<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Ὃν δὲ τρόπον ἡ καρδία τὴν σύντρησιν ἔχει πρὸς τὸν <lb/>πλεύμονα, δεῖ θεωρεῖν ἔκ τε τῶν
						ἀνατεμνομένων καὶ τῶν <lb/>ἱστοριῶν τῶν περὶ τὰ ζῷα γεγραμμένων. Καταψύξεως <lb/>μὲν οὖν
						ὅλως ἡ τῶν ζῴων δεῖται φύσις διὰ τὴν ἐν τῇ καρδίᾳ <lb/>τῆς ψυχῆς ἐμπύρωσιν. Ταύτην δὲ
						ποιεῖται διὰ τῆς ἀναπνοῆς, <lb/>ὅσα μὴ μόνον ἔχουσι καρδίαν ἀλλὰ καὶ πνεύμονα τῶν
						<lb/>ζῴων. Τὰ δὲ καρδίαν μὲν ἔχοντα, πνεύμονα δὲ μή, καθάπερ <lb/>οἱ ἰχθύες διὰ τὸ
						ἔνυδρον αὐτῶν τὴν φύσιν εἶναι, τῷ ὕδατι <lb/>ποιοῦνται τὴν κατάψυξιν διὰ τῶν βραγχίων.
						Ὡς δ’ ἡ θέσις <lb/>ἔχει τῆς καρδίας πρὸς τὰ βράγχια, πρὸς μὲν τὴν ὄψιν ἐκ <lb/>τῶν
						ἀνατομῶν δεῖ θεωρεῖν, πρὸς δ’ ἀκρίβειαν ἐκ τῶν ἱστοριῶν· <lb/>ὡς δ’ ἐν κεφαλαίοις εἰπεῖν
						καὶ νῦν, ἔχει τόνδε τὸν <lb/>τρόπον. Δόξειε μὲν γὰρ ἂν οὐχ ὡσαύτως ἔχειν τὴν θέσιν
						<lb/>ἡ καρδία τοῖς τε πεζοῖς τῶν ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσιν, ἔχει <lb/>δ’ ὡσαύτως. Ἧι γὰρ
						νεύουσι τὰς κεφαλάς, ἐνταῦθ’ ἡ καρδία <pb n="349"/> τὸ ὀξὺ ἔχει. Ἐπεὶ δὲ οὐχ ὡσαύτως αἱ
						κεφαλαὶ νεύουσι <lb/>τοῖς τε πεζοῖς τῶν ζῴων καὶ τοῖς ἰχθύσι, πρὸς τὸ στόμα ἡ
						<lb/>καρδία τὸ ὀξὺ ἔχει. Τείνει δ’ ἐξ ἄκρου τῆς καρδίας αὐλὸς <lb/>φλεβονευρώδης εἰς τὸ
						μέσον, ᾗ συνάπτουσιν ἀλλήλοις πάντα <lb/>τὰ βράγχια. Μέγιστος μὲν οὖν οὗτός ἐστιν, ἔνθεν
						δὲ <lb/>καὶ ἔνθεν τῆς καρδίας καὶ ἕτεροι τείνουσιν εἰς ἄκρον ἑκάστου <lb/>τῶν βραγχίων,
						δι’ ὧν ἡ κατάψυξις γίνεται πρὸς τὴν καρδίαν, <lb/>διαυλωνίζοντος ἀεὶ τοῦ ὕδατος διὰ τῶν
						βραγχίων. <lb/>Ὡσαύτως δὲ τοῖς ἀναπνέουσιν ὁ θώραξ ἄνω καὶ κάτω κινεῖται <lb/>πολλάκις
						δεχομένων τὸ πνεῦμα καὶ ἐξιέντων, ὡς τὰ <lb/>βράγχια τοῖς ἰχθύσιν. Καὶ τὰ μὲν ἀναπνέοντα
						ἐν ὀλίγῳ <lb/>ἀέρι καὶ τῷ αὐτῷ ἀποπνίγονται· ταχέως γὰρ ἑκάτερον <lb/>αὐτῶν γίνεται
						θερμόν· θερμαίνει γὰρ ἡ τοῦ αἵματος θίξις <lb/>ἑκάτερον. θερμὸν δ’ ὂν τὸ αἷμα κωλύει τὴν
						κατάψυξιν· καὶ <lb/>μὴ δυναμένων κινεῖν τῶν μὲν ἀναπνεόντων τὸν πνεύμονα τῶν <lb/>δ’
						ἐνύδρων τὰ βράγχια διὰ πάθος ἢ διὰ γῆρας, τότε συμβαίνειν <lb/>τὴν τελευτήν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Ἔστι μὲν οὖν πᾶσι τοῖς ζῴοις κοινὸν γένεσις καὶ θάνατος, <lb/>οἱ δὲ τρόποι διαφέρουσι
						τῷ εἴδει· οὐ γὰρ ἀδιάφορος ἡ <lb/>φθορά, ἀλλ’ ἔχει τι κοινόν. Θάνατος δ’ ἐστὶν ὁ μὲν
						βίαιος <lb/>ὁ δὲ κατὰ φύσιν, βίαιος μὲν ὅταν ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν ᾖ, κατὰ <lb/>φύσιν δ’ ὅταν ἐν
						αὐτῷ. Καὶ ἡ τοῦ μορίου σύστασις ἐξ <lb/>ἀρχῆς τοιαύτη, ἀλλὰ μὴ ἐπίκτητόν τι πάθος. Τοῖς
						μὲν οὖν <lb/>φυτοῖς αὔανσις, ἐν δὲ τοῖς ζῴοις καλεῖται τοῦτο γῆρας. <lb/>Ἔστι δὲ θάνατος
						καὶ ἡ φθορὰ πᾶσιν ὁμοίως τοῖς μὴ <lb/>ἀτελέσιν· τούτοις δὲ παρομοίως μέν, ἄλλον δὲ
						τρόπον. <lb/>Ἀτελῆ δὲ λέγω οἷον τά τε ᾠὰ καὶ τὰ σπέρματα τῶν φυτῶν, <lb/>ὅσα ἄρριζα.
						Πᾶσι μἐν οὖν ἡ φθορὰ γίνεται διὰ θερμοῦ <pb n="350"/> τινὸς ἔκλειψιν, τοῖς δὲ τελείοις,
						ἐν ᾧ τῆς οὐσίας ἡ ἀρχή. <lb/>Αὕτη δ’ ἐστίν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον, ἐν ᾧ τό τε ἄνω καὶ
						<lb/>τὸ κάτω συνάπτει, τοῖς μὲν φυτοῖς μέσον βλαστοῦ καὶ <lb/>ῥίζης, τῶν δὲ ζῴων τοῖς
						μὲν ἐναίμοις ἡ καρδία, τοῖς δ’ ἀναίμοις <lb/>τὸ ἀνάλογον. Τούτων δ’ ἔνια δυνάμει πολλὰς
						ἀρχὰς <lb/>ἔχουσιν, οὐ μέντοι γε ἐνεργείᾳ. Διὸ καὶ τῶν ἐντόμων ἔνια <lb/>διαιρούμενα
						ζῶσι, καὶ τῶν ἐναίμων ὅσα μὴ ζωτικὰ λίαν <lb/>εἰσί, πολὺν χρόνον ζῶσιν ἐξῃρημένης τῆς
						καρδίας, οἷον αἱ <lb/>χελῶναι καὶ κινοῦνται τοῖς ποσίν, ἐπόντων τῶν χελωνίων, <lb/>διὰ
						τὸ μὴ συγκεῖσθαι τὴν φύσιν αὐτῶν εὖ, παραπλησίως δὲ <lb/>τοῖς ἐντόμοις. Ἡ δ’ ἀρχὴ τῆς
						ζωῆς ἐκλείπει τοῖς ἔχουσιν, <lb/>ὅταν μὴ καταψύχηται τὸ θερμὸν τὸ κοινωνοῦν αὐτῆς.
						<lb/>Καθάπερ γὰρ εἴρηται πολλάκις, συντήκεται αὐτὸ <lb/>ὑφ’ αὑτοῦ. Ὅταν οὖν τοῖς μὲν ὁ
						πλεύμων τοῖς δὲ τὰ <lb/>βράγχια σκληρύνηται, διὰ χρόνου μῆκος ξηραινομένων τοῖς <lb/>μὲν
						τῶν βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πλεύμονος, καὶ γινομένων <lb/>γεηρῶν, οὐ δύναται ταῦτα τὰ μόρια
						κινεῖν οὐδ’ αἴρειν καὶ <lb/>συνάγειν. Τέλος δὲ γινομένης ἐπιτάσεως καταμαραίνεται
						<lb/>τὸ πῦρ. Διὸ καὶ μικρῶν παθημάτων ἐπιγινομένων ἐν τῷ <lb/>γήρᾳ ταχέως τελευτῶσιν·
						διὰ γὰρ τὸ ὀλίγον εἶναι τὸ θερμόν, <lb/>ἅτε τοῦ πλείστου διαπεπνευκότος ἐν τῷ πλήθει τῆς
						<lb/>ζωῆς, ἥτις ἂν ἐπίτασις γένηται τοῦ μορίου, ταχέως ἀποσβέννυται· <lb/>ὥσπερ γὰρ
						ἀκαριαίας καὶ μικρᾶς ἐν αὐτῷ φλογὸς <lb/>ἐνούσης διὰ μικρὰν κίνησιν ἀποσβέννυται. Διὸ
						καὶ ἄλυπός <lb/>ἐστιν ὁ ἐν τῷ γήρᾳ θάνατος· οὐδενὸς γὰρ βιαίου <lb/>πάθους αὐτοῖς
						συμβαίνοντος τελευτῶσιν, ἀλλ’ ἀναίσθητος ἡ <pb n="351"/> τῆς ψυχῆς ἀπόλυσις γίνεται
						παντελῶς. Καὶ τῶν νοσημάτων <lb/>ὅσα ποιοῦσι τὸν πνεύμονα σκληρὸν ἢ φύμασιν ἢ
						περιττώμασιν <lb/>ἢ θερμότητος νοσηματικῆς ὑπερβολῇ, καθάπερ <lb/>ἐν τοῖς πυρετοῖς,
						πυκνὸν τὸ πνεῦμα ποιοῦσι διὰ τὸ μὴ <lb/>δύνασθαι τὸν πνεύμονα μακρὰν αἴρειν ἄνω καὶ
						συνίζειν. <lb/>Τέλος δ’, ὅταν μηκέτι δύνωνται κινεῖν, τελευτῶσιν <lb/>ἀποπνεύσαντες.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Γένεσις μὲν οὖν ἐστὶν ἡ πρώτη μέθεξις ἐν τῷ θερμῷ τῆς <lb/>θρεπτικῆς ψυχῆς, ζωὴ δ’ ἡ
						μονὴ ταύτης. Νεότης δ’ ἐστὶν ἡ <lb/>τοῦ πρώτου καταψυκτικοῦ μορίου αὔξησις, γῆρας δ’ ἡ
						τούτου <lb/>φθίσις, ἀκμὴ δὲ τὸ τούτων μέσον. Τελευτὴ δὲ καὶ φθορὰ <lb/>βίαιος μὲν ἡ τοῦ
						θερμοῦ σβέσις καὶ μάρανσις· φθαρείη γὰρ <lb/>ἂν δι’ ἀμφοτέρας ταύτας τὰς αἰτίας, ἡ δὲ
						κατὰ φύσιν τοῦ <lb/>αὐτοῦ τούτου μάρανσις διὰ χρόνου μῆκος γινομένη καὶ τελειότητα.
						<lb/>Τοῖς μὲν οὖν φυτοῖς αὔανσις, ἐν δὲ τοῖς ζῴοις <lb/>καλεῖται θάνατος. Τούτου δ’ ὁ
						μὲν ἐν γήρᾳ θάνατος μάρανσις <lb/>τοῦ μορίου δι’ ἀδυναμίαν τοῦ καταψύχειν ὑπὸ γήρως.
						<lb/>Τί μὲν οὖν ἐστὶ γένεσις καὶ ζωὴ καὶ θάνατος, καὶ διὰ τίνας <lb/>αἰτίας ὑπάρχουσι
						τοῖς ζῴοις, εἴρηται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Δῆλον δ’ ἐκ τούτων καὶ διὰ τίν’ αἰτίαν τοῖς μὲν ἀναπνέουσι <lb/>τῶν ζῴων ἀποπνίγεσθαι
						συμβαίνει ἐν τῷ ὑγρῷ, τοῖς <lb/>δ’ ἰχθύσιν ἐν τῷ ἀέρι· τοῖς μὲν γὰρ διὰ τοῦ ὕδατος ἡ
						κατάψυξις <lb/>γίνεται, τοῖς δὲ διὰ τοῦ ἀέρος, ὧν ἑκάτερα στερίσκεται <lb/>μεταβάλλοντα
						τοὺς τόπους. Ἡ δ’ αἰτία τῆς κινήσεως <lb/>τοῖς μὲν τῶν βραγχίων τοῖς δὲ τοῦ πνεύμονος,
						ὧν αἰρομένων <lb/>καὶ συνιζόντων τὰ μὲν ἐκπνέουσι καὶ εἰσπνέουσι τὰ <lb/>δὲ δέχονται τὸ
						ὑγρὸν καὶ ἐξιᾶσιν, ἔτι δ’ ἡ σύστασις τοῦ <lb/>ὀργάνου, τόνδ’ ἔχει τὸν τρόπον. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Τρία ἐστὶ τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν καρδίαν, ἃ δοκεῖ <pb n="352"/> τὴν αὐτὴν φύσιν ἔχειν,
						ἔχει δ’ οὐ τὴν αὐτήν, πήδησις καὶ <lb/>σφυγμὸς καὶ ἀναπνοή. Πήδησις μὲν οὖν ἐστὶ σύνωσις
						<lb/>τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν αὐτῇ διὰ κατάψυξιν περιττωματικὴν ἢ <lb/>συντηκτικήν, οἷον ἐν τῇ
						νόσῳ τῇ καλουμένῃ παλμῷ, καὶ ἐν <lb/>ἄλλαις δὲ νόσοις, καὶ ἐν τοῖς φόβοις δέ· καὶ γὰρ οἱ
						φοβούμενοι <lb/>καταψύχονται τὰ ἄνω, τὸ δὲ θερμὸν ὑποφεῦγον <lb/>καὶ συστελλόμενον ποιεῖ
						τὴν πήδησιν, εἰς μικρὸν συνωθούμενον <lb/>οὕτως ὥστ’ ἐνίοτ’ ἀποσβέννυσθαι τὰ ζῷα καὶ
						ἀποθνήσκειν <lb/>διὰ φόβον καὶ διὰ πάθος νοσηματικόν. Ἡ δὲ συμβαίνουσα <lb/>σφύξις τῆς
						καρδίας, ἣν ἀεὶ φαίνεται ποιουμένη συνεχῶς, <lb/>ὁμοία φύμασίν ἐστιν, ἣν ποιοῦνται
						κίνησιν μετ’ ἀλγηδόνος <lb/>διὰ τὸ παρὰ φύσιν εἶναι τῷ αἵματι τὴν μεταβολήν. Γίνεται
						<lb/>δὲ μέχρι οὗ ἂν πυωθῇ πεφθέν. Ἔστι δ’ ὅμοιον <lb/>ζέσει τοῦτο τὸ πάθος· ἡ γὰρ ζέσις
						γίνεται πνευματουμένου <lb/>τοῦ ὑγροῦ ὑπὸ τοῦ θερμοῦ· αἴρεται γὰρ διὰ τὸ πλείω
						<lb/>γίνεσθαι τὸν ὄγκον. Παῦλα δ’ ἐν μὲν τοῖς φύμασιν, ἐὰν <lb/>μὴ διαπνεύσῃ, παχυτέρου
						γινομένου τοῦ ὑγροῦ, σῆψις, τῇ <lb/>δὲ ζέσει ἡ ἔκπτωσις διὰ τῶν ὁριζόντων. Ἐν δὲ τῇ
						καρδίᾳ <lb/>ἡ τοῦ ἀεὶ προσιόντος ἐκ τῆς τροφῆς ὑγροῦ διὰ τῆς <lb/>θερμότητος ὄγκωσις
						ποιεῖ σφυγμόν, αἰρομένη πρὸς τὸν <lb/>ἔσχατον χιτῶνα τῆς καρδίας. Καὶ τοῦτ’ ἀεὶ γίνεται
						συνεχῶς· <lb/>ἐπιρρεῖ γὰρ ἀεὶ τὸ ὑγρὸν συνεχῶς, ἐξ οὗ γίνεται <lb/>ἡ τοῦ αἵματος φύσις·
						πρῶτον γὰρ ἐν τῇ καρδίᾳ δημιουργεῖται. <lb/>Δῆλον δ’ ἐν τῇ γενέσει ἐξ ἀρχῆς· οὔπω γὰρ
						διωρισμένων <lb/>τῶν φλεβῶν φαίνεται ἔχουσα αἷμα. Καὶ διὰ τοῦτο <lb/>σφύζει μᾶλλον τοῖς
						νεωτέροις τῶν πρεσβυτέρων· γίνεται <pb n="353"/> γὰρ ἡ ἀναθυμίασις πλείων τοῖς
						νεωτέροις. Καὶ σφύζουσιν <lb/>αἱ φλέβες πᾶσαι, καὶ ἅμα ἀλλήλαις, διὰ τὸ ἠρτῆσθαι ἐκ
						<lb/>τῆς καρδίας. Κινεῖ δ’ ἀεί· ὥστε κἀκεῖναι αἰεί, καὶ ἅμα ἀλλήλαις, <lb/>ὅτε κινεῖ.
						Ἀναπήδησις μὲν οὖν ἐστὶν ἡ γινομένη <lb/>ἄντωσις πρὸς τὴν τοῦ ψυχροῦ σύνωσιν, σφύξις δ’
						ἡ τοῦ <lb/>ὑγροῦ θερμαινομένου πνευμάτωσις. </p></div></div></body></text></TEI>