<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg020.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΜΑΚΡΟΒΙΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΒΡΑΧΥΒΙΟΤΗΤΟΣ.</head><p>Περὶ δὲ τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τῶν ζῴων τὰ δὲ βραχύβια, <lb/>καὶ περὶ ζωῆς ὅλως
						μήκους καὶ βραχύτητος ἐπισκεπτέον <lb/>τὰς αἰτίας. Ἀρχὴ δὲ τῆς σκέψεως ἀναγκαία
						<lb/>πρῶτον ἐκ τοῦ διαπορῆσαι περὶ αὐτῶν. Οὐ γάρ ἐστι δῆλον <lb/>πότερον ἕτερον ἢ τὸ
						αὐτὸ αἴτιον πᾶσι τοῖς ζῴοις καὶ φυτοῖς <lb/>τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια·
						καὶ γὰρ <lb/>τῶν φυτῶν· τὰ μὲν ἐπέτειον τὰ δὲ πολυχρόνιον ἔχει τὴν <lb/>ζωήν. Ἔτι δὲ
						πότερον ταὐτὰ μακρόβια καὶ τὴν φύσιν <lb/>ὑγιεινὰ τῶν φύσει συνεστώτων, ἢ κεχώρισται καὶ
						τὸ βραχύβιον <lb/>καὶ τὸ νοσῶδες, ἢ κατ’ ἐνίας μὲν νόσους ἐπαλλάττει <lb/>τὰ νοσώδη τὴν
						φύσιν σώματα τοῖς βραχυβίοις, κατ’ ἐνίας <lb/>δ’ οὐδὲν κωλύει νοσώδεις εἶναι μακροβίους
						ὄντας. Περὶ μὲν <lb/>οὖν ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως εἴρηται πρότερον, περὶ δὲ <lb/>ζωῆς καὶ
						θανάτου λεκτέον ὕστερον, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ νόσου <lb/>καὶ ὑγιείας, ὅσον ἐπιβάλλει τῇ
						φυσικῇ φιλοσοφίᾳ· νῦν <lb/>δὲ περὶ τῆς αἰτίας τοῦ τὰ μὲν εἶναι μακρόβια τὰ δὲ βραχύβια,
						<lb/>καθάπερ εἴρηται πρότερον, θεωρητέον. Ἔστι δ’ <lb/>ἔχοντα τὴν διαφορὰν ταύτην ὅλα τε
						πρὸς ὅλα γένη, καὶ τῶν <lb/>ὑφ’ ἓν εἶδος ἕτερα πρὸς ἕτερα. Λέγω δὲ κατὰ γένος μὲν
						<lb/>διαφέρειν οἷον ἄνθρωπον πρὸς ἵππον (μακροβιώτερον γὰρ <lb/>τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ἢ
						τὸ τῶν ἵππων), κατ’ εἶδος δ’ ἄνθρωπον <lb/>πρὸς ἄνθρωπον· εἰσὶ γὰρ καὶ ἄνθρωποι οἱ μὲν
						μακρόβιοι <lb/>οἱ δὲ βραχύβιοι ἕτεροι καθ’ ἑτέρους τόπους <lb/>διεστῶτες· τὰ μὲν γὰρ ἐν
						τοῖς θερμοῖς τῶν ἐθνῶν μακροβιώτερα, <lb/>τὰ δ’ ἐν τοῖς ψυχροῖς βραχυβιώτερα. Καὶ τῶν
						<lb/>τὸν αὐτὸν δὲ τόπον οἰκούντων διαφέρουσιν ὁμοίως τινὲς <lb/>ταύτην πρὸς ἀλλήλους τὴν
						διαφοράν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Δεῖ δὴ λαβεῖν τί τὸ εὔφθαρτον ἐν τοῖς φύσει συνεστῶσι <lb/>καὶ τί τὸ οὐκ εὔφθαρτον. Πῦρ
						γὰρ καὶ ὕδωρ καὶ τὰ τούτοις <lb/>συγγενῆ, οὐκ ἔχοντα τὴν αὐτὴν δύναμιν, τυγχάνει
						γενέσεως <pb n="316"/> καὶ φθορᾶς αἴτια ἀλλήλοις, ὥστε καὶ τῶν ἄλλων <lb/>ἕκαστον ἐκ
						τούτων ὄντα καὶ συνεστῶτα μετέχειν τῆς τούτων <lb/>φύσεως εὔλογον, ὅσα μὴ συνθέσει ἐκ
						πολλῶν ἐστίν, οἷον <lb/>οἰκία. Περὶ μὲν οὖν τῶν ἄλλων ἕτερος λόγος· εἰσὶ γὰρ <lb/>ἴδιαι
						φθοραὶ πολλοῖς τῶν ὄντων, οἷον ἐπιστήμῃ καὶ ὑγιείᾳ <lb/>καὶ νόσῳ· ταῦτα γὰρ φθείρεται
						καὶ μὴ φθειρομένων <lb/>τῶν δεκτικῶν ἀλλὰ σωζομένων, οἷον ἀγνοίας μὲν φθορὰ
						<lb/>ἀνάμνησις καὶ μάθησις, ἐπιστήμης δὲ λήθη καὶ ἀπάτη. <lb/>Κατὰ σημβεβηκὸς δ’
						ἀκολουθοῦσι τοῖς φυσικοῖς αἱ τῶν <lb/>ἄλλων φθοραί· φθειρομένων γὰρ τῶν ζῴων φθείρεται
						καὶ ἡ <lb/>ἐπιστήμη καὶ ἡ ὑγίεια ἡ ἐν τοῖς ζῴοις. Διὸ καὶ περὶ ψυχῆς <lb/>συλλογίσαιτ’
						ἄν τις ἐκ τούτων· εἰ γάρ ἐστι μὴ φύσει <lb/>ἀλλ’ ὥσπερ ἐπιστήμη ἐν ψυχῇ, οὕτω καὶ ψυχὴ
						ἐν σώματι, <lb/>εἴη ἄν τις αὐτῆς καὶ ἄλλη φθορὰ παρὰ τὴν φθορὰν ἣν <lb/>φθείρεται
						φθειρομένου τοῦ σώματος. Ὥστ’ ἐπεὶ οὐ φαίνεται <lb/>τοιαύτη οὖσα, ἄλλως ἂν ἔχοι πρὸς τὴν
						τοῦ σώματος <lb/>κοινωνίαν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἴσως δ’ ἄν τις ἀπορήσειεν εὐλόγως, ἆρ’ ἔστιν οὖ ἄφθαρτον <lb/>ἔσται τὸ φθαρτόν, οἷον τὸ
						πῦρ ἄνω, οὗ μή ἐστι τὸ <lb/>ἐναντίον. Φθείρεται γὰρ τὰ μὲν ὑπάρχοντα τοῖς ἐναντίοις
						<lb/>κατὰ συμβεβηκός, τῷ ἐκεῖνα φθείρεσθαι· ἀναιρεῖται γὰρ <lb/>τἀναντία ὑπ’ ἀλλήλων·
						κατὰ συμβεβηκὸς δ’ οὐθὲν τῶν ἐν <lb/>ταῖς οὐσίαις ἐναντίων φθείρεται, διὰ τὸ μηθενὸς
						ὑποκειμένου <lb/>κατηγορεῖσθαι τὴν οὐσίαν. Ὥσθ’ ᾧ μή ἐστιν ἐναντίον καὶ <lb/>ὅπου μή
						ἐστιν, ἀδύνατον ἂν εἴη φθαρῆναι· τί γὰρ ἔσται τὸ <lb/>φθεροῦν, εἴπερ ὑπ’ ἐναντίων μὲν
						φθείρεσθαι συμβαίνει <lb/>μόνων, τοῦτο δὲ μὴ ὑπάρχει, ἢ ὅλως ἢ ἐνταῦθα; Ἢ τοῦτο <pb n="317"/> τῇ μὲν ἀληθές ἐστι τῇ δ’ οὔ· ἀδύνατον γὰρ τῷ ὕλην ἔχοντι <lb/>μὴ ὑπάρχειν
						πως τὸ ἐναντίον. Πάντῃ μὲν γὰρ ἐνεῖναι τὸ <lb/>θερμὸν ἢ τὸ εὐθὺ ἐνδέχεται, πᾶν δ’ εἶναι
						ἀδύνατον ἢ θερμὸν <lb/>ἢ εὐθὺ ἢ λευκόν· ἔσται γὰρ τὰ πάθη κεχωρισμένα. Εἰ <lb/>οὖν, ὅταν
						ἅμα ᾖ τὸ ποιητικὸν καὶ τὸ παθητικόν, ἀεὶ τὸ <lb/>μὲν ποιεῖ τὸ δὲ πάσχει, ἀδύνατον μὴ
						μεταβάλλειν. Ἔτι <lb/>καὶ εἰ ἀνάγκη περίττωμα ποιεῖν, τὸ δὲ περίττωμα ἐναντίον· <lb/>ἐξ
						ἐναντίου γὰρ ἀεὶ ἡ μεταβολή, τὸ δὲ περίττωμα ὑπόλειμμα <lb/>τοῦ προτέρου. Εἰ δὲ πᾶν
						ἐξελαύνει τὸ ἐνεργείᾳ <lb/>ἐναντίον, κἂν ἐνταῦθ’ ἄφθαρτον ἂν εἴη. Ἢ οὔ, ἀλλ’ <lb/>ὑπὸ
						τοῦ περιέχοντος φθείρεται. Εἰ μὲν οὖν ἱκανόν, ἐκ τῶν <lb/>εἰρημένων· εἰ δὲ μή, ὑποθέσθαι
						δεῖ ὅτι ἔνεστί τι ἐνεργείᾳ <lb/>ἐναντίον, καὶ περίττωμα γίνεται. Διὸ ἡ ἐλάττων φλὸξ
						<lb/>κατακάεται ὑπὸ τῆς πολλῆς κατὰ συμβεβηκός, ὅτι ἡ τροφὴ <lb/>ἣν ἐκείνη ἐν πολλῷ
						χρόνῳ ἀναλίσκει τὸν καπνόν, ταύτην ἡ <lb/>πολλὴ φλὸξ ταχύ. Διὸ πάντα ἀεὶ ἐν κινήσει
						ἐστί, καὶ <lb/>γίνεται ἢ φθείρεται. Τὸ δὲ περιέχον ἢ συμπράττει ἢ <lb/>ἀντιπράττει. Καὶ
						διὰ τοῦτο μετατιθέμενα πολυχρονιώτερα <lb/>μὲν γίνεται καὶ ὀλιγοχρονιώτερα τῆς φύσεως,
						ἀΐδια δ’ οὐδαμοῦ, <lb/>ὅσοις ἐναντία ἐστίν· εὐθὺς γὰρ ἡ ὕλη τὸ ἐναντίον <lb/>ἔχει. Ὥστ’
						εἰ μὲν τοῦ ποῦ, κατὰ τόπον μεταβάλλει, εἰ <lb/>δὲ τοῦ ποσοῦ, κατ’ αὔξησιν καὶ φθίσιν· εἰ
						δὲ πάθους, <lb/>ἀλλοιοῦται. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Ἔστι δ’ οὔτε τὰ μέγιστα ἀφθαρτότερα (ἵππος γὰρ ἀνθρώπου <lb/>βραχυβιώτερον) οὔτε τὰ
						μικρά (ἐπέτεια γὰρ τὰ <lb/>πολλὰ τῶν ἐντόμων) οὔτε τὰ φυτὰ ὅλως τῶν ζῴων (ἐπέτεια <pb n="318"/> γὰρ ἔνια τῶν φυτῶν) οὔτε τὰ ἔναιμα (μέλιττα γὰρ πολυχρονιώτερον <lb/>ἐνίων
						ἐναίμων) οὔτε τὰ ἄναιμα (τὰ γὰρ μαλάκια <lb/>ἐπέτεια μέν, ἄναιμα δέ) οὔτε τὰ ἐν τῇ γῇ
						(καὶ γὰρ φυτὰ <lb/>ἐπέτειά ἐστι καὶ ζῷα πεζά) οὔτε τὰ ἐν τῇ θαλάττῃ· καὶ <lb/>γὰρ ἐκεῖ
						βραχύβια καὶ τὰ ὀστρακηρὰ καὶ τὰ μαλάκια. <lb/>Ὅλως δὲ τὰ μακροβιώτατα ἐν τοῖς φυτοῖς
						ἐστίν, οἷον ὁ <lb/>φοῖνιξ· εἶτ’ ἐν τοῖς ἐναίμοις ζῴοις μᾶλλον ἢ ἐν τοῖς ἀναίμοις,
						<lb/>καὶ ἐν τοῖς πεζοῖς ἢ ἐν τοῖς ἐνύδροις. Ὥστε καὶ συνδυασθέντων <lb/>ἐν τοῖς ἐναίμοις
						καὶ πεζοῖς τὰ μακροβιώτατα τῶν <lb/>ζῴων ἐστίν, οἷον ἄνθρωπος καὶ ἐλέφας. Καὶ δὴ καὶ τὰ
						<lb/>μείζω ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ εἰπεῖν τῶν ἐλαττόνων μακροβιώτερα· <lb/>καὶ γὰρ καὶ τοῖς
						ἄλλοις συμβέβηκε τοῖς μακροβιωτάτοις <lb/>μέγεθος, ὥσπερ καὶ τοῖς εἰρημένοις. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Τὴν δ’ αἰτίαν περὶ τούτων ἁπάντων ἐντεῦθεν ἄν τις θεωρήσειεν. <lb/>Δεῖ γὰρ λαβεῖν ὅτι
						τὸ ζῷόν ἐστι φύσει ὑγρὸν <lb/>καὶ θερμόν, καὶ τὸ ζῆν τοιοῦτον, τὸ δὲ γῆρας ψυχρὸν καὶ
						<lb/>ξηρόν, καὶ τὸ τεθνηκός· φαίνεται γὰρ οὕτως. Ὕλη δὲ τῶν <lb/>σωμάτων τοῖς οὖσι
						ταῦτα, τὸ θερμὸν καὶ τὸ ψυχρόν, <lb/>καὶ τὸ ξηρὸν καὶ τὸ ὑγρόν. Ἀνάγκη τοίνυν γηράσκοντα
						<lb/>ξηραίνεσθαι. Διὸ δεῖ μὴ εὐξήραντον εἶναι τὸ ὑγρόν. Καὶ <lb/>διὰ τοῦτο τὰ λιπαρὰ
						ἄσηπτα. Αἴτιον δ’ ὅτι ἀέρος· ὁ δ’ <lb/>ἀὴρ πρὸς τἆλλα πῦρ· πῦρ δ’ οὐ γίνεται σαπρόν.
						Οὐδ’ αὖ <lb/>ὀλίγον δεῖ εἶναι τὸ ὑγρόν· εὐξήραντον γὰρ καὶ τὸ ὀλίγον. <lb/>Διὸ καὶ τὰ
						μεγάλα καὶ ζῷα καὶ φυτὰ ὡς ὅλως εἰπεῖν μακροβιώτερα, <lb/>καθάπερ ἐλέχθη πρότερον·
						εὔλογον γὰρ τὰ <lb/>μείζω πλέον ἔχειν ὑγρόν. Οὐ μόνον δὲ διὰ τοῦτο μακροβιώτερα·
						<lb/>δύο γὰρ τὰ αἴτια, τό τε ποσὸν καὶ τὸ ποιόν, <pb n="319"/> ὥστε δεῖ μὴ μόνον πλῆθος
						εἶναι ὑγροῦ, ἀλλὰ τοῦτο καὶ <lb/>θερμόν, ἵνα μήτε εὔπηκτον μήτε εὐξήραντον ᾖ. Καὶ διὰ
						<lb/>τοῦτο ἄνθρωπος μακρόβιον μᾶλλον ἐνίων μειζόνων· μακροβιώτερα <lb/>γὰρ τὰ λειπόμενα
						τῷ πλήθει τοῦ ὑγροῦ, ἐὰν πλείονι <lb/>λόγῳ ὑπερέχῃ κατὰ τὸ ποιὸν ἢ λείπεται κατὰ τὸ
						<lb/>ποσόν. Ἔστι δ’ ἐνίοις μὲν τὸ θερμὸν τὸ λιπαρόν, ὃ ἅμα <lb/>ποιεῖ τό τε μὴ
						εὐξήραντον καὶ τὸ μὴ εὔψυκτον· ἐνίοις δ’ <lb/>ἄλλον ἔχει χυμόν. Ἔτι δεῖ τὸ μέλλον εἶναι
						μὴ εὔφθαρτον <lb/>μὴ περιττωματικὸν εἶναι. Ἀναιρεῖ γὰρ τὸ τοιοῦτον ἢ <lb/>νόσῳ ἢ φύσει·
						ἐναντία δ’ ἡ τοῦ περιττώματος δύναμις καὶ <lb/>φθαρτικὴ ἡ μὲν τῆς φύσεως ἡ δὲ μορίου.
						Διὸ τὰ ὀχευτικὰ <lb/>καὶ πολύσπερμα γηράσκει ταχύ· τὸ γὰρ σπέρμα περίττωμα, <lb/>καὶ ἔτι
						ξηραίνει ἀπιόν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡμίονος μακροβιώτερος <lb/>ἵππου καὶ ὄνου, ἐξ ὧν ἐγένετο,
						καὶ τὰ θήλεα τῶν ἀρρένων, <lb/>ἐὰν ὀχευτικὰ ᾖ τὰ ἄρρενα· διὸ οἱ στρουθοὶ οἱ ἄρρενες
						<lb/>βραχυβιώτεροι τῶν θηλειῶν. Ἔτι δὲ καὶ ὅσα πονητικὰ τῶν <lb/>ἀρρένων, καὶ διὰ τὸν
						πόνον γηράσκει μᾶλλον· ξηραίνει γὰρ ὁ <lb/>πόνος, τὸ δὲ γῆρας ξηρόν ἐστιν. Φύσει δὲ καὶ
						ὡς ἐπὶ τὸ <lb/>πᾶν εἰπεῖν τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν μακροβιώτερα· αἴτιον δ’ <lb/>ὅτι
						θερμότερον ζῷον τὸ ἄρρεν ἐστὶ τοῦ θήλεος. Τὰ δ’ <lb/>αὐτὰ ἐν τοῖς ἀλεεινοῖς μακροβιώτερά
						ἐστιν ἢ ἐν τοῖς ψυχροῖς <lb/>τόποις, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν δι’ ἥνπερ τὰ μείζω. <lb/>Καὶ
						μάλιστ’ ἐπίδηλον τὸ μέγεθος τῶν τὴν φύσιν ψυχρῶν <lb/>ζῴων· διὸ οἵ τ’ ὄφεις καὶ αἱ
						σαῦραι καὶ τὰ φολιδωτὰ μεγάλα <lb/>ἐν τοῖς θερμοῖς τόποις, καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ τῇ ἐρυθρᾷ
						<lb/>τὰ ὀστρακόδερμα· τῆς τε γὰρ αὐξήσεως ἡ θερμὴ ὑγρότης <pb n="320"/> αἰτία καὶ τῆς
						ζωῆς. Ἐν δὲ τοῖς ψυχροῖς τόποις ὑδατωδέστερον <lb/>τὸ ὑγρὸν τὸ ἐν τοῖς ζῴοις ἐστίν· διὸ
						εὔπηκτον, <lb/>ὥστε τὰ μὲν οὐ γίνεται ὅλως τῶν ζῴων τῶν ὀλιγαίμων ἢ <lb/>ἀναίμων ἐν τοῖς
						πρὸς τὴν ἄρκτον τόποις, οὔτε τὰ πεζὰ ἐν <lb/>τῇ γῇ οὔτε τὰ ἔνυδρα ἐν τῇ θαλάττῃ, τὰ δὲ
						γίνεται μέν, <lb/>ἐλάττω δὲ καὶ βραχυβιώτερα· ἀφαιρεῖται γὰρ ὁ πάγος τὴν <lb/>αὔξησιν.
						Τροφὴν δὲ μὴ λαμβάνοντα καὶ τὰ φυτὰ καὶ <lb/>τὰ ζῷα φθείρονται· συντήκει γὰρ αὐτὰ ἑαυτά·
						ὥσπερ <lb/>γὰρ ἡ πολλὴ φλὸξ κατακαίει καὶ φθείρει τὴν ὀλίγην τῷ <lb/>τὴν τροφὴν
						ἀναλίσκειν, οὕτω τὸ φυσικὸν θερμὸν τὸ πρῶτον <lb/>πεπτικὸν ἀναλίσκει τὴν ὕλην ἐν ᾗ
						ἐστίν. Τὰ δ’ ἔνυδρα τῶν <lb/>πεζῶν ἧττον μακρόβια οὐχ ὅτι ὑγρὰ ἁπλῶς, ἀλλ’ ὅτι ὑδατώδη·
						<lb/>τὸ δὲ τοιοῦτον ὑγρὸν εὔφθαρτον, ὅτι ψυχρὸν καὶ <lb/>εὔπηκτον. Καὶ τὸ ἄναιμον διὰ τὸ
						αὐτό, ἐὰν μὴ μεγέθει <lb/>ἀπαμύνηται· οὔτε γὰρ λίπος οὔτε γλυκὺ ἔχει. Ἐν γὰρ <lb/>ζῴῳ τὸ
						λιπαρὸν γλυκύ· διὸ αἱ μέλιτται μακροβιώτεραι ἑτέρων <lb/>μειζόνων ζῴων. </p></div></div></body></text></TEI>