<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg037.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΑΝΑΠΝΟΗΣ.</head><p>Περὶ γὰρ ἀναπνοῆς ὀλίγοι μέν τινες τῶν πρότερον <lb/>φυσικῶν εἰρήκασιν· τίνος μέντοι
						χάριν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις, <lb/>οἱ μὲν οὐδὲν ἀπεφήναντο, οἱ δὲ εἰρήκασι μέν, οὐ καλῶς δ’
						<lb/>εἰρήκασιν ἀλλ’ ἀπειροτέρως τῶν συμβαινόντων. Ἔτι δὲ <lb/>πάντα τὰ ζῷά φασιν
						ἀναπνεῖν· τοῦτο δ’ οὐκ ἔστιν ἀληθές. <lb/>Ὥστ’ ἀναγκαῖον περὶ τούτων πρῶτον ἐπελθεῖν,
						ὅπως μὴ <lb/>δοκῶμεν ἀπόντων κενὴν κατηγορεῖν. Ὅτι μὲν οὖν ὅσα <lb/>πλεύμονα ἔχει τῶν
						ζῴων, ἀναπνεῖ πάντα, φανερόν. Ἀλλὰ <lb/>καὶ τούτων αὐτῶν ὅσα μὲν ἄναιμον ἔχει τὸν
						πλεύμονα καὶ <lb/>σομφόν, ἧττον δέονται τῆς ἀναπνοῆς· διὸ πολὺν χρόνον ἐν <lb/>τοῖς
						ὕδασι δύνανται διαμένειν παρὰ τὴν τοῦ σώματος <lb/>ἰσχύν. Τὸν δὲ πλεύμονα σομφὸν ἔχει
						πάντα τὰ ᾠοτοκοῦντα, <lb/>οἷον τὸ τῶν βατράχων γένος. Ἔτι δὲ αἱ ἑμύδες τε <lb/>καὶ
						χελῶναι πολὺν χρόνον μένουσιν ἐν τοῖς ὑγροῖς· ὁ γὰρ <lb/>πλεύμων ὀλίγην ἔχει θερμότητα·
						ὀλίγαιμον γὰρ ἔχουσιν <lb/>αὐτόν· ἐμφυσώμενος οὖν αὐτὸς τῇ κινήσει καταψύχει καὶ <pb n="330"/> ποιεῖ διαμένειν πολὺν χρόνον. Ἐὰν μέντοι βιάζηταί τις <lb/>λίαν κατέχων
						πολὺν χρόνον, ἀποπνίγονται πάντα· οὐδὲν <lb/>γὰρ τῶν τοιούτων δέχεται τὸ ὕδωρ ὥσπερ οἱ
						ἰχθῦς. Τὰ <lb/>δ’ ἔναιμον ἔχοντα τὸν πλεύμονα πάντα μᾶλλον δεῖται τῆς <lb/>ἀναπνοῆς διὰ
						τὸ πλῆθος τῆς θερμότητος· τῶν δ’ ἄλλων ὅσα <lb/>μὴ ἔχει πλεύμονα, οὐδὲν ἀναπνεῖ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Δημόκριτος μὲν οὖν ὁ Ἀβδηρίτης καί τινες ἄλλοι τῶν <lb/>περὶ ἀναπνοῆς εἰρηκότων οὐδὲν
						περὶ τῶν ἄλλων διωρίκασι <lb/>ζῴων, ἐοίκασι μέντοι λέγειν ὡς πάντων ἀναπνεόντων·
						Ἀναξαγόρας <lb/>δὲ καὶ Διογένης, πάντα φάσκοντες ἀναπνεῖν, περὶ <lb/>τῶν ἰχθύων καὶ τῶν
						ὀστρείων λέγουσι τίνα τρόπον ἀναπνέουσιν. <lb/>Καί φησιν Ἀναξαγόρας μέν, ὅταν ἀφῶσι τὸ
						ὕδωρ <lb/>διὰ τῶν βραγχίων, τὸν ἐν τῷ στόματι γινόμενον ἀέρα ἕλκοντας <lb/>ἀναπνεῖν τοὺς
						ἰχθῦς· οὐ γὰρ εἶναι κενὸν οὐδέν· <lb/>Διογένης δ’ ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ διὰ τῶν βραγχίων,
						ἐκ τοῦ <lb/>περὶ τὸ στόμα περιεστῶτος ὕδατος ἕλκειν τῷ κενῷ τῷ ἐν <lb/>τῷ στόματι τὸν
						ἀέρα, ὡς ἐνόντος ἐν τῷ ὕδατι ἀέρος. Ταῦτα <lb/>δ’ ἐστὶν ἀδύνατα. Πρῶτον μὲν γὰρ τὸ ἥμισυ
						τοῦ πράγματος <lb/>ἀφαιροῦσι, διὰ τὸ τὸ κοινὸν ἐπὶ θατέρου λέγεσθαι μόνον. <lb/>Ἀναπνοὴ
						γὰρ καλεῖται, ταύτης δὲ τὸ μὲν ἐκπνοή <lb/>ἐστι τὸ δ’ εἰσπνοή· περὶ ἧς οὐθὲν λέγουσι,
						τίνα τρόπον <lb/>ἐκπνέουσι τὰ τοιαῦτα τῶν ζῴων. Οὐδ’ ἐνδέχεται αὐτοῖς <lb/>εἰπεῖν· ὅταν
						γὰρ ἀναπνεύσωσι, ταύτῃ ᾗ ἀνέπνευσαν πάλιν <lb/>δεῖ ἐκπνεῖν, καὶ τοῦτο ποιεῖν ἀεὶ
						παραλλάξ, ὥστε συμβαίνει <lb/>ἅμα δέχεσθαι τὸ ὕδωρ κατὰ τὸ στόμα καὶ ἐκπνεῖν. <pb n="331"/> Ἀνάγκη δ’ ἀπαντῶντα ἐμποδίζειν θάτερον θατέρῳ. Εἶτα <lb/>ὅταν ἀφῶσι τὸ ὕδωρ,
						τότε ἐκπνέουσι κατὰ τὸ στόμα ἢ <lb/>κατὰ τὰ βράγχια, ὥστε συμβαίνει ἅμα ἐκπνεῖν καὶ
						ἀναπνεῖν· <lb/>τότε γάρ φασιν αὐτὸ ἀναπνεῖν. Ἄμα δ’ ἀναπνεῖν καὶ <lb/>ἐκπνεῖν ἀδύνατον.
						Ὤστ’ εἰ ἀνάγκη τὰ ἀναπνέοντα ἐκπνεῖν <lb/>καὶ εἰσπνεῖν, ἐκπνεῖν δὲ μὴ ἐνδέχεται μηδὲν
						αὐτῶν, φανερὸν <lb/>ὡς οὐδ’ ἀναπνεῖ αὐτῶν οὐδέν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἔτι δὲ τὸ φάναι τὸν ἀέρα ἕλκειν ἐκ τοῦ στόματος ἢ <lb/>ἐκ τοῦ ὕδατος διὰ τοῦ στόματος
						ἀδύνατον· οὐ γὰρ ἔχουσιν <lb/>ἀρτηρίαν διὰ τὸ πλεύμονα μὴ ἔχειν, ἀλλ’ εὐθὺς ἡ κοιλία
						<lb/>πρὸς τῷ στόματί ἐστιν, ὥστ’ ἀναγκαῖον τῇ κοιλίᾳ ἕλκειν. <lb/>Τοῦτο δὲ κἂν τἆλλα
						ἐποίει ζῷα· νῦν δὲ οὐ ποιοῦσιν. Κἂν <lb/>ἐκεῖνα δ’ ἔξω τοῦ ὑγροῦ ὄντα ἐπιδήλως ἂν αὐτὸ
						ἐποίει· φαίνεται <lb/>δ’ οὐ ποιοῦντ’ αὐτό. Ἔτι πάντων τῶν ἀναπνεόντων <lb/>καὶ ἑλκόντων
						τὸ πνεῦμα ὁρῶμεν γινομένην κίνησίν τινα <lb/>τοῦ μορίου τοῦ ἕλκοντος, ἐπὶ δὲ τῶν ἰχθύων
						οὐ συμβαῖνον· <lb/>οὐδὲν γὰρ φαίνονται κινοῦντες τῶν περὶ τὴν κοιλίαν, ἀλλ’ ἢ <lb/>τὰ
						βράγχια μόνον, καὶ ἐν τῷ ὑγρῷ καὶ εἰς τὸ ξηρὸν ἐκπεσόντες, <lb/>ὅταν σπαίρωσιν. Ἔτι ὅταν
						ἀποθνήσκῃ πνιγόμενα <lb/>ἐν τοῖς ὑγροῖς πάντα τὰ ἀναπνέοντα, γίνονται πομφόλυγες
						<lb/>τοῦ πνεύματος ἐξιόντος βιαίως, οἷον ἐάν τις βιάζηται χελώνας <lb/>ἢ βατράχους ἤ τι
						ἄλλο τῶν τοιούτων γενῶν· ἐπὶ δὲ τῶν <lb/>ἰχθύων οὐ συμβαίνει πειρωμένοις πάντα τρόπον,
						ὡς οὐκ ἐχόντων <lb/>πνεῦμα θύραθεν οὐθέν. Ὄν τε τρόπον λέγουσι γίνεσθαι <lb/>τὴν
						ἀναπνοὴν αὐτοῖς, ἐνδέχεται καὶ τοῖς ἀνθρώποις οὖσιν <lb/>ἐν τῷ ὑγρῷ συμβαίνειν· εἰ γὰρ
						καὶ οἱ ἰχθύες ἕλκουσιν <lb/>ἐκ τοῦ πέριξ ὕδατος τῷ στόματι, διὰ τί τοῦτο οὐκ ἂν <pb n="332"/> ποιοῖμεν καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τἆλλα ζῷα; Καὶ τὸν ἐκ τοῦ <lb/>στόματος δ’ ἂν
						ἕλκοιμεν ὁμοίως τοῖς ἰχθύσιν. Ὤστ’ εἴπερ <lb/>κἀκεῖνα ἦν δυνατά, καὶ ταῦτ’ ἂν ἦν· ἐπεὶ
						δ’ οὐκ ἔστι, δῆλον <lb/>ὡς οὐδ’ ἐπ’ ἐκείνων ἐστίν. Πρὸς δὲ τούτοις διὰ τίν’ αἰτίαν
						<lb/>ἐν τῷ ἀέρι ἀποθνήσκουσι καὶ φαίνονται ἀσπαρίζοντα ὥσπερ <lb/>τὰ πνιγόμενα, εἴπερ
						ἀναπνέουσιν; Οὐ γὰρ δὴ τροφῆς γε <lb/>ἐνδείᾳ τοῦτο πάσχουσιν. Ἢν γὰρ λέγει Διογένης
						αἰτίαν, <lb/>εὐήθης· φησὶ γὰρ ὅτι τὸν ἀέρα πολὺν ἕλκουσι λίαν ἐν τῷ <lb/>ἀέρι, ἐν δὲ τῷ
						ὕδατι μέτριον, καὶ διὰ τοῦτ’ ἀποθνήσκειν. <lb/>Καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν πεζῶν ἔδει δυνατὸν εἶναι
						τοῦτο συμβαίνειν· <lb/>νῦν δ’ οὐδὲν τῷ σφόδρα ἀναπνεῦσαι ἀποπνίγεται πεζὸν <lb/>ζῷον.
						Ἔτι δ’ εἰ πάντα ἀναπνεῖ, δῆλον ὅτι καὶ τὰ ἔντομα <lb/>τῶν ζῴων ἀναπνεῖ· φαίνεται δ’
						αὐτῶν πολλὰ διατεμνόμενα <lb/>ζῆν, οὐ μόνον εἰς δύο μέρη ἀλλὰ καὶ εἰς πλείω, οἷον αἱ
						καλούμεναι <lb/>σκολόπενδραι· ἃ πῶς ἢ τίνι ἐνδέχεται ἀναπνεῖν; <lb/>Αἴτιον δὲ μάλιστα
						τοῦ μὴ λέγεσθαι περὶ αὐτῶν καλῶς τό <lb/>τε τῶν μορίων ἀπείρους εἶναι τῶν ἐντός, καὶ μὴ
						λαμβάνειν <lb/>ἕνεκά τινος τὴν φύσιν πάντα ποιεῖν· ζητοῦντες γὰρ τίνος <lb/>ἕνεκα ἡ
						ἀναπνοὴ τοῖς ζῴοις ὑπάρχει, καὶ ἐπὶ τῶν μορίων <lb/>τοῦτ’ ἐπισκοποῦντες, οἷον ἐπὶ
						βραγχίων καὶ πλεύμονος, εὗρον <lb/>ἂν θᾶττον τὴν αἰτίαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Δημόκριτος δ’ ὅτι μὲν ἐκ τῆς ἀναπνοῆς συμβαίνει τι τοῖς <lb/>ἀναπνέουσι λέγει, φάσκων
						κωλύειν ἐκθλίβεσθαι τὴν ψυχήν· <lb/>οὐ μέντοι ὡς τούτου γ’ ἕνεκα ποιήσασαν τοῦτο τὴν
						φύσιν <lb/>οὐθὲν εἴρηκεν· ὅλως γὰρ ὥσπερ καὶ οἱ ἄλλοι φυσικοί, καὶ <lb/>οὗτος οὐθὲν
						ἅπτεται τῆς τοιαύτης αἰτίας. Λέγει δ’ ὡς ἡ <lb/>ψυχὴ καὶ τὸ θερμὸν ταὐτὸν τὰ πρῶτα
						σχήματα τῶν σφαιροειδῶν. <lb/>συγκρινομένων οὖν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ περιέχοντος <pb n="333"/>
						ἐκθλίβοντος, βοήθειαν γίνεσθαι τὴν ἀναπνοήν φησιν. Ἐν <lb/>γὰρ τῷ ἀέρι πολὺν ἀριθμὸν
						εἶναι τῶν τοιούτων ἃ καλεῖ ἐκεῖνος <lb/>νοῦν καὶ ψυχήν· ἀναπνέοντος οὖν καὶ εἰσιόντος
						τοῦ <lb/>ἀέρος συνεισιόντα ταῦτα, καὶ ἀνείργοντα τὴν θλίψιν, <lb/>κωλύειν τὴν ἐνοῦσαν ἐν
						τοῖς ζῴοις διιέναι ψυχήν. Καὶ διὰ <lb/>τοῦτο ἐν τῷ ἀναπνεῖν καὶ ἐκπνεῖν εἶναι τὸ ζῆν καὶ
						τὸ ἀποθνήσκειν· <lb/>ὅταν γὰρ κρατῇ τὸ περιέχον συνθλῖβον, καὶ μηκέτι <lb/>θύραθεν
						εἰσιὸν δύνηται ἀνείργειν, μὴ δυναμένου <lb/>ἀναπνεῖν, τότε συμβαίνειν τὸν θάνατον τοῖς
						ζῴοις· εἶναι <lb/>γὰρ τὸν θάνατον τὴν τῶν τοιούτων σχημάτων ἐκ τοῦ σώματος <lb/>ἔξοδον
						ἐκ τῆς τοῦ περιέχοντος ἐκθλίψεως. Τὴν δ’ <lb/>αἰτίαν διὰ τί ποτε πᾶσι μὲν ἀναγκαῖον
						ἀποθανεῖν, οὐ μέντοι <lb/>ὅτε ἔτυχεν ἀλλὰ κατὰ φύσιν μὲν γήρᾳ, βίᾳ δὲ παρὰ <lb/>φύσιν,
						οὐθὲν δεδήλωκεν. Καίτοι ἐχρῆν, ἐπεὶ ὁτὲ μὲν φαίνεται <lb/>τοῦτο γινόμενον, ὁτὲ δ’ οὐ
						φαίνεται, πότερον τὸ <lb/>αἴτιον ἔξωθέν ἐστιν ἢ ἐντός. Οὐ λέγει δὲ οὐδὲ περὶ τῆς
						<lb/>ἀρχῆς τοῦ ἀναπνεῖν τί τὸ αἴτιον, πότερον ἔσωθεν ἢ ἔξωθεν· <lb/>οὐ γὰρ δὴ ὁ θύραθεν
						νοῦς τηρεῖ τὴν βοήθειαν, ἀλλ’ ἔσωθεν <lb/>ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναπνοῆς γίνεται καὶ τῆς κινήσεως,
						οὐχ ὡς βιαζομένου <lb/>τοῦ περιέχοντος. Ἄτοπον δὲ καὶ τὸ ἅμα τὸ <lb/>περιέχον συνθλίβειν
						καὶ εἰσιὸν διαστέλλειν. Ἃ μὲν οὖν <lb/>εἴρηκε καὶ ὥς, σχεδὸν ταῦτ’ ἐστίν. Εἰ δὲ δεῖ
						νομίζειν <lb/>ἀληθῆ εἶναι τὰ πρότερον λεχθέντα καὶ μὴ πάντα τὰ ζῷα <lb/>ἀναπνεῖν, οὐ
						περὶ παντὸς θανάτου τὴν αἰτίαν ὑποληπτέον <lb/>εἰρῆσθαι ταύτην, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν
						ἀναπνεόντων. Οὐ μὴν <lb/>οὐδ’ ἐπὶ τούτων καλῶς. Δῆλον δ’ ἐκ τῶν συμβαινόντων καὶ
						<lb/>τῶν τοιούτων ὧν ἔχομεν πάντες πεῖραν. Ἐν γὰρ ταῖς <pb n="334"/> ἀλέαις
						θερμαινόμενοι μᾶλλον καὶ τῆς ἀναπνοῆς μᾶλλον <lb/>δεόμεθα καὶ πυκνότερον ἀναπνέομεν
						πάντες· ὅταν δὲ τὸ <lb/>πέριξ ᾖ ψυχρὸν καὶ συνάγῃ καὶ συμπηγνύῃ τὸ σῶμα, κατέχειν
						<lb/>συμβαίνει τὸ πνεῦμα. Καίτοι τότ’ ἐχρῆν τὸν θύραθεν <lb/>εἰσιόντα κωλύειν τὴν
						σύνθλιψιν. Νῦν δὲ γίνεται τοὐναντίον· <lb/>ὅταν γὰρ πολὺ λίαν ἀθροισθῇ τὸ θερμὸν μὴ
						ἐκπνεόντων, <lb/>τότε δέονται τῆς ἀναπνοῆς· ἀναγκαῖον δ’ εἰσπνεύσαντας <lb/>ἀναπνεῖν.
						Ἀλεάζοντες δὲ πολλάκις ἀναπνέουσιν, <lb/>ὡς ἀναψύξεως χάριν ἀναπνέοντες, ὅτε τὸ
						λεγόμενον <lb/>ποιεῖ πῦρ ἐπὶ πῦρ. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἡ δ’ ἐν τῷ Τιμαίῳ γεγραμμένη περίωσις περί τε τῶν <lb/>ἄλλων ζῴων οὐδὲν διώρικε τίνα
						τρόπον αὐτοῖς ἡ τοῦ θερμοῦ <lb/>γίνεται σωτηρία, πότερον τὸν αὐτὸν ἢ δι’ ἄλλην τινὰ
						αἰτίαν· <lb/>εἰ μὲν γὰρ μόνοις τὸ τῆς ἀναπνοῆς ὑπάρχει τοῖς πεζοῖς, <lb/>λεκτέον τὴν
						αἰτίαν τοῦ μόνοις· εἰ δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις, ὁ δὲ <lb/>τρόπος ἄλλος, καὶ περὶ τούτου
						διοριστέον, εἴπερ δυνατὸν <lb/>ἀναπνεῖν πᾶσιν. Ἔτι δὲ καὶ πλασματώδης ὁ τρόπος τῆς
						<lb/>αἰτίας. Ἐξιόντος γὰρ ἔξω τοῦ θερμοῦ διὰ τοῦ στόματος, <lb/>τὸν περιέχοντα ὠθούμενον
						ἀέρα φερόμενον ἐμπίπτειν εἰς <lb/>τὸν αὐτὸν τόπον φησὶ διὰ μανῶν οὐσῶν τῶν σαρκῶν, ὅθεν
						τὸ <lb/>ἐντὸς ἐξῄει θερμόν, διὰ τὸ μηδὲν εἶναι κενὸν ἀντιπεριισταμένων <lb/>ἀλλήλοις·
						θερμανθέντα δὲ πάλιν ἐξιέναι κατὰ τὸν αὐτὸν <lb/>τόπον, καὶ περιωθεῖν εἴσω διὰ τοῦ
						στόματος τὸν ἀέρα τὸν <lb/>ἐκπίπτοντα θερμόν· καὶ τοῦτο δὴ διατελεῖν ἀεὶ ποιοῦντας,
						<lb/>ἀναπνέοντάς τε καὶ ἐκπνέοντας. Συμβαίνει δὲ τοῖς οὕτως <lb/>οἰομένοις πρότερον τὴν
						ἐκπνοὴν γίνεσθαι τῆς εἰσπνοῆς. <lb/>Ἔστι δὲ τοὐναντίον. Σημεῖον δέ· γίνεται μὲν γὰρ
						ἀλλήλοις <lb/>ταῦτα παρ’ ἄλληλα, τελευτῶντες δὲ ἐκπνέουσιν, ὥστ’ <lb/>ἀναγκαῖον εἶναι
						τὴν ἀρχὴν εἰσπνοήν. Ἔτι δὲ τὸ τίνος <pb n="335"/> ἕνεκα ταῦθ’ ὑπάρχει τοῖς ζῴοις (λέγω
						δὲ τὸ ἀναπνεῖν καὶ <lb/>τὸ ἐκπνεῖν) οὐθὲν εἰρήκασιν οἱ τοῦτον τὸν τρόπον λέγοντες,
						<lb/>ἀλλ’ ὡς περὶ συμπτώματός τινος ἀποφαίνονται μόνον. <lb/>Καίτοι γε κύρια ταῦθ’
						ὁρῶμεν τοῦ ζῆν καὶ τελευτᾶν· ὅταν <lb/>γὰρ ἀναπνεῖν μὴ δύνωνται, τότε συμβαίνει γίνεσθαι
						τὴν <lb/>φθορὰν τοῖς ἀναπνέουσιν. Ἔτι δὲ ἄτοπον τὸ τὴν μὲν τοῦ <lb/>θερμοῦ διὰ τοῦ
						στόματος ἔξοδον καὶ πάλιν εἴσοδον μὴ <lb/>λανθάνειν ἡμᾶς, τὴν δ’ εἰς τὸν θώρακα τοῦ
						πνεύματος εἴσοδον <lb/>καὶ πάλιν θερμανθέντος ἔξοδον λανθάνειν. Ἄτοπον δὲ καὶ <lb/>τοῦ
						θερμοῦ τὴν ἀναπνοὴν εἴσοδον εἶναι. Φαίνεται γὰρ τοὐναντίον· <lb/>τὸ μὲν γὰρ ἐκπνεόμενον
						εἶναι θερμόν, τὸ δ’ <lb/>εἰσπνεόμενον ψυχρόν. Ὅταν δὲ θερμὸν ᾖ, ἀσθμαίνοντες
						<lb/>ἀναπνέουσιν· διὰ γὰρ τὸ μὴ καταψύχειν ἱκανῶς τὸ εἰσιὸν <lb/>πολλάκις τὸ πνεῦμα
						συμβαίνει σπᾶν. </p></div></div></body></text></TEI>