<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0087.tlg009.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="paragraph" n="128"><p>128. 
Ep. Cr. I 102, 7: γύναι. κατὰ ἀποκοπὴν τοῦ ξ τὸ δὲ παρὰ
Μενάνδρῳ (Mein. ed. min. p. 1033) «ὦ Ζεῦ πολυτίμηθ’ ὡϲ καλαὶ νῷν
αἱ γυναί» εἰ μὲν περιϲπάϲειϲ, ἀποκοπὴ ἐκ τοῦ γυναῖκεϲ, εἰ δὲ ὀξύνειϲ,
<lb n="5"/> ἐκ τῆϲ γυνή εὐθείαϲ. ἐπεὶ δ’ ἔχομεν παρὰ Φερεκράτει τὴν γυνήν αἰτιατικήν
«ὡϲ ἄτοπ’ μητέῤ εἶνάι καὶ γυνήν» καὶ τὴν αἰτιατικὴν τῶν
πληθυντικῶν τὰϲ γυνάϲ «ἀλλ᾿  ὁρῶ τὰϲ γυνάϲ», δῆλον ὅτι αἱ γυναί οὐκ
ἀποκέκοπται. ἔϲτι δὲ καὶ ὦ γυνή παῤ Ἀλκαίῳ. ἡ δὲ γύναιξ εὐθεῖα
ὁμολογεῖται ἐκ τῆϲ γενικῆϲ καὶ τῆϲ τῶν πληθυντικῶν δοτικῆϲ. ϲεϲίγηται
<lb n="10"/> δὲ ὡϲ μονήρηϲ. οὐδὲν γὰρ εἰϲ αιξ ὑπὲρ μίαν ϲυλλαβήν.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="129"><p>129. 
E. Gud. 308, 26: Καύκων θ’ ἐϲ ἕλικαϲ βόαϲ ἀποκοπῇ ἢ ϲυγκοπῇ.
Καύκωνεϲ» «Καυκώνων πτολίεθρον» (Callim. hymn. in lov. 39) καὶ
κατὰ ϲυγκοπὴν ἡ ἀποκοπὴν Καύκων. Ἡρωδιανὸϲ περὶ παθῶν.</p><lb n="15"/></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="130"><p>130. 
E. M. 609, 39, Favorin. Ecl. 299, 23: νώ. ἅπαξ ἐχρήϲατο ταύτῃ
τῇ λέξει ἐν τῇ Ὀδυϲϲείᾳ «νὼ ἀναβηϲάμενοι» (Od. o 475) καὶ ἐν Ἰλιάδοϲ
ε «πρίν γ᾿  ἐπὶ ν τῷδ’ ἀνδρί» (219). ἰϲτέον δὲ ὅτι τὸ νώ καὶ
τὸ ϲφώ ϲὺν τῷ ι τινὲϲ γράφουϲι, λέγοντεϲ ἀπὸ τοῦ νῶϊ καὶ ϲφῶϊ γενέϲθαι
<lb n="20"/> κατὰ ϲυναίρεϲιν τοῦ ω καὶ τοῦ ι εἰϲ τὴν ῳ δίφθογγον. ἀλλ’ ἡ
παράδοϲιϲ οὐκ οἶδε τὸ ι ἐγκείμενον. ἕτεροι κατὰ ἀποκοπὴν λέγουϲι
χωρὶϲ τοῦ ι, ἀλλὰ λέγει ὁ τεχνικὸϲ ὅτι, εἰ ἀπὸ τοῦ νῶϊ καὶ ϲφῶϊ
ἀπεκόπη, ὤφειλε περιϲπᾶϲθαι. ἄλλοι δὲ λέγουϲι, τὸ νώ καὶ ϲφώ οὐκ
ἐγένετο ἀπὸ τοῦ νῶϊ καὶ ϲφῶϊ, ἀλλὰ ταῦτα ἑτέρων θέματά ἐϲτι καὶ
<lb n="25"/> ἐκείνων ἕτερα θέματα. λέγει δὲ ὁ τεχνικόϲ, ὅτι ἀπὸ τοῦ νῶϊ καὶ ϲφῶϊ
γέγονε κατὰ ἀποκοπὴν τοῦ ι καὶ ὀξύνεται ἀναλόγωϲ· καὶ γὰρ τὸ ἐν δυϊκοῖϲ</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="127b"><p>127b. 
Choer. Dictat. 377, 11: τὰ γόνυα καὶ δόρυα γίνεται καθ’ ὑπερβιβαϲμὸν
τοῦ υ γοῦνα καὶ δοῦρα. δύναται δὲ καὶ ἀπὸ τοῦ γούνατα
<lb n="30"/> καὶ δούρατα γενέϲθαι κατὰ ἀποκοπὴν τῆϲ τα ϲυλλαβῆϲ γοῦνα καὶ δοῦρα.</p><note type="footnote">ad fr, * 128. Verba καὶ τὴν αἰτιατικὴν τῶν πληθυντικῶν τὰϲ γυνάϲ «ἀλλ᾿ 
ὁρῶ τὰϲ γυνάϲ ex Choer. Dict. 328, 30, qui ex eodem fonte hausit, adieci;
Μενάνδρῳ pro Μιμνέρμῳ emendavit Mein. cf. Lob. El. 11 306.</note><note type="footnote">ad fr. 129. Emendavit locum corruptum Lob. in El I 377.</note><note type="footnote">ad fr. 130. Verba ex loco Odysseae adieci ex Il. Pr. 219, ubi idem initium
est: ante ὅτι τὸ νώ inserui ἰϲτέον δέ, deinde pro ἔτι γάρ exhibui ἕτεροι. Technicum
Herodianum esse apparet ex simillimis adnotamentis in II. Pr. ε 219, Α 574,
Β 262 et 10. Alex. 23, 23: αἱ δυικαὶ πρώτου καὶ δευτέρου κοιναὶ καὶ ἀπαθεῖϲ
βαρύνονται νῶϊ ϲφῶϊ καὶ αἰτιατικῇ ταύταϲ κατὰ ἀποβολὴν τοῦ ι μονοϲυλλάβωϲ
οἱ Ἀθηναῖοι προφέρουϲι νώ ϲφώ, οὐκ ἔτι περιϲπωμένωϲ, καίτοι τῷ λόγῳ ἀποκοπῆϲ</note><note type="footnote">ad fr. [127b]. Hoc Choeroboscum ex Herodiano sumpsisse docet eius de genetivis
γουνόϲ et δουρόϲ sententia in Mon. p 34, quos quum per syncopen ex.
δούρατοϲ et γούνατοϲ exstitisse putet, necessario δοῦρα et γοῦνα pro apocopatis
habuit. Idem habet E. M. 284, 40.</note><pb n="219"/><p>ω ἀποϲτρέφεται τὴν περιϲπωμένην τάϲιν· διατί δὲ τὸ νῶϊ καὶ
ϲφῶϊ δυϊκαὶ ἀντωνυμίαι ἀποκόπτονται καὶ γίνονται ϲφώ καὶ νώ; ὅτι
οὐδέποτε ἐν τοῖϲ πτωτικοῖϲ τὸ ω εὑρίϲκεται πρὸ τοῦ ι περιϲπώμενον
ἀλλ’ ἢ προπαροξυνόμενον ὡϲ ἐπὶ τοῦ ἥρωϊ ἢ ὀξυνόμενον ὡϲ ἐπὶ τοῦ
Τρωΐ. ἐπεὶ οὖν αὗταί προπεριϲπῶνται, διὰ τοῦτο πάϲχουϲιν, ἵνα διὰ <lb n="5"/>
τῆϲ ἀποκοπῆϲ ἐξαμαυρωθῇ ἡ παράλογοϲ τάϲιϲ. τοῦτο γὰρ ἔπαθον καὶ
ἡ νῶιν καὶ ἡ ϲφῶϊν κατὰ ϲυναίρεϲιν γινόμεναι νῷν καὶ ϲφῷν, ἵνα διὰ
τῆϲ ϲυναιρέϲεωϲ ἐξαμαυρωθῇ ἡ παράλογοϲ τάϲιϲ.</p></div><div type="textpart" subtype="paragraph" n="131"><p>131. 
Choer. 367, 4: τὸ γάλα ἀπὸ τοῦ γάλαξ κατ’ ἔνδειαν τοῦ ξ. (ἡ <lb n="10"/>
γὰρ κλίϲιϲ αὐτοῦ ἀπὸ εὐθείαϲ τῆϲ εἰϲ ξ καταληγούϲηϲ ἐγένετο, γάλακοϲ
γὰρ ἡ γενικὴ καὶ κατὰ πλεοναϲμὸν τοῦ τ γάλακτοϲ ὡϲ ἄναξ ἄνακοϲ
καὶ ἄνακτοϲ. ἄλλωϲ τε δὲ πᾶϲα δοτικὴ πληθυντικῶν εἰϲι λήγουϲα μετὰ
διπλοῦ ἀποβολῇ τοῦ ι τὴν εὐθεῖαν τῶν ἑνικῶν ἀποτελεῖ οἷον Φοίνιξι
Φοῖνιξ, κήρυξι κῆρυξ, Πέλοψι Πέλοψ, Κύκλωψι Κύκλωψ. εἰ οὖν <lb n="15"/>
ἐϲτιν ἡ δοτικὴ τῶν πληθυντικῶν γάλαξι, δηλονότι ἀποβολῇ τοῦ ι γίνεται
ἡ εὐθεῖα τῶν ἑνικῶν γάλαξ· ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ξ οὐκ ἔϲτι τελικὸν τῶν
οὐδετέρων, τούτου χάριν ἀπεβλήθη καὶ ἐγίνετο γάλα. ἀμέλει ϲυντιθέμενον
τὸ γάλα καὶ γενόμενον εἰϲ ἀρϲενικὸν γένοϲ ἀναδέχεται τὸ κεχρεωϲτημένον
ξ οἷον τὸ ἀρτιγάλαξ ὁ νεογάλαξ.</p><lb n="20"/></div></div></body></text></TEI>