<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg042.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΥΠΝΟΥ ΚΑΙ ΕΓΡΗΓΟΡΣΕΩΣ.</head><p>Περὶ δὲ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως σκεπτέον, <lb/>τίνα τε τυγχάνει ὄντα, καὶ πότερον ἴδια
						τῆς ψυχῆς ἢ τοῦ <lb/>σώματος ἢ κοινά, κἂν ᾖ κοινά, τίνος μορίου τῆς ψυχῆς ἢ <lb/>τοῦ
						σώματος· καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις· καὶ <lb/>πότερον ἅπαντα κεκοινώνηκεν
						αὐτῶν ἀμφοτέρων, ἢ τὰ μὲν <lb/>ὕπνου τὰ δὲ θατέρου μόνον, ἢ τὰ μὲν οὐδετέρου τὰ δ’
						ἀμφοτέρων· <lb/>πρὸς δὲ τούτοις τί ἐστι τὸ ἐνύπνιον, καὶ διὰ τίν’ <lb/>αἰτίαν οἱ
						καθεύδοντες ὁτὲ μὲν ὀνειρώττουσιν ὁτὲ δ’ οὔ· <pb n="287"/> ἢ συμβαίνει μὲν ἀεὶ τοῖς
						καθεύδουσιν ἐνυπνιάζειν, ἀλλ’ οὐ <lb/>μνημονεύουσιν· καὶ εἰ τοῦτο γίνεται, διὰ τίνα
						αἰτίαν γίνεται· <lb/>καὶ πότερον ἐνδέχεται τὰ μέλλοντα προορᾶν, ἢ οὐκ <lb/>ἐνδέχεται·
						καὶ τίνα τρόπον, εἰ ἐνδέχεται· καὶ πότερον τὰ <lb/>μέλλοντα ὑπ’ ἀνθρώπου πράσσεσθαι
						μόνον, ἢ καὶ ὧν τὸ <lb/>δαιμόνιον ἔχει τὴν αἰτίαν καὶ φύσει γίνεται ἢ ἀπὸ ταὐτομάτου.
						<lb/>Πρῶτον μὲν οὖν τοῦτό γε φανερόν, ὅτι τῷ αὐτῷ <lb/>τοῦ ζῴου ἥ τε ἐγρήγορσις ὑπάρχει
						καὶ ὁ ὕπνος· ἀντίκεινται <lb/>γάρ, καὶ φαίνεται στέρησίς τις ὁ ὕπνος τῆς ἐγρηγόρσεως·
						<lb/>ἀεὶ γὰρ τὰ ἐναντία καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων καὶ ἐν τοῖς <lb/>φυσικοῖς ἐν τῷ αὐτῷ δεκτικῷ
						φαίνεται γινόμενα καὶ τοῦ <lb/>αὐτοῦ ὄντα πάθη, λέγω δ’ οἷον ὑγίεια καὶ νόσος, καὶ
						κάλλος <lb/>καὶ αἶσχος, καὶ ἰσχὺς καὶ ἀσθένεια, καὶ ὄψις καὶ τυφλότης, καὶ <lb/>ἀκοὴ καὶ
						κωφότης. Ἔτι δὲ καὶ ἐκ τῶνδε δῆλον. Ὦι γὰρ <lb/>τὸν ἐγρηγορότα γνωρίζομεν, τούτῳ καὶ τὸν
						ὑπνοῦντα· τὸν <lb/>γὰρ αἰσθανόμενον ἐγρηγορέναι νομίζομεν καὶ τὸν ἐγρηγορότα <lb/>πάντα
						ἢ τῶν ἔξωθέν τινος αἰσθάνεσθαι ἢ τῶν ἐν αὑτῷ <lb/>κινήσεων. Εἰ τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι ἐν
						μηδενὶ ἄλλῳ ἐστὶν <lb/>ἢ τῷ αἰσθάνεσθαι, δῆλον ὅτι ᾧπερ αἰσθάνεται, τούτῳ καὶ
						<lb/>ἐγρήγορε τὰ ἐγρηγορότα καὶ καθεύδει τὰ καθεύδοντα. Ἐπεὶ <lb/>δ’ οὔτε τῆς ψυχῆς
						ἴδιον τὸ αἰσθάνεσθαι οὔτε τὸ σώματος <lb/>(οὗ γὰρ ἡ δύναμις, τούτου καὶ ἡ ἐνέργεια· ἡ δὲ
						λεγομένη <lb/>αἴσθησις, ὧς ἐνέργεια, κίνησίς τις διὰ τοῦ σώματος τῆς <lb/>ψυχῆς ἐστί),
						φανερὸν ὡς οὔτε τῆς ψυχῆς τὸ πάθος ἴδιον, <lb/>οὔτ’ ἄψυχον σῶμα δυνατὸν αἰσθάνεσθαι.
						Διωρισμένων δὲ <lb/>πρότερον ἐν ἑτέροις περὶ τῶν λεγομένων ὡς μορίων τῆς <pb n="288"/>
						ψυχῆς, καὶ τοῦ μὲν θρεπτικοῦ χωριζομένου τῶν ἄλλων ἐν <lb/>τοῖς ἔχουσι σώμασι ζωήν, τῶν
						δ’ ἄλλων οὐδενὸς ἄνευ τούτου, <lb/>δῆλον ὡς ὅσα μὲν αὐξήσεως καὶ φθίσεως μετέχει μόνον
						<lb/>τῶν ζώντων, ὅτι τούτοις οὐχ ὑπάρχει ὕπνος οὐδ’ ἐγρήγορσις, <lb/>οἷον τοῖς φυτοῖς·
						οὐ γὰρ ἔχουσι τὸ αἰσθητικὸν μόριον, οὔτ’ <lb/>εἰ χωριστόν ἐστιν οὔτ’ εἰ μὴ χωριστόν· τῇ
						γὰρ δυνάμει καὶ <lb/>τῷ εἶναι χωριστόν ἐστιν. Ὁμοίως δὲ καὶ ὅτι οὐδέν ἐστιν <lb/>ὃ ἀεὶ
						ἐγρήγορεν ἢ ἀεὶ καθεύδει, ἀλλὰ τοῖς αὐτοῖς ὑπάρχει <lb/>τῶν ζῴων ἀμφότερα τὰ πάθη ταῦτα·
						οὔτε γὰρ εἴ τί ἐστι <lb/>ζῷον ἔχον αἴσθησιν, τοῦτ’ ἐνδέχεται οὔτε καθεύδειν οὔτ’
						<lb/>ἐγρηγορέναι· ἄμφω γάρ ἐστι τὰ πάθη ταῦτα περὶ αἴσθησιν <lb/>τοῦ πρώτου αἰσθητικοῦ.
						Οὐκ ἐνδέχεται δὲ οὐδὲ θάτερον <lb/>τούτων ἀεὶ ὑπάρχειν τῷ αὐτῷ, οἷον ἀεί τι γένος ζῴων
						<lb/>καθεύδειν ἢ ἀεί τι ἐγρηγορέναι. Ἔτι ὅσων ἐστί τι ἔργον <lb/>κατὰ φύσιν, ὅταν
						ὑπερβάλλῃ τὸν χρόνον ᾧ δύναται χρόνῳ <lb/>τι ποιεῖν, ἀνάγκη ἀδυνατεῖν, οἷον τὰ ὄμματα
						ὁρῶντα καὶ <lb/>παύεσθαι τοῦτο ποιοῦντα, ὁμοίως δὲ καὶ χεῖρα καὶ ἄλλο πᾶν <lb/>οὗ ἐστί
						τι ἔργον. Εἰ δή τινός ἐστιν ἔργον τὸ αἰσθάνεσθαι, <lb/>καὶ τοῦτο ἂν ὑπερβάλλῃ ὅσον ἦν
						χρόνον δυνάμενον αἰσθάνεσθαι <lb/>συνεχῶς, ἀδυνατήσει καὶ οὐκέτι τοῦτο ποιήσει. Εἰ
						<lb/>τοίνυν τὸ ἐγρηγορέναι ὥρισται τῷ λελύσθαι τὴν αἴσθησιν, <lb/>τῶν δ’ ἐναντίων τὸ μὲν
						ἀνάγκη παρεῖναι τὸ δ’ οὔ, τὸ δ’ <lb/>ἐγρηγορέναι τῷ καθεύδειν ἐναντίον, καὶ ἀναγκαῖον
						παντὶ <lb/>θάτερον ὑπάρχειν, ἀναγκαῖον ἂν εἴη καθεύδειν. Εἰ οὖν τὸ <lb/>τοιοῦτον πάθος
						ὕπνος, τοῦτο δ’ ἐστὶν ἀδυναμία δι’ ὑπερβολὴν <pb n="289"/> τοῦ ἐγρηγορέναι, ἡ δὲ τοῦ
						ἐγρηγορέναι ὑπερβολὴ <lb/>ὁτὲ μὲν νοσώδης ὁτὲ δ’ ἄνευ νόσου γίνεται, ὥστε καὶ ἡ ἀδυναμία
						<lb/>καὶ ἡ διάλυσις ὡσαύτως ἔσται, ἀνάγκη πᾶν τὸ ἐγρηγορὸς <lb/>ἐνδέχεσθαι καθεύδειν·
						ἀδύνατον γὰρ ἀεὶ ἐνεργεῖν. <lb/>Ὁμοίως δὲ οὐδὲ καθεύδειν οὐδὲν ἀεὶ ἐνδέχεται. Ὁ γὰρ
						ὕπνος <lb/>τι τοῦ αἰσθητικοῦ μορίου ἐστίν, οἷον δεσμὸς καὶ ἀκινησία <lb/>τις, ὥστ’
						ἀνάγκη πᾶν τὸ καθεῦδον ἔχειν τὸ αἰσθητικὸν <lb/>μόριον. Αἰσθητικὸν δὲ τὸ δυνατὸν
						αἰσθάνεσθαι κατ’ ἐνέργειαν· <lb/>ἐνεργεῖν δὲ τῇ αἰσθήσει κυρίως καὶ ἁπλῶς ἀδύνατον
						<lb/>καθεῦδον ἅμα· διὸ ἀναγκαῖον ὕπνον πάντα ἐγερτὸν εἶναι. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα σχεδὸν
						πάντα δῆλα κοινωνοῦνθ’ ὕπνου, <lb/>καὶ πλωτὰ καὶ πτηνὰ καὶ πεζά· καὶ γὰρ τὰ τῶν ἰχθύων
						<lb/>γένη πάντα καὶ τὰ τῶν μαλακίων ὦπται καθεύδοντα, καὶ <lb/>τἆλλα πάνθ’ ὅσα περ ἔχει
						ὀφθαλμούς· καὶ γὰρ τὰ σκληρόφθαλμα <lb/>φανερὰ καὶ τὰ ἔντομα κοιμώμενα· βραχύυπνα
						<lb/>δὲ τὰ τοιαῦτα πάντα, διὸ καὶ λάθοι ἄν τινα πολλάκις πότερον <lb/>μετέχουσι τοῦ
						καθεύδειν ἢ οὔ. Τῶν δ’ ὀστρακοδέρμων <lb/>κατὰ μὲν τὴν αἴσθησιν οὐδέ πω γέγονε φανερὸν
						εἰ καθεύδουσιν· <lb/>εἰ δέ τῳ πιθανὸς ὁ λεχθεὶς λόγος, τούτῳ πεισθήσεται. <lb/>Ὅτι μὲν
						οὖν ὕπνου κοινωνεῖ τὰ ζῷα πάντα, φανερὸν <lb/>ἐκ τούτων· τῷ γὰρ αἴσθησιν ἔχειν ὥρισται
						τὸ ζῷον, τῆς δ’ <lb/>αἰσθήσεως τρόπον τινὰ τὴν μὲν ἀκινησίαν καὶ οἷον δεσμὸν <lb/>τὸν
						ὕπνον εἶναί φαμεν, τὴν δὲ λύσιν καὶ τὴν ἄνεσιν ἐγρήγορσιν. <lb/>Τῶν δὲ φυτῶν οὐδὲν οἷόν
						τε κοινωνεῖν οὐδετέρου <lb/>τούτων τῶν παθημάτων. Ἄνευ μὲν γὰρ αἰσθήσεως οὐχ
						<lb/>ὑπάρχει οὔθ’ ὕπνος οὔτ’ ἐγρήγορσις· οἷς δ’ αἴσθησις <pb n="290"/> ὑπάρχει, καὶ τὸ
						λυπεῖσθαι καὶ τὸ χαίρειν· οἷς δὲ ταῦτα, <lb/>καὶ ἐπιθυμία. Τοῖς δὲ φυτοῖς οὐδὲν ὑπάρχει
						τούτων. <lb/>Σημεῖον δ’ ὅτι καὶ τὸ ἔργον τὸ αὑτοῦ ποιεῖ τὸ θρεπτικὸν <lb/>μόριον ἐν τῷ
						καθεύδειν μᾶλλον ἢ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι· τρέφεται <lb/>γὰρ καὶ αὐξάνεται τότε μᾶλλον, ὡς
						οὐδὲν προσδεόμενα <lb/>πρὸς ταῦτα τῆς αἰσθήσεως. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Διὰ τί δὲ καθεύδει καὶ ἐγρήγορε, καὶ διὰ ποίαν τιν’ αἴσθησιν <lb/>ἢ ποίας, εἰ διὰ
						πλείους, σκεπτέον. Ἐπεὶ δ’ ἔνια <lb/>μὲν τῶν ζῴων ἔχει τὰς αἰσθήσεις πάσας, ἔνια δ’ οὐκ
						ἔχουσιν, <lb/>οἷον ὄψιν, τὴν δ’ ἁφὴν καὶ τὴν γεῦσιν ἅπαντ’ ἔχει, <lb/>πλὴν εἴ τι τῶν
						ζῴων ἀτελές (εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν τοῖς <lb/>περὶ ψυχῆς), ἀδύνατον δ’ ἐστὶν ἁπλῶς
						ὁποιανοῦν αἴσθησιν <lb/>αἰσθάνεσθαι τὸ καθεῦδον ζῷον, φανερὸν ὅτι πᾶσιν ἀναγκαῖον
						<lb/>ὑπάρχειν ταὐτὸ πάθος ἐν τῷ καλουμένῳ ὕπνῳ· εἰ γὰρ <lb/>τῇ μὲν τῇ δὲ μή, ταύτῃ
						καθεῦδον αἰσθήσεται, τοῦτο δ’ ἀδύνατον. <lb/>Ἐπεὶ δ’ ὑπάρχει καθ’ ἑκάστην αἴσθησιν τὸ
						μέν τι <lb/>ἴδιον τὸ δέ τι κοινόν, ἴδιον μὲν οἷον τῇ ὄψει τὸ ὁρᾶν, τῇ δ’ <lb/>ἀκοῇ τὸ
						ἀκούειν, ταῖς δ’ ἄλλαις κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον· <lb/>ἔστι δέ τις καὶ κοινὴ δύναμις
						ἀκολουθοῦσα πάσαις, ᾗ καὶ <lb/>ὅτι ὁρᾷ καὶ ἀκούει καὶ αἰσθάνεται· οὐ γὰρ δὴ τῇ γε
						<lb/>ὄψει ὁρᾷ ὅτι ὁρᾷ. Καὶ κρίνει δὴ καὶ δύναται κρίνειν ὅτι <lb/>ἕτερα τὰ γλυκέα τῶν
						λευκῶν, οὔτε γεύσει οὔτε ὄψει οὔτ’ <lb/>ἀμφοῖν, ἀλλά τινι κοινῷ μορίῳ τῶν αἰσθητηρίων
						ἁπάντων. <lb/>Ἔστι μὲν γὰρ μία αἴσθησις, καὶ τὸ κύριον αἰσθητήριον <lb/>ἕν· τὸ δ’ εἶναι
						αἰσθήσει τοῦ γένους ἑκάστου ἕτερον, <lb/>οἷον ψόφου καὶ χρώματος. Τοῦτο δ’ ἅμα τῷ ἁπτικῷ
						μάλισθ’ <lb/>ὑπάρχει· τοῦτο μὲν γὰρ χωρίζεται τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων, <lb/>τὰ δ’ ἄλλα
						τούτου ἀχώριστα. Εἴρηται δὲ περὶ <pb n="291"/> αὐτῶν ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς θεωρήμασιν.
						Φανερὸν τοίνυν <lb/>ὅτι τούτου ἐστὶ πάθος ἡ ἐγρήγορσις καὶ ὁ ὕπνος. Διὸ καὶ <lb/>πᾶσιν
						ὑπάρχει τοῖς ζῴοις· καὶ γὰρ ἡ ἁφὴ μόνη πᾶσιν. Εἰ <lb/>γὰρ τῷ πάσας τι πεπονθέναι τὰς
						αἰσθήσεις ἐγίνετο τὸ καθεύδειν, <lb/>ἄτοπον εἰ αἷς οὔτ’ ἀνάγκη οὔτε δυνατὸν τρόπον
						<lb/>τινὰ ἐνεργεῖν ἅμα, ταύτας ἀναγκαῖον ἀργεῖν ἅμα καὶ ἀκινητίζειν· <lb/>τοὐναντίον γὰρ
						εὐλογώτερον συνέβαινεν ἂν αὐταῖς <lb/>τὸ μὴ ἅμα ἠρεμεῖν. Ὡς δὲ νῦν λέγομεν, εὐλόγως ἔχει
						καὶ <lb/>περὶ τούτων· τοῦ γὰρ κυρίου τῶν ἄλλων πάντων αἰσθητηρίου <lb/>καὶ πρὸς ὃ
						συντείνει τἆλλα, πεπονθότος τι συμπάσχειν <lb/>ἀναγκαῖον καὶ τὰ λοιπὰ πάντα, ἐκείνων δέ
						τινος ἀδυνατοῦντος <lb/>οὐκ ἀνάγκη τοῦτ’ ἀδυνατεῖν. Φανερὸν δ’ ἐκ πολλῶν ὅτι <lb/>οὐκ ἐν
						τῷ τὰς αἰσθήσεις ἀργεῖν καὶ μὴ χρῆσθαι αὐταῖς ὁ <lb/>ὕπνος, οὐδ’ ἐν τῷ μὴ δύνασθαι
						αἰσθάνεσθαι. Καὶ γὰρ ἐν <lb/>ταῖς λιποψυχίαις τοιοῦτον συμβαίνει· ἀδυναμία γὰρ αἰσθήσεων
						<lb/>ἡ λιποψυχία. Γίνονται δὲ καὶ ἔκνοιαί τινες τοιαῦται. <lb/>Ἔτι δ’ οἱ τὰς ἐν τῷ
						αὐχένι φλέβας καταλαμβανόμενοι <lb/>ἀναίσθητοι γίνονται. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀδυναμία τῆς
						<lb/>χρήσεως μήτ’ ἐν τῷ τυχόντι αἰσθητηρίῳ μήτε δι’ ἣν ἔτυχεν <lb/>αἰτίαν, ἀλλὰ καθάπερ
						εἴρηται νῦν, ἐν τῷ πρώτῳ ᾧ αἰσθάνεται <lb/>πάντων· ὅταν μὲν γὰρ τοῦτ’ ἀδυνατήσῃ, ἀνάγκη
						καὶ <lb/>τοῖς αἰσθητηρίοις πᾶσιν ἀδυνατεῖν αἰσθέσθαι· ὅταν δ’ ἐκείνων <lb/>τι, οὐκ
						ἀνάγκη τούτῳ. Δι’ ἣν δ’ αἰτίαν συμβαίνει τὸ <lb/>καθεύδειν, καὶ ποῖόν τι τὸ πάθος ἐστί,
						λεκτέον. Ἐπεὶ δὲ <lb/>τρόποι πλείους τῆς αἰτίας (καὶ γὰρ τὸ τίνος ἕνεκα, καὶ <lb/>ὅθεν ἡ
						ἀρχὴ τῆς κινήσεως, καὶ τὴν ὕλην καὶ τὸν λόγον αἴτιον <lb/>εἶναί φαμεν), πρῶτον μὲν οὖν
						ἐπειδὴ λέγομεν τὴν φύσιν <lb/>ἕνεκά του ποιεῖν, τοῦτο δ’ ἀγαθόν τι, τὴν δ’ ἀνάπαυσιν
						παντὶ <pb n="292"/> τῷ πεφυκότι κινεῖσθαι, μὴ δυναμένῳ δ’ ἀεὶ καὶ συνεχῶς κινεῖσθαι
						<lb/>μεθ’ ἡδονῆς ἀναγκαῖον εἶναι καὶ ὠφέλιμον, τῷ δ’ <lb/>ὕπνῳ δι’ αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν
						προσάπτουσι τὴν μεταφορὰν <lb/>ταύτην ὡς ἀναπαύσει ὄντι· ὥστε σωτηρίας ἕνεκα τῶν ζῴων
						<lb/>ὑπάρχει. Ἡ δ’ ἐγρήγορσις τέλος· τὸ γὰρ αἰσθάνεσθαι <lb/>καὶ τὸ φρονεῖν πᾶσι τέλος
						οἷς ὑπάρχει θάτερον αὐτῶν· βέλτιστα <lb/>γὰρ ταῦτα, τὸ δὲ τέλος βέλτιστον. Ὥστε
						ἀναγκαῖον <lb/>ἑκάστῳ τῶν ζῴων ὑπάρχειν τὸν ὕπνον. Λέγω δ’ ἐξ <lb/>ὑποθέσεως τὴν
						ἀνάγκην, ὅτι εἰ ζῷον ἔσται ἔχον τὴν αὑτοῦ <lb/>φύσιν, ἐξ ἀνάγκης τιν’ ὑπάρχειν αὐτῷ δεῖ,
						καὶ τούτων ὑπαρχόντων <lb/>ἕτερα ὑπάρχειν. Ἔτι δὲ ποίας κινήσεως καὶ πράξεως <lb/>ἐν
						τοῖς σώμασι γιγνομένης συμβαίνει τό τε ἐγρηγορέναι <lb/>καὶ τὸ καθεύδειν τοῖς ζῴοις,
						μετὰ ταῦτα λεκτέον. Τοῖς μὲν <lb/>οὖν ἄλλοις ζῴοις καθάπερ τοῖς ἐναίμοις ὑποληπτέον
						εἶναι <lb/>τὰ αἴτια τοῦ πάθους, ἢ ταὐτὰ ἢ τὰ ἀνάλογον, τοῖς δ’ ἐναίμοις <lb/>ἅπερ τοῖς
						ἀνθρώποις· ὥστ’ ἐκ τούτων πάντα θεωρητέον. <lb/>Ὅτι μὲν οὖν ἡ τῆς αἰσθήσεως ἀρχὴ γίνεται
						ἀπὸ <lb/>τοῦ αὐτοῦ μέρους τοῖς ζῴοις ἀφ’ οὗπερ καὶ ἡ τῆς κινήσεως, <lb/>διώρισται
						πρότερον ἐν ἑτέροις. Αὕτη δ’ ἐστὶ τριῶν διωρισμένων <lb/>τόπων ὁ μέσος κεφαλῆς καὶ τῆς
						κάτω κοιλίας. Τοῖς <lb/>μὲν οὖν ἐναίμοις τοῦτ’ ἐστὶ τὸ περὶ τὴν καρδίαν μέρος· πάντα
						<lb/>γὰρ τὰ ἔναιμα καρδίαν ἔχει, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς κινήσεως καὶ <lb/>τῆς αἰσθήσεως τῆς
						κυρίας ἐντεῦθέν ἐστιν. Τῆς μὲν οὖν κινήσεως <lb/>φανερὸν ὅτι καὶ ἡ τοῦ πνεύματος ἀρχὴ
						καὶ ὅλως ἡ <lb/>τῆς καταψύξεώς ἐστιν ἐνταῦθα, καὶ τὸ ἀναπνεῖν τε καὶ τὸ <lb/>ὑγρῷ
						καταψύχεσθαι πρός γε σωτηρίαν τοῦ ἐν τούτῳ τῷ <pb n="293"/> μορίῳ θερμοῦ ἡ φύσις
						πεπόρικεν. Ῥηθήσεται δὲ περὶ <lb/>αὐτῆς ὕστερον καθ’ αὑτήν. Τοῖς δ’ ἀναίμοις καὶ τοῖς
						ἐντόμοις <lb/>καὶ μὴ δεχομένοις πνεῦμα ἐν τῷ ἀνάλογον τὸ σύμφυτον <lb/>πνεῦμα
						ἀναφυσώμενον καὶ συνιζάνον φαίνεται. Δῆλον <lb/>δὲ τοῦτο ἐπὶ τῶν ὁλοπτέρων, οἷον σφηκῶν
						καὶ μελισσῶν, καὶ <lb/>ἐν ταῖς μυίαις καὶ ὅσα τοιαῦτα. Ἐπεὶ δὲ κινεῖν μέν τι ἢ
						<lb/>ποιεῖν ἄνευ ἰσχύος ἀδύνατον, ἰσχὺν δὲ ποιεῖ ἡ τοῦ πνεύματος <lb/>κάθεξις, τοῖς μὲν
						εἰσφερομένοις ἡ θύραθεν, τοῖς δὲ μὴ ἀναπνέουσιν <lb/>ἡ σύμφυτος. Διὸ καὶ βομβοῦντα
						φαίνεται τὰ πτερωτά, <lb/>ὅταν κινῆται, τῇ τρίψει τοῦ πνεύματος προσπίπτοντος <lb/>πρὸς
						τὸ ὑπόζωμα τῶν ὁλοπτέρων. Κινεῖται δὲ πᾶν <lb/>αἰσθήσεώς τινος γινομένης, ἢ οἰκείας ἢ
						ἀλλοτρίας, ἐν τῷ <lb/>πρώτῳ αἰσθητηρίῳ. Εἰ δ’ ἐστὶν ὁ ὕπνος καὶ ἡ ἐγρήγορσις <lb/>πάθη
						τοῦ μορίου τούτου, ἐν ᾧ μὲν τόπῳ καὶ ἐν ᾧ μορίῳ πρώτῳ <lb/>γίνεται ὁ ὕπνος καὶ ἡ
						ἐγρήγορσις, φανερόν. Κινοῦνται <lb/>δ’ ἔνιοι καθεύδοντες καὶ ποιοῦσι πολλὰ ἐγρηγορικά,
						οὐ μέντοι <lb/>ἄνευ φαντάσματος καὶ αἰσθήσεώς τινος· τὸ γὰρ ἐνύπνιόν <lb/>ἐστιν αἴσθημα
						τρόπον τινά. Λεκτέον δὲ περὶ αὐτῶν ὕστερον. <lb/>Διότι δὲ τὰ μὲν ἐνύπνια μνημονεύουσιν
						ἐγερθέντες, <lb/>τὰς δ’ ἐγρηγορικὰς πράξεις οὐ μνημονεύουσιν, ἐν τοῖς προβληματικοῖς
						<lb/>εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐχόμενον δὲ τῶν εἰρημένων ἐστὶν ἐπελθεῖν τίνων γινομένων <lb/>καὶ πόθεν ἡ ἀρχὴ τοῦ
						πάθους γίγνεται, τοῦ τ’ ἐγρηγορέναι <lb/>καὶ τοῦ καθεύδειν. Φανερὸν δὴ ὅτι ἐπεὶ
						ἀναγκαῖον <lb/>τῷ ζῴῳ, ὅταν αἴσθησιν ἔχῃ, τότε πρῶτον τροφήν τε <lb/>λαμβάνειν καὶ
						αὔξησιν, τροφὴ δ’ ἐστὶ πᾶσιν ἡ ἐσχάτη τοῖς <lb/>μὲν ἐναίμοις ἡ τοῦ αἵματος φύσις τοῖς δ’
						ἀναίμοις τὸ ἀνάλογον, <lb/>τόπος δὲ τοῦ αἵματος αἱ φλέβες, τούτων δ’ ἀρχὴ <lb/>ἡ καρδία·
						φανερὸν δὲ τὸ λεχθὲν ἐκ τῶν ἀνατομῶν. Τῆς <pb n="294"/> μὲν οὖν θύραθεν τροφῆς εἰσιούσης
						εἰς τοὺς δεκτικοὺς τόπους <lb/>γίνεται ἡ ἀναθυμίασις εἰς τὰς φλέβας, ἐκεῖ δὲ
						μεταβάλλουσα <lb/>ἐξαιματοῦται καὶ πορεύεται ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Εἴρηται <lb/>δὲ περὶ τούτων
						ἐν τοῖς περὶ τροφῆς· νῦν δ’ ἀναληπτέον ὑπὲρ <lb/>αὐτῶν τούτου χάριν, ὅπως τὰς ἀρχὰς τῆς
						κινήσεως θεωρήσωμεν, <lb/>καὶ τί πάσχοντος τοῦ μορίου τοῦ αἰσθητικοῦ συμβαίνει <lb/>ἡ
						ἐγρήγορσις καὶ ὁ ὕπνος. Οὐ γάρ ἐστιν ὁ ὕπνος ἡτισοῦν <lb/>ἀδυναμία τοῦ αἰσθητικοῦ,
						καθάπερ εἴρηται· καὶ γὰρ ἔκνοια <lb/>καὶ πνιγμός τις καὶ λιποψυχία ποιεῖ τὴν τοιαύτην
						ἀδυναμίαν. <lb/>Ἤδη δὲ γεγένηταί τισι καὶ φαντασίᾳ λιποψυχήσασιν <lb/>ἰσχυρῶς. Τοῦτο μὲν
						οὖν ἔχει τινὰ ἀπορίαν· εἰ <lb/>γὰρ ἐνδέχεται καταδαρθεῖν τὸν λιποψυχήσαντα, ἐνδέχοιτ’
						<lb/>ἂν ἐνύπνιον εἶναι καὶ τὸ φάντασμα. Πολλὰ δ’ ἐστὶν ἃ <lb/>λέγουσιν οἱ σφόδρα
						λιποψυχήσαντες καὶ δόξαντες τεθνάναι· <lb/>περὶ ὧν τὸν αὐτὸν λόγον ὑποληπτέον εἶναι
						πάντων. <lb/>Ἀλλὰ γὰρ ὥσπερ εἴπομεν, οὐκ ἔστιν ὁ ὕπνος ἀδυναμία <lb/>πᾶσα τοῦ
						αἰσθητικοῦ, ἀλλ’ ἐκ τῆς περὶ τὴν τροφὴν ἀναθυμιάσεως <lb/>γίνεται τὸ πάθος τοῦτο·
						ἀναγκαῖον γὰρ τὸ ἀναθυμιώμενον <lb/>μέχρι του ὠθεῖσθαι, εἶτ’ ἀντιστρέφειν καὶ
						μεταβάλλειν <lb/>καθάπερ εὔριπον. Τὸ δὲ θερμὸν ἑκάστου τῶν <lb/>ζῴων πρὸς τὸ ἄνω πέφυκε
						φέρεσθαι· ὅταν δ’ ἐν τοῖς ἄνω <lb/>τόποις γένηται, ἀθρόον πάλιν ἀντιστρέφει καὶ
						καταφέρεται. <lb/>Διὸ μάλιστα γίνονται ὕπνοι ἀπὸ τῆς τροφῆς· ἀθρόον γὰρ <lb/>πολὺ τότε
						ὑγρὸν καὶ τὸ σωματῶδες ἀναφέρεται. Ἱστάμενον <lb/>μὲν οὖν βαρύνει καὶ ποιεῖ νυστάζειν·
						ὅταν δὲ ῥέψῃ <lb/>κάτω καὶ ἀντιστρέψαν ἀπώσῃ τὸ θερμόν, τότε γίνεται ὁ <lb/>ὕπνος καὶ τὸ
						ζῷον καθεύδει. Σημεῖον δὲ τούτων καὶ τὰ <lb/>ὑπνωτικά· πάντα γὰρ καρηβαρίαν ποιεῖ, καὶ
						τὰ ποτὰ καὶ <pb n="295"/> τὰ βρωτά, μήκων, μανδραγόρας, οἶνος, αἶραι. Καὶ καταφερόμενοι
						<lb/>καὶ νυστάζοντες τοῦτο δοκοῦσι πάσχειν, καὶ ἀδυνατοῦσιν <lb/>αἴρειν τὴν κεφαλὴν καὶ
						τὰ βλέφαρα. Καὶ μετὰ <lb/>τὰ σῖτα μάλιστα τοιοῦτος ὁ ὕπνος· πολλὴ γὰρ ἡ ἀπὸ <lb/>τῶν
						σιτίων ἀναθυμίασις. Ἔτι δ’ ἐκ κόπων ἐνίων· ὁ μὲν <lb/>γὰρ κόπος συντηκτικόν, τὸ δὲ
						σύντηγμα γίνεται ὥσπερ τροφὴ <lb/>ἄπεπτος, ἂν μὴ ψυχρὸν ᾖ. Καὶ νόσοι δέ τινες ταὐτὸ
						<lb/>τοῦτο ποιοῦσιν, ὅσαι ἀπὸ περιττώματος ὑγροῦ καὶ θερμοῦ, <lb/>οἷον συμβαίνει τοῖς
						πυρέττουσι καὶ ἐν τοῖς ληθάργοις. Ἔτι <lb/>δ’ ἡ πρώτη ἡλικία· τὰ γὰρ παιδία καθεύδει
						σφόδρα διὰ τὸ <lb/>τὴν τροφὴν ἄνω φέρεσθαι πᾶσαν. Σημεῖον δὲ τὸ ὑπερβάλλειν <lb/>τὸ
						μέγεθος τῶν ἄνω πρὸς τὰ κάτω κατὰ τὴν πρώτην <lb/>ἡλικίαν, διὰ τὸ ἐπὶ ταῦτα γίνεσθαι τὴν
						αὔξησιν. Διὰ ταύτην <lb/>δὲ τὴν αἰτίαν καὶ ἐπιληπτικὰ γίνεται· ὅμοιον γὰρ ὁ <lb/>ὕπνος
						ἐπιλήψει, καὶ ἔστι τρόπον τινὰ ὁ ὕπνος ἐπίληψις. <lb/>Διὸ καὶ συμβαίνει πολλοῖς ἡ ἀρχὴ
						τούτου τοῦ πάθους <lb/>καθεύδουσιν, καὶ καθεύδοντες μὲν ἁλίσκονται, ἐγρηγορότες δ’
						<lb/>οὔ· ὅταν γὰρ πολὺ φέρηται τὸ πνεῦμα ἄνω, καταβαῖνον <lb/>πάλιν τὰς φλέβας ὀγκοῖ,
						καὶ συνθλίβει τὸν πόρον δι’ <lb/>οὗ ἡ ἀναπνοὴ γίνεται. Διὸ τοῖς παιδίοις οὐ συμφέρουσιν
						οἱ <lb/>οἶνοι, οὐδὲ ταῖς τίτθαις (διαφέρει γὰρ ἴσως οὐδὲν αὐτὰ <lb/>πίνειν ἢ τὰς
						τίτθας), ἀλλὰ δεῖ πίνειν ὑδαρῆ καὶ ὀλίγον· <lb/>πνευματῶδες γὰρ ὁ οἶνος, καὶ τούτου
						μᾶλλον ὁ μέλας. <lb/>Οὕτω δὲ τὰ ἄνω πλήρη τῆς τροφῆς τοῖς παιδίοις, ὥστε <lb/>πέντε
						μηνῶν οὐδὲ στρέφουσι τὸν αὐχένα· ὥσπερ γὰρ τοῖς <lb/>σφόδρα μεθύουσιν, ὑγρότης
						ἀναφέρεται πολλή. Εὔλογον <lb/>δὲ τοῦτ’ εἶναι τὸ πάθος αἴτιον καὶ τοῦ ἠρεμεῖν ἐν ταῖς
						μήτραις <lb/>τὰ ἔμβρυα τὸ πρῶτον. Καὶ τὸ ὅλον δὲ φίλυπνοι οἱ <pb n="296"/> ἀδηλόφλεβοι
						καὶ οἱ νανώδεις καὶ οἱ μεγαλοκέφαλοι· τῶν <lb/>μὲν γὰρ αἱ φλέβες στεναί, ὥστ’ οὐ ῥᾴδιον
						διαρρεῖν κατιὸν <lb/>τὸ ὑγρόν, τοῖς δὲ νανώδεσι καὶ μεγαλοκεφάλοις ἡ ἄνω ὁρμὴ <lb/>πολλὴ
						καὶ ἀναθυμίασις. Οἱ δὲ φλεβώδεις οὐχ ὑπνωτικοὶ δι’ <lb/>εὔροιαν τῶν φλεβῶν, ἂν μή τι
						ἄλλο πάθος ἔχωσιν ὑπεναντίον. <lb/>Οὐδ’ οἱ μελαγχολικοί· κατέψυκται γὰρ ὁ εἴσω τόπος,
						<lb/>ὥστ’ οὐ γίνεται πλῆθος αὐτοῖς ἀναθυμιάσεως. Διὰ <lb/>τοῦτο γὰρ καὶ βρωτικοὶ σκληροὶ
						ὄντες· ὥσπερ γὰρ οὐδὲν <lb/>ἀπολελαυκότα διάκειται τὰ σώματα αὐτοῖς. Ἡ δὲ μέλαινα
						<lb/>χολὴ φύσει ψυχρὰ οὖσα καὶ τὸν θρεπτικὸν τόπον ψυχρὸν <lb/>ποιεῖ καὶ τἆλλα μόρια,
						ὅπου ἂν ὑπάρχῃ δυνάμει τὸ τοιοῦτον <lb/>περίττωμα. Ὥστε φανερὸν ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ὁ
						<lb/>ὕπνος ἐστὶ σύνοδός τις τοῦ θερμοῦ εἴσω καὶ ἀντιπερίστασις <lb/>φυσικὴ διὰ τὴν
						εἰρημένην αἰτίαν. Διὸ πολλὴ ἡ κίνησις <lb/>τοῦ ὑπνοῦντος. Ὅθεν δ’ ἐκλείπει, καταψύχεται,
						καὶ διὰ <lb/>ψύξιν καταπίπτει τὰ βλέφαρα. Καὶ τὰ μὲν ἄνω κατέψυκται <lb/>καὶ τὰ ἔξω, τὰ
						δ’ ἐντὸς καὶ τὰ κάτω θερμά, οἷον τὰ <lb/>περὶ τοὺς πόδας καὶ τὰ εἴσω. Καίτοι τις
						ἀπορήσειεν ἄν, <lb/>ὅτι μετὰ τὰ σιτία ἰσχυρότατος ὁ ὕπνος γίνεται, καὶ ἔστιν
						<lb/>ὑπνωτικὰ οἶνος καὶ ἄλλα θερμότητας ἔχοντα τοιαύτας. <lb/>Ἔστι δ’ οὐκ εὔλογον τὸν
						μὲν ὕπνον εἶναι κατάψυξιν, τὰ δ’ <lb/>αἴτια τοῦ καθεύδειν θερμά. Πότερον οὖν τοῦτο
						συμβαίνει <lb/>ὅτι ὥσπερ ἡ κοιλία κενὴ μὲν οὖσα θερμή ἐστιν, ἡ δὲ πλήρωσις <lb/>αὐτὴν
						καταψύχει διὰ τὴν κίνησιν, οὕτω καὶ οἱ ἐν τῇ <lb/>κεφαλῇ πόροι καὶ τόποι καταψύχονται
						ἀναφερομένης τῆς <lb/>ἀναθυμιάσεως; Ἢ ὥσπερ τοῖς προσχεομένοις τὸ θερμὸν <pb n="297"/>
						ἐξαίφνης φρίκη γίνεται, κἀκεῖ ἀνιόντος τοῦ θερμοῦ ἀθροιζόμενον <lb/>τὸ ψυχρὸν καταψύχει,
						καὶ τὸ κατὰ φύσιν θερμὸν <lb/>ποιεῖ ἐξαδυνατεῖν καὶ ὑποχωρεῖν; Ἔτι δὲ πολλῆς ἐμπιπτούσης
						<lb/>τροφῆς, ἣν ἀνάγει τὸ θερμόν, ὥσπερ τὸ πῦρ ἐπιτιθεμένων <lb/>τῶν ξύλων, καταψύχεται,
						ἕως ἂν καταπεφθῇ. Γίνεται <lb/>γὰρ ὁ ὕπνος, ὥσπερ εἴρηται, τοῦ σωματώδους ἀναφερομένου
						<lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ διὰ τῶν φλεβῶν πρὸς τὴν κεφαλήν. <lb/>Ὅταν δὲ μηκέτι δύνηται, ἀλλὰ
						τῷ πλήθει ὑπερβάλλῃ <lb/>τὸ ἀναχθέν, πάλιν ἀνταπωθεῖται καὶ κάτω ῥεῖ. Διὸ
						<lb/>καταπίπτουσί τε ὑποσπωμένου τοῦ θερμοῦ τοῦ ἀνάγοντος <lb/>οἱ ἄνθρωποι (μόνον γὰρ
						ὀρθὸν τῶν ζῴων), καὶ ἐπιπεσὸν <lb/>μὲν ἔκνοιαν ποιεῖ, ὕστερον δὲ φαντασίαν. Ἢ αἱ μὲν
						<lb/>νῦν λεγόμεναι λύσεις ἐνδεχόμεναι μέν εἰσι τοῦ γίνεσθαι <lb/>τὴν κατάψυξιν· οὐ μὴν
						ἀλλὰ κύριός γ’ ἐστὶν ὁ τόπος ὁ <lb/>περὶ τὸν ἐγκέφαλον, ὥσπερ ἐν ἄλλοις εἴρηται. Πάντων
						δ’ <lb/>ἐστὶ τῶν ἐν τῷ σώματι ψυχρότατον ὁ ἐγκέφαλος, τοῖς δὲ <lb/>μὴ ἔχουσι τὸ ἀνάλογον
						τούτῳ μόριον. Ὥσπερ οὖν τὸ <lb/>ἀπατμίζον ὑγρὸν ὑπὸ τῆς τοῦ ἡλίου θερμότητος, ὅταν ἔλθῃ
						<lb/>εἰς τὸν ἄνω τόπον, διὰ τὴν ψυχρότητα αὐτοῦ καταψύχεται <lb/>καὶ συστὰν καταφέρεται
						γενόμενον πάλιν ὕδωρ, οὕτως ἐν τῇ <lb/>ἀναφορᾷ τοῦ θερμοῦ τῇ πρὸς τὸν ἐγκέφαλον ἡ μὲν
						περιττωματικὴ <lb/>ἀναθυμίασις εἰς φλέγμα συνέρχεται (διὸ καὶ οἱ <lb/>κατάρροι φαίνονται
						γιγνόμενοι ἐκ τῆς κεφαλῆς), ἡ δὲ τρόφιμος <lb/>καὶ μὴ νοσώδης καταφέρεται συνισταμένη
						καὶ καταψύχει <lb/>τὸ θερμόν. Πρὸς δὲ τὸ καταψύχεσθαι καὶ μὴ δέχεσθαι <pb n="298"/>
						ῥᾳδίως τὴν ἀναθυμίασιν συμβάλλεται καὶ ἡ λεπτότης καὶ ἡ <lb/>στενότης τῶν περὶ τὸν
						ἐγκέφαλον φλεβῶν. Τῆς μὲν οὖν <lb/>καταψύξεως τοῦτ’ ἐστὶν αἴτιον, καίπερ τῆς
						ἀναθυμιάσεως <lb/>ὑπερβαλλούσης τῇ θερμότητι. Ἐγείρεται δ’, ὅταν πεφθῇ <lb/>καὶ κρατήσῃ
						ἡ συνεωσμένη θερμότης ἐν ὀλίγῳ πολλὴ ἐκ τοῦ <lb/>περιεστῶτος, καὶ διακριθῇ τό τε
						σωματωδέστερον αἷμα καὶ <lb/>τὸ καθαρώτατον. Ἔστι δὲ λεπτότατον μὲν αἷμα καὶ
						<lb/>καθαρώτατον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ, παχύτατον δὲ καὶ θολερώτατον <lb/>τὸ ἐν τοῖς κάτω
						μέρεσιν. Παντὸς δὲ τοῦ αἵματος <lb/>ἀρχή, ὥσπερ εἴρηται καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν ἄλλοις, ἡ
						καρδία. <lb/>Τῶν δ’ ἐν τῇ καρδίᾳ ἑκατέρας τῆς θαλάμης κοινὴ ἡ μέση· <lb/>ἐκείνων δ’
						ἑκατέρα δέχεται ἐξ ἑκατέρας τῆς φλεβός, τῆς τε <lb/>μεγάλης καλουμένης καὶ τῆς ἀορτῆς·
						ἐν δὲ τῇ μέσῃ γίνεται <lb/>ἡ διάκρισις. Ἀλλὰ τὸ μὲν διορίζειν περὶ τούτων ἑτέρων
						<lb/>ἐστὶ λόγων οἰκειότερον. Διὰ δὲ τὸ γίνεσθαι ἀδιακριτώτερον <lb/>τὸ αἷμα μετὰ τὴν τῆς
						τροφῆς προσφορὰν ὁ ὕπνος <lb/>γίνεται, ἕως ἂν διακριθῇ τοῦ αἵματος τὸ μὲν καθαρώτερον
						<lb/>εἰς τὰ ἄνω, τὸ δὲ θολερώτερον εἰς τὰ κάτω· ὅταν δὲ <lb/>τοῦτο συμβῇ, ἐγείρονται
						ἀπολυθέντα τοῦ ἐκ τῆς τροφῆς <lb/>βάρους. Τί μὲν οὖν τὸ αἴτιον τοῦ καθεύδειν, εἴρηται,
						ὅτι <lb/>ἡ ὑπὸ τοῦ σωματώδους τοῦ ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ συμφύτου <lb/>θερμοῦ
						ἀντιπερίστασις ἀθρόως ἐπὶ τὸ πρῶτον αἰσθητήριον· <lb/>καὶ τί ἐστιν ὁ ὕπνος, ὅτι τοῦ
						πρώτου αἰσθητηρίου <lb/>κατάληψις πρὸς τὸ μὴ δύνασθαι ἐνεργεῖν, ἐξ ἀνάγκης μὲν
						<lb/>γινόμενος (οὐ γὰρ ἐνδέχεται ζῷον εἶναι μὴ συμβαινόντων <lb/>τῶν ἀπεργαζομένων
						αὐτό,) ἕνεκα δὲ σωτηρίας· σώζει γὰρ <lb/>ἡ ἀνάπαυσις. </p></div></div></body></text></TEI>