142. Ep. Cr. I 416, 15: Τελαμωνιάδηϲ: οἱ μὲν λέγοντεϲ ἀπὸ τοῦ Τελαμώνιοϲ Τελαμωνιάδηϲ ὡϲ Ἥλιοϲ Ἡλιάδηϲ, Δεξιάδηϲ Ἀϲιάδηϲ κατορθοῦϲι μὲν τὴν φωνήν, λύουϲι δὲ τὸ πατρωνυμικόν· ἀπὸ γὰρ κυρίων θέλει παράγεϲθαι τὰ πατρωνυμικά· τὸ δὲ Τελαμώνιοϲ οὐ κύριον, ἀλλ’ ἐπίθετον. ἄμεινον οὖν ἀπὸ τοῦ Τελαμών Τελαμῶνοϲ Τελαμωνίδηϲ καὶ κατὰ πλεοναϲμὸν ποιητικὸν τοῦ α Τελαμωνιάδηϲ. 143. Ep. Cr. I 443,20: Χαλκωδοντιάδηϲ: οἱ μὲν λέγουϲιν ἀπὸ εὐθείαϲ Χαλκωδοντίαϲ γενέϲθαι, οἱ δὲ ἀπὸ Χαλκωδόντιοϲ κτητικοῦ· ἀλλ’ οὐδέποτε τὸ πατρωνυμικὸν ἀπὸ κτητικοῦ γίνεται, ἀλλ’ ἀπὸ κυρίων. ἄμεινον οὖν πλεοναϲμὸν λαμβάνειν. γέγονεν οὖν ἀπὸ τῆϲ περιττοϲυλλάβου γενικῆϲ· ὡϲ γὰρ Ἀγαμεμνονίδηϲ, Τεκτονίδηϲ, οὕτωϲ Χαλκώδοντοϲ Χαλκωδοντίδηϲ καὶ πλεοναϲμῷ τοῦ α Χαλκωδοντιάδηϲ. ad fr. * 138 — * 141. Haec omnia ap. Steph. ex Herodiano fluxisse apparet ex fr. ad (fr. * 142 et * 143. His fragmentis addere potui tertium Ep. Cr. l 261, 5 (E. M. 556, 26) Λαομεδοντιάδηϲ: πᾶϲα γενικὴ εἰϲ οϲ διὰ τοῦ δηϲ ποιεῖ τὸ πατρωνυμικόν. ἔϲτι Λαομέδοντοϲ η γενικὴ καὶ τὸ πατρωνυμικὸν Λαομεδοντίδηϲ· καὶ ὥϲπερ Τελαμών Τελαμῶνοϲ Τελαμωνίδηϲ καὶ ποιητικῷ πλεοναϲμῷ τοῦ α Τελαμωνιάδηϲ, οὕτωϲ καὶ Λαομεδοντιάδηϲ, sed ipsum iam continetur duobus propositis, addidi autem ex hoc Epimerismerum loco in fr. 142 ποιητικὸν ad πλεοναϲμόν. Caeterum iam praecepti conformatio, in quo duae sententiae, e quibus altera praeoptatur, in examen vocantur, Herodianeam originem prodit. Explicatum de patronymicis adnotamentum habemus in Ep 346, 28, in quo ipsa haec Τελαμωνιάδηϲ et Χαλκωδοντιάδηϲ pro exemplis α pleonastici producuntur atque hoc etiam ex Herodiano derivatum vietur et quidem ex libro περὶ παρωνύμων, quum expositio huius doctrinae in Schol. ad Dionys. p. 849 ad Apollonium auctorem referenda sit, cum quo Herodianus ut in aliis materiis consentit. Ex his Schol. comperimus etiam Tryphonem formam Τελαμωνιάδηϲ ἀπὸ τοῦ Τελαμώνιοϲ propagasse. 144. St. B. 3, 12: δοκεῖ ἀπὸ τοῦ Ἀβάντιοϲ εἶναι τὸ Ἀβαντιάϲ ὡϲ ἀπὸ τοῦ Ἑλικώνιοϲ Ἑλικωνιάϲ, Ὀλύμπιοϲ Ὀλυμπιάϲ, Δήλιοϲ Δηλιάϲ. τὸ δὲ Ἀβαντίϲ ἀπὸ τῆϲ Ἄβαντοϲ γενικῆϲ ὡϲ Ἑλικωνίϲ τῆϲ Ἑλικῶνοϲ, Βίϲτονοϲ Βιϲτονίϲ, Αὔϲονοϲ Αὐϲονίϲ. ἴϲωϲ δὲ καὶ τὸ Ἀβαντιάϲ ἀπὸ τοῦ Ἀβαντίϲ παρήχθη ὡϲ ἀπὸ τοῦ Λέϲβοϲ Λεϲβίϲ Λεβιάϲ, Ἀχαιίϲ Ἀχαιιάϲ Ἀχαιιάδων εὐπέπλων» (Ιl. Ε 424). μαρτυρεῖ δὲ τῷ προτέρῳ λόγῳ ἀπὸ τοῦ Ἀβάντιοϲ Ἀβαντιάϲ τὸ Ἀβαντία θηλυκόν, ὅπερ κατὰ βαρβαρικὴν τροπὴν τοῦ β εἰϲ μ ἐλέχθη παρὰ Ἀντιγόνῳ ἐν Μακεδονικῇ περιηγήϲει. 145. E.M. 725, 7: ϲταϲιάζειν; ὁ Ἡρωδιανὸϲ πλεοναϲμὸν λέγει εἶναι ἀπὸ τοῦ ϲτάϲιϲ ϲταϲιάζειν. 146. E. M. 346, 15: ἑξάκλινον, ἑξάπουν. Ἀττικῶϲ μὲν ἕξπουν καὶ ἕξκλινον λέγεται ὥϲπερ καὶ παρὰ τῷ Ϲοφοκλεῖ ἑξπηχυϲτί καὶ παρὰ Πλάτωνι τῷ κωμικῷ ἕξπουν. φυλάττεται γὰρ τὸ τέλοϲ τῶν ἀριθμῶν ἐν ϲυνθέϲει πεντέμηνον λεγόμενον καὶ «ἐν πεντεϲυρίγγῳ ξύλῳ» (Arist. Eqq. 1049) Ἀττικῶϲ· ἡμεῖϲ δὲ πεντάμηνον, Ἀττικοὶ ὀκτώπουν ἡμεῖϲ ὀκτάπουν. εἰ οὖν ἄρα τὸ τέλοϲ τῶν ἀριθμῶν φυλάϲϲεται, ὁ δὲ ἕξ ἀριθμὸϲ τὸ ξ ἔχει, φυλάϲϲει ἄρα τὸ τέλοϲ τοῦ ἀριθμοῦ ὁ ἕξκλινον λέγων.