116d. Schol. ad Od. λ 221: δαμνᾷ, ἐπεί κεν πρῶτα λίπῃ. δαμνᾷ ὡϲ κιρνᾷ. οἱ δὲ «δάμναται ὥϲ κεν πρῶτα λίπῃ» ὡϲ Κράτηϲ· ὁ δὲ Ἀϲκαλωνίτηϲ βαρύνει δάμνα, ἵν᾿  ᾖ τοῦ δάμναται ἀποκοπή. ἔξεϲτι δὲ ἀναγινώϲκειν περιϲπωμένωϲ ἀπὸ τοῦ δαμνῶμαι ὡϲ πειρῶμαι «πειρᾶ ἐμεῖο γεραιέ» (Ω 390) μὴ ἐκφωνουμένου τοῦ ι ὡϲ τὸ δύνᾳ παῤ Ἀττικοῖϲ. 116e. Il. P Π 99. ἐκδόμεν. παροξυτονητέον· τὸ γὰρ πλῆρέϲ ἐϲτιν ἐκδύμεναι ὁμοίωϲ τῷ «θοῶϲ ζευγνύμεν ἄνωγεν» (145) καὶ δῆλον, ὅτι λείπει γένοιτο. 116f. Ιl. Pr. 1 393: ϲόωϲι. Τυραννίων προπεριϲπᾶ ὡϲ νοῶϲιν, ὡϲ ἀπὸ τοῦ ϲοῶ περιϲπωμένου, ἐπεί, φηϲί, καὶ τὸ εὐκτικὸν κατὰ ἀποκοπὴν εἶπεν «ἥ κέν ϲφιν νῆάϲ τε ϲοῷ καὶ λαὸν Ἀχαιῶν» (424). ad fr. 117 Quemadmodum Apollon. de adverb. 545 simplex ἕκητι ex composito ἀεκαϲτί ortum esse contendit pronuncians ἔϲτι γε ἀποδεῖξαι πάμπολλα ἁπλᾶ ἀπὸ ϲυνθέτων γεγονότα, sic h. 1. Herodianus δάκρυ ex ἀρίδακρυ repetit. cf. Lob. El. II 294. Simile adnotamentum exstat etiam in Ep. Cr. I 120, 31. ad fr. 118. Initio adnotamenti exstant verba: ἀπὸ τοῦ δευτέρου τὸ πρῶτον διδάξω· τί ἐϲτιν ἀπὸ τοῦ β τὸ α΄ διδάξω; ἐπειδή et in fine: διὰ τοῦτο οὖν εἶπον, ὅτι ἀπὸ τοῦ δευτέρου τὸ πρῶτον θέλω διδάξαι. ἀμφοτέρω γάρ. εἶτα κατὰ ad fr. [116c]. Ιl. Pr. Z 205: ἔκτα: ἀποκοπὴ τοῦ «ἔκταν’ ἐπὶ προμάχων» (Ιl. Ϲ 456) cf. Lehrs ad Il. Pr., Lob. ad Buttm. II 11 seqq, El. 11 275 et 308. ad fr. [116d]. Hunc locum emendavi in Philol. XVII p. 518, ubi praetermisi monere pro καὶ ἐκφωνουμένου scribendum esse μὴ ἐκφωνουμένου, nam de ι subscripto sermo est. cf. Lob. El. II 123 et 308. ad fr. [116c]. cf. Lob. El. II 311. ad fr. [ 116d] . cf. Lob. ad Buttm. s. ϲώζω Rhem. 183 El. 11 276 et 312. ἀριθμοῦ, τὸ δὲ ἄμφω ἀναφορὰν ὑπιϲχνεῖται δυάδοϲ, ὥϲτε, ὅπερ ἐϲτὶν οἱ δύο, τοῦτό ἐϲτιν ἄμφω. διὰ τοῦτο τὸ δύο λαμβάνει ἄρθρου παράθεϲιν οἱ δύο τῶν δύο, τὸ δὲ ἄμφω οὐ λαμβάνει· οὐδὲ γὰρ λέγομεν οἱ ἄμφω. ἤδη γὰρ τὴν ἀναφορὰν ἔχει. πρῶτον οὖν ἐϲτι παρὰ τὸ ἄμφω ἀμφότεροϲ οἷον «ἀμφότεροι μέμαϲαν (Η 3), «ἀμφοτέροιϲι δ’ ἀρήγεθ’ (Υ 25). εἶτα δυικῶϲ ἀμφοτέρω καὶ κατὰ ϲυγκοπὴν ἄμφω κατ’ ἔκταϲιν τοῦ ο εἰϲ ω. οὕτωϲ Ἡρωδιανὸϲ περὶ παθῶν. 119. E. M. 231, 14. ὁ Ἡρωδιανὸϲ ἐν τῷ περὶ παθῶν λέγει τὸ Γηρυών ἀπὸ τοῦ Γηρυόνηϲ εἶναι κατὰ ἀποκοπὴν τῆϲ ηϲ ϲυλλαβῆϲ καὶ ἐκτάϲει τοῦ ο εἰϲ ω Γηρυών ὡϲ πόθεν πῶ. 120. E.M.506, 20, E. Gud. 316, 39: Κέρκυροϲ. τοῦτο, εἰ τὸ Κέρκυρ οὐκ εἴρηται, οὐ πρόκειται ἡμῖν, εἰ ἄρα δύναται γενέϲθαι. ἀλλὰ τί εἰρήκαϲιν Ἕλληνεϲ, Ἀλκμάν φηϲι «καὶ Κέρκυροϲ ἁγεῖται» (Bergk fr. 89) ἀπὸ εὐθείαϲ τῆϲ Κέρκυρ. τοῦτο δέ φαϲι γεγονέναι ἀπὸ τῆϲ Κέρκυροϲ εὐθείαϲ κατὰ ἀποκοπήν. ἀλλ’ οὐκ εἴρηται ἡ Κέρκυροϲ εὐθεῖα. οὐκ ἄρα ἔχεται ἀποκοπῆϲ τὸ Κέρκυρ. ἀλλὰ κλίϲεώϲ ἐϲτι μᾶλλον ἡ ϲυγκοπὴν καὶ ἔκταϲιν, quae ut ab epitomatore assuta omisi, desunt etiam ap. Favorin. Ecl. 102, 28, ubi principio leguntur τὸ ἄμφω καὶ δύω θεματικά εἰϲι, τοῦτ’ ἔϲτιν οὐκ ἐγένετο ἀπὸ ἐνικῶν, ἐπεὶ τὸ ϲημαινόμενον κωλύει. πῶϲ γὰρ καὶ ὁ δύω ἀριθμηθῇ, εἰ ἐν ἑνικῷ δύναται θεωρεῖϲθαι ἀριθμῷ; idem fere habet Choer. 442, 16. ad fr. 119. De apocope adverbii πῶ ex πόθεν cf. Apoll. de adv. 604, 6 E. M. 698, 40 et E. Orion 137, 13 quem locum hic subiicio, quia Herodianum similia docuisse ex nostro fragmento apparet: τὰ τῷ ο παραληγόμενα ἐπιρρήματα ἀποκοπῇ τοῦ θεν καὶ ἐκτάϲει τοῦ ο εἰϲ υ γίνεται παρὰ Δωριεῦϲιν αὐτόθεν αὐτῶ, πόθεν πῶ. Ϲώφρων ἐν Μίμοιϲ (fr. 89 Ahrens) πῶϲ τιϲ ὄνον ὠναϲείται; cf. Lob. El. IΙ 310. — Mirum est Herodianum, quum in nonnullis vocabulis apocopen respuerit duplices formas per metaschematismum expediens, non idem in reliquis omnibus breviore et longiore specie praeditis vocabulis fecisse et breviorem formam potius ex longiore decurtatam quam ampliorem ex breviore procrescere maluisse. Quo accedit, quod qui apocopen, si liter aliqua finalis remaneret, illicitam esse constituerit, idem eam ipsam passionem adoptaret vel si extrema decurtati vocabuli syllaba velut in ἄμφω et Γηρυών mutanda erat. Quare non absimile videtur ab Herodiano petitum esse, quod Choerob. Dictat. 243, 17, E. M. 674, 29 de εἰκών et εἰκώ tradit: τὰ εἰϲ ου ϲυνῃρημένα τῶν ἐντελῶν ἔχει τὴν κλίϲιν. καλῶϲ δὲ εἴρηται τὰ ϲυνῃρημένα καὶ οὐχὶ τὰ πεπονθότα τῶν ἀπαθῶν. ἰδοὺ γὰρ ἡ εἰκών καὶ ἀποβολῇ τοῦ ν γίνεται εἰκώ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ϲημαινομένου καὶ οὐ φυλάττει τὴν αὐτὴν κλίϲιν. ἡ μὲν γὰρ κλίνεται εἰκόνοϲ, ἡ δὲ εἰκοῦϲ ὡϲ Ϲαπφοῦϲ cf. Lob. El. Ιl 210, Rhem. 324 Huic εἰκώ similem speciem profert ex Simmia St. B. s. v. Δωδώνη 248, 7 hic ut fere ubique Herodianum exscribens: λήγεται δὲ Δωδών, quod ipsum πεπονθόϲ i. e. ex Δωδώνη decurtatum perhibetur, sed in usu esse negatur, καὶ εἰϲ ω· Ϲιμμίαϲ Ῥόδιοϲ «Ζηνὸϲ ἕδοϲ Κρονίδαο μάκαιῤ ὑπεδέξατο Δωδώ». Cum Δωδών autem comparari potest: Γυρτὼν — ἣν Ὅμηροϲ Γυρτώνην καλεῖ ὡϲ Ἰτώνην καὶ Ἰτῶνα. Lob. El Il 291 not. ad fr. 120. Hoc adnotamentum valde mutilatum nobis traditum est; equi dem ita a me emendatum spero, ut et legi possit et bona sententis existat. scripsi autem initio pro Κέρκυρ πρὸϲ τοῦτο — Κέρκυροϲ. τοῦτο, nam quaestio a genetivo oritur ab Alcmane usurpato, Lobeckium El. II 290 enim Κέρκυροϲ apud Alcmanem non recte pro nominativo accipere demonstrant verbe ab ipso neglecta ἀπὸ εὐθείαϲ τῆϲ Κέρκυρ; potest autem hic genetivus adiective positus Κέρκυροϲ γενική, οὐ μεταπλαϲμόϲ, εἴπερ εὐθεῖα Κέρκυρ εἴρηται ὡϲ τὸ ψίθυρ, μάρτυρ, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ Ἴλλυρ εἴρηται, ἀλλὰ τὸ Ἴλλυραϲ μεταπέπλαϲται κατὰ τὴν αὐτὴν πτῶϲιν· ὥϲτε ταῦτα μεταπλαϲμὸϲ Ἴλλυραϲ τοὺϲ Ἰλλυριούϲ καὶ Κέρκυραϲ Κερκυραίουϲ. οὐ γὰρ εἴρηται οὔτε ἡ εὐθεῖα οὔτε ἡ γενικὴ οὔτε ἡ δοτική. ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν πτῶϲιν μεταπέπλαϲται· εἴρηται δὲ ψίθυρ καὶ μάρτυρ, ἀφ᾿ ὧν ἡ κλίϲιϲ. οὕτωϲ Ἡρωδιανόϲ.