161. E. M. 385, 54: ἐτεόϲ ὁ ἀληθήϲ ἐκ τοῦ ἐτόϲ κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ ἑ. ἐκ τοῦ εἰμί τὸ ὑπάρχω ἐτόϲ. τὸ γὰρ ἀληθὲϲ ὑπάρχον ἐϲτὶ καὶ πεπηγὸϲ καὶ ὂν ὥϲπερ τὸ ψεῦδοϲ οὐκ ὑπάρχον. 162. E. M. 726, 17 : ϲτερρόϲ. βούλονταί τινεϲ ἀπὸ τοῦ ϲτερεόϲ εἶναι ϲυγκοπῇ ϲτερόϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ ἑτέρου ρ ϲτερρόϲ. ἐμοὶ δὲ δοκεῖ μᾶλλον τὸ ϲτερεόϲ ἀπὸ τοῦ ϲτερρόϲ εἶναι. τὰ γὰρ εἰϲ ναι ἀπαρέμφατα ποιεῖ εἰϲ ροϲ ὀνόματα ἰϲοϲύλλαβα οἷον μιῆναι μιαρόϲ, ῥυπῆναι ῥυπαρόϲ, διῆναι διερόϲ, ϲταθῆναι ϲταθερόϲ, οὕτω ϲτῆναι ϲτερόϲ καὶ ϲτερρόϲ. 159a. II. Pr. Ε 163: ἀἕκονταϲ. ϲτέρηϲίϲ ἐϲτι τοῦ ἑκόντα τὸ ἀέκοντα· διὸ δαϲυντέον τὸ ε· πταίει οὖν Νικίαϲ ψιλῶν τὸ ε. οἴεται γὰρ τῷ ἄκοντα ἐπεντίθεϲθαι τὸ ε ὅπερ οὐκ ἔϲτι· τὸ γὰρ ἄκοντα ϲυναλοιφή ἐϲτι τοῦ ἀέκοντοϲ. 160a. II. Pr. Α 508: μητίετα: ἀπὸ τοῦ μητῖτα κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ ε καὶ ϲυϲτολῇ τοῦ ι ἀπὸ εὐθείαϲ τῆϲ μητίτηϲ κλητικὴ γέγονε μητίετα· καὶ ὁ τόνοϲ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τόπου ἔμεινε μετὰ τὸν πλεοναϲμόν. cf.Α 175. 160b. II. Pr. 538: δαφοινεόν. ὀξύνεται· ἐπὶ γὰρ τῶν εἰϲ οϲ ὀνομάτων ὁ πλεοναϲμὸϲ τοῦ ε φυλάϲϲει τὴν ἐπὶ τέλουϲ ὀξεῖαν κενόϲ κενεόϲ, ἀδελφόϲ ἀδελφεόϲ. ad fr. 159. Ad originationem ab ἐλέφαϲ inductus videtur Od. τ 565. Transiit in E. M. auctore suppresso. ad fr.160. Locum praeeunte Larchero ex E. M. 373, 54 et Gud. 207, 53 sic supplevi pro παρὰ τὸ ἐριϲτικὸν εἶναι τὸ δένδρον πέτραιϲ καὶ ὕδαϲιν. ad fr. 161. cf. Il. Pr. Ϲ 410. τὸ ἐτόϲ ὡϲ θετόϲ, ὃ ϲημαίνει τὴν ὕπαρξιν, ἐξ οὖ τὸ ἀληθέϲ, ὃ καὶ γίνεται ἐτεόϲ. ad Pr. *162. Ex disputationis conformatione βούλονταί τινεϲ —ἐμοὶ δὲ δοκεῖ μᾶλλον et ex argumento Herodianea origo comprobatur. Canonem de adiectivis in ροϲ verbalibus transscripsit Choer. Eprim. in Psalm. 126, 11 sed inepte pro pter pleonasmum epsili comparat cum ϲτερεόϲ ἱερόϲ cf. Lob. El. I 252. Apud Zonaram subscriptum est huic praecepto p. 1668 οὕτωϲ Ὦροϲ ὁ Μιλήϲιοϲ περὶ