<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg020.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὴν δ’ αἰτίαν περὶ τούτων ἁπάντων ἐντεῦθεν ἄν τις θεωρήσειεν. <lb/>Δεῖ γὰρ λαβεῖν ὅτι
						τὸ ζῷόν ἐστι φύσει ὑγρὸν <lb/>καὶ θερμόν, καὶ τὸ ζῆν τοιοῦτον, τὸ δὲ γῆρας ψυχρὸν καὶ
						<lb/>ξηρόν, καὶ τὸ τεθνηκός· φαίνεται γὰρ οὕτως. Ὕλη δὲ τῶν <lb/>σωμάτων τοῖς οὖσι
						ταῦτα, τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρόν, <lb/>καὶ τὸ ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρόν. Ἀνάγκη τοίνυν γηράσκοντα
						<lb/>ξηραίνεσθαι. Διὸ δεῖ μὴ εὐξήραντον εἶναι τὸ ὑγρόν. Καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τὰ λιπαρὰ
						ἄσηπτα. Αἴτιον δ’ ὅτι ἀέρος· ὁ δ’ <lb/>ἀὴρ πρὸς τἆλλα πῦρ· πῦρ δ’ οὐ γίνεται σαπρόν.
						Οὐδ’ αὖ <lb/>ὀλίγον δεῖ εἶναι τὸ ὑγρόν· εὐξήραντον γὰρ καὶ τὸ ὀλίγον. <lb/>Διὸ καὶ τὰ
						μεγάλα καὶ ζῷα καὶ φυτὰ ὡς ὅλως εἰπεῖν μακροβιώτερα, <lb/>καθάπερ ἐλέχθη πρότερον·
						εὔλογον γὰρ τὰ <lb/>μείζω πλέον ἔχειν ὑγρόν. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο μακροβιώτερα·
						<lb/>δύο γὰρ τὰ αἴτια, τό τε ποσὸν καὶ τὸ ποιόν, <pb n="319"/> ὥστε δεῖ μὴ μόνον πλῆθος
						εἶναι ὑγροῦ, ἀλλὰ τοῦτο καὶ <lb/>θερμόν, ἵνα μήτε εὔπηκτον μήτε εὐξήραντον ᾖ. Καὶ διὰ
						<lb/>τοῦτο ἄνθρωπος μακρόβιον μᾶλλον ἐνίων μειζόνων· μακροβιώτερα <lb/>γὰρ τὰ λειπόμενα
						τῷ πλήθει τοῦ ὑγροῦ, ἐὰν πλείονι <lb/>λόγῳ ὑπερέχῃ κατὰ τὸ ποιὸν ἢ λείπεται κατὰ τὸ
						<lb/>ποσόν. Ἔστι δ’ ἐνίοις μὲν τὸ θερμὸν τὸ λιπαρόν, ὃ ἅμα <lb/>ποιεῖ τό τε μὴ
						εὐξήραντον καὶ τὸ μὴ εὔψυκτον· ἐνίοις δ’ <lb/>ἄλλον ἔχει χυμόν. Ἔτι δεῖ τὸ μέλλον εἶναι
						μὴ εὔφθαρτον <lb/>μὴ περιττωματικὸν εἶναι. Ἀναιρεῖ γὰρ τὸ τοιοῦτον ἢ <lb/>νόσῳ ἢ φύσει·
						ἐναντία δ’ ἡ τοῦ περιττώματος δύναμις καὶ <lb/>φθαρτικὴ ἡ μὲν τῆς φύσεως ἡ δὲ μορίου.
						Διὸ τὰ ὀχευτικὰ <lb/>καὶ πολύσπερμα γηράσκει ταχύ· τὸ γὰρ σπέρμα περίττωμα, <lb/>καὶ ἔτι
						ξηραίνει ἀπιόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡμίονος μακροβιώτερος <lb/>ἵππου καὶ ὄνου, ἐξ ὧν ἐγένετο,
						καὶ τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων, <lb/>ἐὰν ὀχευτικὰ ᾖ τὰ ἄρρενα· διὸ οἱ στρουθοὶ οἱ ἄρρενες
						<lb/>βραχυβιώτεροι τῶν θηλειῶν. Ἔτι δὲ καὶ ὅσα πονητικὰ τῶν <lb/>ἀρρένων, καὶ διὰ τὸν
						πόνον γηράσκει μᾶλλον· ξηραίνει γὰρ ὁ <lb/>πόνος, τὸ δὲ γῆρας ξηρόν ἐστιν. Φύσει δὲ καὶ
						ὡς ἐπὶ τὸ <lb/>πᾶν εἰπεῖν τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν μακροβιώτερα· αἴτιον δ’ <lb/>ὅτι
						θερμότερον ζῷον τὸ ἄρρεν ἐστὶ τοῦ θήλεος. Τὰ δ’ <lb/>αὐτὰ ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς μακροβιώτερά
						ἐστιν ἢ ἐν τοῖς ψυχροῖς <lb/>τόποις, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν δι’ ἥνπερ τὰ μείζω. <lb/>Καὶ
						μάλιστ’ ἐπίδηλον τὸ μέγεθος τῶν τὴν φύσιν ψυχρῶν <lb/>ζῴων· διὸ οἵ τ’ ὄφεις καὶ αἱ
						σαῦραι καὶ τὰ φολιδωτὰ μεγάλα <lb/>ἐν τοῖς θερμοῖς τόποις, καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ τῇ ἐρυθρᾷ
						<lb/>τὰ ὀστρακόδερμα· τῆς τε γὰρ αὐξήσεως ἡ θερμὴ ὑγρότης <pb n="320"/> αἰτία καὶ τῆς
						ζωῆς. Ἐν δὲ τοῖς ψυχροῖς τόποις ὑδατωδέστερον <lb/>τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τοῖς ζῴοις ἐστίν· διὸ
						εὔπηκτον, <lb/>ὥστε τὰ μὲν οὐ γίνεται ὅλως τῶν ζῴων τῶν ὀλιγαίμων ἢ <lb/>ἀναίμων ἐν τοῖς
						πρὸς τὴν ἄρκτον τόποις, οὔτε τὰ πεζὰ ἐν <lb/>τῇ γῇ οὔτε τὰ ἔνυδρα ἐν τῇ θαλάττῃ, τὰ δὲ
						γίνεται μέν, <lb/>ἐλάττω δὲ καὶ βραχυβιώτερα· ἀφαιρεῖται γὰρ ὁ πάγος τὴν <lb/>αὔξησιν.
						Τροφὴν δὲ μὴ λαμβάνοντα καὶ τὰ φυτὰ καὶ <lb/>τὰ ζῷα φθείρονται· συντήκει γὰρ αὐτὰ ἑαυτά·
						ὥσπερ <lb/>γὰρ ἡ πολλὴ φλὸξ κατακαίει καὶ φθείρει τὴν ὀλίγην τῷ <lb/>τὴν τροφὴν
						ἀναλίσκειν, οὕτω τὸ φυσικὸν θερμὸν τὸ πρῶτον <lb/>πεπτικὸν ἀναλίσκει τὴν ὕλην ἐν ᾗ
						ἐστίν. Τὰ δ’ ἔνυδρα τῶν <lb/>πεζῶν ἧττον μακρόβια οὐχ ὅτι ὑγρὰ ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι ὑδατώδη·
						<lb/>τὸ δὲ τοιοῦτον ὑγρὸν εὔφθαρτον, ὅτι ψυχρὸν καὶ <lb/>εὔπηκτον. Καὶ τὸ ἄναιμον διὰ τὸ
						αὐτό, ἐὰν μὴ μεγέθει <lb/>ἀπαμύνηται· οὔτε γὰρ λίπος οὔτε γλυκὺ ἔχει. Ἐν γὰρ <lb/>ζῴῳ τὸ
						λιπαρὸν γλυκύ· διὸ αἱ μέλιτται μακροβιώτεραι ἑτέρων <lb/>μειζόνων ζῴων. </p></div></div></body></text></TEI>