϲω κονίϲαλοϲ, οὕτω καὶ ἴψω ἴψαλοϲ, ἀφ’ οὗ παρὰ Ϲτηϲιχόρῳ «ἀνίψαλον παῖδα» τὸν ἀβλαβῆ.