<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τροφῆς γε χάριν ὑποληπτέον γίνεσθαι <lb/>τὴν ἀναπνοήν, ὡς τρεφομένου τῷ
						πνεύματι τοῦ ἐντὸς πυρός, <lb/>καὶ ἀναπνέοντος μὲν ὥσ περ ἐπὶ πῦρ ὑπέκκαυμα
						ὑποβάλλεσθαι, <lb/>τραφέντος δὲ τοῦ πυρὸς γίνεσθαι τὴν ἐκπνοήν. Ταὐτὰ <lb/>γὰρ ἐροῦμεν
						πάλιν καὶ πρὸς τοῦτον τὸν λόγον ἅπερ πρὸς <lb/>τοὺς ἔμπροσθεν· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἄλλων
						ζῴων ἐχρῆν τοῦτο <lb/>συμβαίνειν ἢ τὸ ἀνάλογον τούτῳ· πάντα γὰρ ἔχει θερμότητα
						<lb/>ζωτικήν. Ἔπειτα καὶ τὸ γίνεσθαι τὸ θερμὸν ἐκ τοῦ <lb/>πνεύματος τίνα χρὴ τρόπον
						λέγειν, πλασματῶδες ὄν· <lb/>μᾶλλον γὰρ ἐκ τῆς τροφῆς τοῦτο γινόμενον ὁρῶμεν. Συμβαίνει
						<lb/>τε κατὰ ταὐτὸ δέχεσθαι τὴν τροφὴν καὶ τὸ περίττωμα <lb/>ἀφιέναι· τοῦτο δ’ ἐπὶ τῶν
						ἄλλων οὐχ ὁρῶμεν <lb/>γινόμενον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>Λέγει δὲ περὶ ἀναπνοῆς καὶ Ἐμπεδοκλῆς, οὐ μέντοι τίνος <lb/>γ’ ἕνεκα, οὐδὲ περὶ πάντων
						τῶν ζῴων οὐδὲν ποιεῖ δῆλον, εἴτε <pb n="336"/> ἀναπνέουσιν εἴτε μή. Καὶ περὶ τῆς διὰ τῶν
						μυκτήρων ἀναπνοῆς <lb/>λέγων οἴεται καὶ περὶ τῆς κυρίας λέγειν ἀναπνοῆς. <lb/>Ἔστι γὰρ
						καὶ διὰ τῆς ἀρτηρίας ἐκ τῶν στηθῶν ἡ ἀναπνοή, <lb/>καὶ ἡ διὰ τῶν μυκτήρων· αὐτοῖς δὲ
						χωρὶς ἐκείνης οὐκ <lb/>ἔστιν ἀναπνεῦσαι τοῖς μυκτῆρσιν. Καὶ τῆς μὲν διὰ τῶν
						<lb/>μυκτήρων γινομένης ἀναπνοῆς στερισκόμενα τὰ ζῷα οὐδὲν <lb/>πάσχουσι, τῆς δὲ κατὰ
						τὴν ἀρτηρίαν ἀποθνήσκουσιν. <lb/>Καταχρῆται γὰρ ἡ φύσις ἐν παρέργῳ τῇ διὰ τῶν μυκτήρων
						<lb/>ἀναπνοῇ πρὸς τὴν ὄσφρησιν ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων· διόπερ <lb/>ὀσφρήσεως μὲν σχεδὸν
						μετέχει πάντα τὰ ζῷα, ἔστι δ’ οὐ <lb/>πᾶσι τὸ αὐτὸ αἰσθητήριον. Εἴρηται δὲ περὶ αὐτῶν ἐν
						ἑτέροις <lb/>σαφέστερον. Γίνεσθαι δέ φησι τὴν ἀναπνοὴν καὶ ἐκπνοὴν <lb/>διὰ τὸ φλέβας
						εἶναί τινας, ἐν αἷς ἔνεστι μὲν αἷμα, οὐ <lb/>μέντοι πλήρεις εἰσὶν αἵματος, ἔχουσι δὲ
						πόρους εἰς τὸν ἔξω <lb/>ἀέρα, τῶν μὲν τοῦ σώματος μορίων ἐλάττους, τῶν δὲ τοῦ <lb/>ἀέρος
						μείζους· διὸ τοῦ αἵματος πεφυκότος κινεῖσθαι ἄνω <lb/>καὶ κάτω, κάτω μὲν φερομένου
						εἰσρεῖν τὸν ἀέρα καὶ γίνεσθαι <lb/>ἀναπνοήν, ἄνω δ’ ἰόντος ἐκπίπτειν θύραζε καὶ γίνεσθαι
						τὴν <lb/>ἐκπνοήν, παρεικάζων τὸ συμβαῖνον ταῖς κλεψύδραις.</p><lg><l>Ὧδε δ’ ἀναπνεῖ πάντα καὶ ἐκπνεῖ. Πᾶσι λίφαιμοι</l><l>σαρκῶν σύριγγες πύματον κατὰ σῶμα τέτανται,</l><l>καί σφιν ἐπὶ στομίοις πυκναῖς τέτρηνται ἄλοξιν</l><l>ῥινῶν ἔσχατα τέρθρα διαμπερές, ὥστε φόνον μέν</l><l>κεύθειν, αἰθέρι δ’ εὐπορίην διόδοισι τετμῆσθαι.</l><l>Ἔνθεν ἔπειθ’ ὁπόταν μὲν ἀπαΐξῃ τέρεν αἷμα,</l><pb n="337"/><l>αἰθὴρ παφλάζων καταβήσεται οἴδματι μάργῳ,</l><l>εὖτε δ’ ἀναθρώσκει, πάλιν ἐκπνεῖ, ὥσ περ ὅταν παῖς</l><l>κλεψύδρην παίζησι δι’ εὐπετέος χαλκοῖο.</l><l>Εὖτε μὲν αὐλοῦ πορθμὸν ἐπ’ εὐειδεῖ χερὶ θεῖσα</l><l>εἰς ὕδατος βάπτῃσι τέρεν δέμας ἀργυφέοιο,</l><l>οὐδ’ ὅγ’ ἐς ἄγγος δ’ ὄμβρος ἐσέρχεται, ἀλλά μιν εἴργει</l><l>ἀέρος ὄγκος ἔσωθε πεσὼν ἐπὶ τρήματα πυκνά,</l><l>εἰσόκ’ ἀποστεγάσῃ πυνικὸν ῥόον· αὐτὰρ ἔπειτα</l><l>πνεύματος ἐλλείποντος ἐσέρχεται αὔξιμον ὕδωρ.</l><l>Ὡς δ’ αὕτως ὅθ’ ὕδωρ μὲν ἔχει κατὰ βένθεα χαλκοῦ</l><l>πορθμοῦ χωσθέντος βροτέῳ χροῒ ἠδὲ πόροιο,</l><l>αἰθὴρ δ’ ἐκτὸς ἔσω λελιημένος ὄμβρον ἐρύκει</l><l>ἀμφὶ πύλας ἰσθμοῖο δυσηχέος, ἄκρα κρατύνων,</l><l>εἰσόκε χειρὶ μεθῇ· τότε δ’ αὖ πάλιν, ἔμπαλιν ἢ πρίν,</l><l>πνεύματος ἐμπίπτοντος ὑπεκθέει αὔξιμον ὕδωρ.</l><l>Ὡς δ’ αὕτως τέρεν αἷμα κλαδασσόμενον διὰ γυίων</l><l>ὁππότε μὲν παλίνορσον ἐπαΐξειε μυχόνδε,</l><pb n="338"/><l>αἰθέρος εὐθὺς ῥεῦμα κατέρχεται οἴδματι θῦον,</l><l>εὖτε δ’ ἀναθρώσκῃ, πάλιν ἐκπνεῖ ἶσον ὀπίσσω.</l></lg><p>Λέγει μὲν οὖν ταῦτα περὶ τοῦ ἀναπνεῖν, ἀναπνεῖ δ’, ὥσπερ <lb/>εἴπομεν, τὰ φανερῶς
						ἀναπνέοντα διὰ τῆς ἀρτηρίας, διά τε <lb/>τοῦ στόματος ἅμα καὶ διὰ τῶν μυκτήρων. Ὥστ’ εἰ
						μὲν <lb/>περὶ ταύτης λέγει τῆς ἀναπνοῆς, ἀναγκαῖον ζητεῖν πῶς <lb/>ἐφαρμόσει ὁ εἰρημένος
						λόγος τῆς αἰτίας· φαίνεται γὰρ <lb/>τοὐναντίον συμβαῖνον. Ἄραντες μὲν γὰρ τὸν τόπον,
						καθάπερ <lb/>τὰς φύσας ἐν τοῖς χαλκείοις, ἀναπνέουσιν· αἴρειν δὲ τὸ <lb/>θερμὸν εὔλογον,
						ἔχειν δὲ τὸ αἷμα τὴν τοῦ θερμοῦ χώραν· <lb/>συνιζάνοντες δὲ καὶ καταπνίγοντες, ὥσπερ
						ἐκεῖ τὰς φύσας, <lb/>ἐκπνέουσιν. Πλὴν ἐκεῖ μὲν οὐ κατὰ ταὐτὸν εἰσδέχονταί <lb/>τε τὸν
						ἀέρα καὶ πάλιν ἐξιᾶσιν, οἱ δ’ ἀναπνέοντες κατὰ <lb/>ταὐτόν. Εἰ δὲ περὶ τῆς κατὰ τοὺς
						μυκτῆρας λέγει μόνης, <lb/>πολὺ διημάρτηκεν· οὐ γάρ ἐστιν ἀναπνοὴ μυκτήρων ἴδιος,
						<lb/>ἀλλὰ παρὰ τὸν αὐλῶνα τὸν περὶ τὸν γαργαρεῶνα, ᾗ τὸ <lb/>ἔσχατον τοῦ ἐν τῷ στόματι
						οὐρανοῦ, συντετρημένων τῶν <lb/>μυκτήρων χωρεῖ τὸ μὲν ταύτῃ τοῦ πνεύματος, τὸ δὲ διὰ
						<lb/>τοῦ στόματος, ὁμοίως εἰσιόν τε καὶ ἐξιόν. Τὰ μὲν οὖν <lb/>παρὰ τῶν ἄλλων εἰρημένα
						περὶ τοῦ ἀναπνεῖν τοιαύτας καὶ <lb/>τοσαύτας ἔχει δυσχερείας. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Ἐπεὶ δὲ εἴρηται πρότερον ὅτι τὸ ζῆν καὶ ἡ τῆς ψυχῆς <lb/>ἕξις μετὰ θερμότητός τινός
						ἐστιν· οὐδὲ γὰρ ἡ πέψις, δι’ ἧς <lb/>ἡ τροφὴ γίνεται τοῖς ζῴοις, οὔτ’ ἄνευ ψυχῆς οὔτ’
						ἄνευ θερμότητός <lb/>ἐστιν· πυρὶ γὰρ ἐργάζεται πάντα. Διόπερ ἐν ᾧ <pb n="339"/> πρώτῳ
						τόπῳ τοῦ σώματος καὶ ἐν ᾧ πρώτῳ τοῦ τόπου τούτου <lb/>μορίῳ τὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι
						τὴν τοιαύτην, ἐνταῦθα <lb/>καὶ τὴν πρώτην τὴν θρεπτικὴν ψυχὴν ἀναγκαῖον ὑπάρχειν.
						<lb/>Οὗτος δ’ ἐστὶν ὁ μέσος τόπος τοῦ τε δεχομένου τὴν <lb/>τροφὴν καὶ καθ’ ὃν ἀφίησι τὸ
						περίττωμα. Τοῖς μὲν οὖν <lb/>ἀναίμοις ἀνώνυμον, τοῖς δ’ ἐναίμοις ἡ καρδία τοῦτο τὸ
						μόριόν <lb/>ἐστιν. Ἡ τροφὴ μὲν γὰρ ἐξ ἧς ἤδη γίνεται τὰ μόρια <lb/>τοῖς ζῴοις, ἡ τοῦ
						αἵματος φύσις ἐστίν. Τοῦ δ’ αἵματος καὶ <lb/>τῶν φλεβῶν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον εἶναι·
						θατέρου <lb/>γὰρ ἕνεκα θάτερόν ἐστιν, ὡς ἀγγεῖον καὶ δεκτικόν. Ἀρχὴ <lb/>δὲ τῶν φλεβῶν ἡ
						καρδία τοῖς ἐναίμοις· οὐ γὰρ διὰ ταύτης, <lb/>ἀλλ’ ἐκ ταύτης ἠρτημέναι πᾶσαι
						τυγχάνουσιν. Δῆλον δ’ <lb/>ἡμῖν τοῦτο ἐκ τῶν ἀνατομῶν. Τὰς μὲν οὖν ἄλλας δυνάμεις
						<lb/>τῆς ψυχῆς ἀδύνατον ὑπάρχειν ἄνευ τῆς θρεπτικῆς (δι’ ἣν δ’ <lb/>αἰτίαν, εἴρηται
						πρότερον ἐν τοῖς περὶ ψυχῆς), ταύτην δ’ ἄνευ <lb/>τοῦ φυσικοῦ πυρός· ἐν τούτῳ γὰρ ἡ
						φύσις ἐμπεπύρευκεν <lb/>αὐτήν. Φθορὰ δὲ πυρός, ὥσ περ εἴρηται πρότερον, σβέσις <lb/>καὶ
						μάρανσις. Σβέσις μὲν ἡ ὑπὸ τῶν ἐναντίων· διό περ <lb/>ἀθρόον τε ὑπὸ τῆς τοῦ περιέχοντος
						ψυχρότητος, καὶ <lb/>θᾶττον ὅτι σβέννυται διασπώμενον. Αὕτη μὲν οὖν ἡ <lb/>φθορὰ βίαιος
						ὁμοίως ἐπὶ τῶν ἐμψύχων καὶ τῶν ἀψύχων <lb/>ἐστίν· καὶ γὰρ ὀργάνοις διαιρουμένου τοῦ
						ζῴου, καὶ πηγνυμένου <lb/>διὰ ψύχους ὑπερβολήν, ἀποθνήσκουσιν. Ἡ δὲ μάρανσις <lb/>διὰ
						πλῆθος θερμότητος· καὶ γὰρ ἂν ὑπερβάλλῃ τὸ <lb/>πέριξ θερμόν, καὶ τροφὴν ἐὰν μὴ λαμβάνῃ,
						φθείρεται τὸ <lb/>πυρούμενον, οὐ ψυχόμενον ἀλλὰ μαραινόμενον. Ὥστ’ <lb/>ἀνάγκη γίνεσθαι
						κατάψυξιν, εἰ μέλλει τεύξεσθαι σωτηρίας· <lb/>τοῦτο γὰρ βοηθεῖ πρὸς ταύτην τὴν φθοράν.
					</p></div><pb n="340"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Ἐπεὶ δὲ τῶν ζῴων τὰ μὲν ἔνυδρα, τὰ δ’ ἐν τῇ γῇ ποιεῖται <lb/>τὴν διατριβήν, τούτων τοῖς
						μὲν μικροῖς πάμπαν καὶ <lb/>τοῖς ἀναίμοις ἡ γινομένη ἐκ τοῦ περιέχοντος ἢ ὕδατος ἢ ἀέρος
						<lb/>ψύξις ἱκανὴ πρὸς τὴν βοήθειαν τῆς φθορᾶς ταύτης· <lb/>μικρὸν γὰρ ἔχοντα τὸ θερμὸν
						μικρᾶς δέονται τῆς βοηθείας. <lb/>Διὸ καὶ βραχύβια σχεδὸν πάντα τὰ τοιαῦτ’ ἐστίν· ἐπ’
						ἀμφότερα <lb/>γὰρ μικρᾶς ὄντα τυγχάνει ῥοπῆς. Ὅσα δὲ μακροβιώτερα <lb/>τῶν ἐντόμων
						(ἄναιμα γάρ ἐστι πάντα τὰ ἔντομα), <lb/>τούτοις ὑπὸ τὸ διάζωμα διέσχισται, ὅπως διὰ
						λεπτοτέρου <lb/>ὄντος τοῦ ὑμένος ψύχηται· μᾶλλον γὰρ ὄντα θερμὰ <lb/>πλείονος δεῖται τῆς
						καταψύξεως, οἷον αἱ μέλιτται (τῶν γὰρ <lb/>μελιττῶν ἔνιαι ζῶσι καὶ ἑπτὰ ἔτη) καὶ τἆλλα
						δὲ ὅσα βομβεῖ, <lb/>οἷον σφῆκες καὶ μηλολόνθαι καὶ τέττιγες. Καὶ γὰρ <lb/>τὸν ψόφον
						ποιοῦσι πνεύματι, οἷον ἀσθμαίνοντα· ἐν αὐτῷ <lb/>γὰρ τῷ ὑποζώματι, τῷ ἐμφύτῳ πνεύματι
						αἴροντι καὶ συνίζοντι, <lb/>συμβαίνει πρὸς τὸν ὑμένα γίνεσθαι τρίψιν· κινοῦσι <lb/>γὰρ
						τὸν τόπον τοῦτον, ὥσπερ τὰ ἀναπνέοντα ἔξωθεν τῷ <lb/>πλεύμονι καὶ οἱ ἰχθύες τοῖς
						βραγχίοις. Παραπλήσιον γὰρ <lb/>συμβαίνει κἂν εἴ τίς τινα τῶν ἀναπνεόντων πνίγοι, τὸ
						<lb/>στόμα κατασχών· καὶ γὰρ ταῦτα ποιήσει τῷ πλεύμονι τὴν <lb/>ἄρσιν ταύτην. Ἀλλὰ
						τούτοις μὲν οὐχ ἱκανὴν ἡ τοιαύτη <lb/>ποιεῖ κίνησις κατάψυξιν, ἐκείνοις δ’ ἱκανήν. Καὶ
						τῇ τρίψει <lb/>τῇ πρὸς τὸν ὑμένα ποιοῦσι τὸν βόμβον, ὥσπερ λέγομεν, <lb/>οἷον διὰ τῶν
						καλάμων τῶν τετρυπημένων τὰ παιδία, ὅταν <lb/>ἐπιθῶσιν ὑμένα λεπτόν. Διὰ γὰρ τοῦτο καὶ
						τῶν τεττίγων <lb/>οἱ ᾄδοντες ᾄδουσιν· θερμότεροι γάρ εἰσι, καὶ ἔσχισται αὐτοῖς <lb/>ὑπὸ
						τὸ ὑπόζωμα· τοῖς δὲ μὴ ᾄδουσι τοῦτ’ ἐστὶν ἄσχιστον. <pb n="341"/> Καὶ τῶν ἐναίμων δὲ καὶ
						πλεύμονα ἐχόντων, ὀλίγαιμον δ’ <lb/>ἐχόντων καὶ σομφόν, ἔνια διὰ τοῦτο πολὺν χρόνον
						δύνανται <lb/>ἀπνευστὶ ζῆν, ὅτι ὁ πλεύμων ἄρσιν ἔχει πολλήν, ὀλίγον <lb/>ἔχων τὸ αἷμα
						καὶ τὸ ὑγρόν· ἡ γὰρ οἰκεία κίνησις ἐπὶ πολὺν <lb/>χρόνον διαρκεῖ καταψύχουσα. Τέλος δ’
						οὐ δύναται, <lb/>ἀλλ’ ἀποπνίγεται μὴ ἀναπνεύσαντα, καθάπερ εἴρηται καὶ <lb/>πρότερον·
						τῆς γὰρ μαράνσεως ἡ διὰ τὸ μὴ ψύχεσθαι φθορὰ <lb/>καλεῖται πνίξις, καὶ τὰ οὕτω
						φθειρόμενα ἀποπνίγεσθαί <lb/>φαμεν. Ὅτι δ’ οὐκ ἀναπνεῖ τὰ ἔντομα τῶν ζῴων, εἴρηται
						<lb/>μὲν καὶ πρότερον, φανερὸν δὲ καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν ἐστὶ <lb/>ζῴων, οἷον μυιῶν καὶ
						μελιττῶν· ἐν γὰρ τοῖς ὑγροῖς πολὺν <lb/>χρόνον ἀνανήχεται, ἂν μὴ λίαν ᾖ θερμὸν ἢ ψυχρόν.
						Καίτοι <lb/>τὰ μικρὰν ἔχοντα δύναμιν πυκνότερον ζητεῖ ἀναπνεῖν. <lb/>Ἀλλὰ φθείρεται
						ταῦτα καὶ λέγεται ἀποπνίγεσθαι πληρουμένης <lb/>τῆς κοιλίας καὶ φθειρομένου τοῦ ἐν τῷ
						ὑποζώματι <lb/>ὑγροῦ. Διὸ καὶ ἐν τῇ τέφρᾳ χρονισθέντα ἀνίσταται. <lb/>Καὶ τῶν ἐν τῷ ὑγρῷ
						δὲ ζώντων ὅσα ἄναιμα, πλείω χρόνον <lb/>ζῇ ἐν τῷ ἀέρι τῶν ἐναίμων καὶ δεχομένων τὴν
						θάλατταν, <lb/>οἷον τῶν ἰχθύων· διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον ἔχειν τὸ θερμὸν ὁ ἀὴρ <lb/>ἱκανός
						ἐστιν ἐπὶ πολὺν χρόνον καταψύχειν, οἷον τοῖς τε <lb/>μαλακοστράκοις καὶ τοῖς πολύποσιν.
						Οὐ μὴν εἰς τέλος <lb/>γε διαρκεῖ πρὸς τὸ ζῆν, διὰ τὸ ὀλιγόθερμα εἶναι, ἐπεὶ <lb/>καὶ τῶν
						ἰχθύων οἱ πολλοὶ ζῶσιν ἐν τῇ γῇ, ἀκινητίζοντες <lb/>μέντοι, καὶ εὑρίσκονται ὀρυττόμενοι.
						Ὅσα γὰρ ἢ μηδ’ <lb/>ὅλως ἔχει πλεύμονα ἢ ἄναιμον, ἐλαττονάκις δεῖται <lb/>καταψύξεως.
					</p></div><pb n="342"/><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἀναίμων, ὅτι τοῖς μὲν ὁ περιέχων ἀὴρ <lb/>τοῖς δὲ τὸ ὑγρὸν βοηθεῖ πρὸς
						τὴν ζωήν, εἴρηται· τοῖς <lb/>δ’ ἐναίμοις καὶ τοῖς ἔχουσι καρδίαν, ὅσα μὲν ἔχει πλεύμονα,
						<lb/>πάντα δέχεται τὸν ἀέρα καὶ τὴν κατάψυξιν ποιεῖται <lb/>διὰ τοῦ ἀναπνεῖν καὶ
						ἐκπνεῖν. Ἔχει δὲ πλεύμονα τά τε <lb/>ζῳοτοκοῦντα ἐν αὑτοῖς καὶ μὴ θύραζε μόνον (τὰ γὰρ
						σελάχη <lb/>ζῳοτοκεῖ μέν, ἀλλ’ οὐκ ἐν αὑτοῖς) καὶ τῶν ᾠοτοκούντων <lb/>τά τε πτερυγωτά,
						οἷον ὄρνιθες, καὶ τὰ φολιδωτά, οἷον <lb/>χελῶναι καὶ σαῦραι καὶ ὄφεις. Ἐκεῖνα μὲν οὖν
						ἔναιμον, <lb/>τούτων δὲ τὰ πλεῖστα τὸν πλεύμονα ἔχει σομφόν. Διὸ καὶ <lb/>τῇ ἀναπνοῇ
						χρῆται μανότερον, ὥσπερ εἴρηται καὶ πρότερον. <lb/>Χρῆται δὲ πάντα καὶ ὅσα διατρίβει καὶ
						ποιεῖται τὸν <lb/>βίον ἐν τοῖς ὕδασιν, οἷον τὸ τῶν ὕδρων γένος καὶ βατράχων <lb/>καὶ
						κροκοδείλων καὶ ἑμύδων καὶ χελῶναι αἵ τε θαλάττιαι <lb/>καὶ αἱ χερσαῖαι καὶ φῶκαι· ταῦτα
						γὰρ πάντα <lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ τίκτει ἐν τῷ ξηρῷ, καὶ καθεύδει ἢ ἐν <lb/>τῷ ξηρῷ, ἢ
						ἐν τῷ ὑγρῷ ὑπερέχοντα τὸ στόμα διὰ τὴν ἀναπνοήν. <lb/>Ὅσα δὲ βράγχια ἔχει, πάντα
						καταψύχεται δεχόμενα <lb/>τὸ ὕδωρ· ἔχει δὲ βράγχια τὸ τῶν καλουμένων σελαχῶν <lb/>γένος
						καὶ τῶν ἄλλων ἀπόδων. Ἄποδες δ’ οἱ ἰχθύες <lb/>πάντες· καὶ γὰρ ἃ ἔχει, καθ’ ὁμοιότητα
						τῶν πτερυγίων <lb/>ἔχουσιν. Τῶν δὲ πόδας ἐχόντων ἓν ἔχει βράγχιον μόνον <lb/>τῶν
						τεθεωρημένων ὁ καλούμενος κορδύλος. Ἅμα δὲ πλεύμονα <lb/>καὶ βράγχια οὐδὲν ὦπταί πω
						ἔχον. Αἴτιον δ’ ὅτι ὁ <lb/>μὲν πλεύμων τῆς ὑπὸ τοῦ πνεύματος καταψύξεως ἕνεκέν ἐστιν
						<lb/>(ἔοικε δὲ καὶ τοὔνομα εἰληφέναι ὁ πνεύμων διὰ τὴν τοῦ <pb n="343"/> πνεύματος
						ὑποδοχήν), τὰ δὲ βράγχια πρὸς τὴν ἀπὸ τοῦ <lb/>ὕδατος κατάψυξιν· ἓν δ’ ἐφ’ ἓν ὄργανον
						χρήσιμον, καὶ <lb/>μία κατάψυξις ἱκανὴ πᾶσιν. Ὤστ’ ἐπεὶ μάτην οὐδὲν ὁρῶμεν <lb/>ποιοῦσαν
						τὴν φύσιν, δυοῖν δ’ ὄντοιν θάτερον ἂν ἦν μάτην, <lb/>διὰ τοῦτο τὰ μὲν ἔχει βράγχια τὰ δὲ
						πνεύμονα, ἄμφω δ’ <lb/>οὐδέν. </p></div></div></body></text></TEI>