<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg018.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>ΠΕΡΙ ΝΕΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΓΗΡΩΣ. ΠΕΡΙ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΥ.</head><p>Περὶ δὲ νεότητος καὶ γήρως καὶ περὶ ζωῆς καὶ θανάτου <lb/>λεκτέον νῦν· ἅμα δὲ καὶ περὶ
						ἀναπνοῆς ἀναγκαῖον ἴσως τὰς <lb/>αἰτίας εἰπεῖν· ἐνίοις γὰρ τῶν ζῴων διὰ τοῦτο συμβαίνει
						τὸ <lb/>ζῆν καὶ τὸ μὴ ζῆν. Ἐπεὶ δὲ περὶ ψυχῆς ἐν ἑτέροις διώρισται, <lb/>καὶ δῆλον ὅτι
						οὐχ οἷόν τ’ εἶναι σῶμα τὴν οὐσίαν αὐτῆς, <lb/>ἀλλ’ ὅμως ὅτι γ’ ἔν τινι τοῦ σώματος
						ὑπάρχει μορίῳ, φανερόν, <lb/>καὶ ἐν τούτῳ τινὶ τῶν ἐχόντων δύναμιν ἐν τοῖς μορίοις.
						<lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα τῆς ψυχῆς ἢ μόρια ἢ δυνάμεις, ὁποτέρως <lb/>ποτὲ δεῖ καλεῖν,
						ἀφείσθω τὰ νῦν· ὅσα δὲ ζῷα λέγεται καὶ <lb/>ζῆν, ἐν μὲν τοῖς ἀμφοτέρων τούτων τετυχηκόσι
						(λέγω δ’ <lb/>ἀμφοτέρων τοῦ τε ζῷον εἶναι καὶ τοῦ ζῆν) ἀνάγκη ταὐτὸν <lb/>εἶναι καὶ ἓν
						μόριον καθ’ ὅ τε ζῇ καὶ καθ’ ὃ προσαγορεύομεν <lb/>αὐτὸ ζῷον. Τὸ μὲν γὰρ ζῷον ᾗ ζῷον,
						ἀδύνατον μὴ ζῆν· <lb/>ᾗ δὲ ζῇ, ταύτῃ ζῷον ὑπάρχειν οὐκ ἀναγκαῖον· τὰ γὰρ φυτὰ <lb/>ζῇ
						μέν, οὐκ ἔχει δ’ αἴσθησιν, τῷ δ’ αἰσθάνεσθαι τὸ ζῷον <lb/>πρὸς τὸ μὴ ζῷον διορίζομεν.
						Ἀριθμῷ μὲν οὖν ἀναγκαῖον <lb/>ἓν εἶναι καὶ τὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ μόριον, τῷ δ’ εἶναι πλείω
						<lb/>καὶ ἕτερα· οὐ γὰρ ταὐτὸ τὸ ζῴῳ τε εἶναι καὶ τὸ ζῆν. <lb/>Ἐπεὶ οὖν τῶν ἰδίων
						αἰσθητηρίων ἕν τι κοινόν ἐστιν αἰσθητήριον, <lb/>εἰς ὃ τὰς κατ’ ἐνέργειαν αἰσθήσεις
						ἀναγκαῖον ἀπαντᾶν, <lb/>τοῦτο δ’ ἂν εἴη μέσον τοῦ πρόσθεν καλουμένου καὶ <lb/>ὄπισθεν
						(ἔμπροσθεν μὲν γὰρ λέγεται ἐφ’ ὅ ἐστιν ἡμῖν ἡ <lb/>αἴσθησις, ὄπισθεν δὲ τὸ
						ἀντικείμενον), ἔτι δὲ διῃρημένου τοῦ <lb/>σώματος τῶν μὲν ζώντων πάντων τῷ τ’ ἄνω καὶ
						κάτω <lb/>(πάντα γὰρ ἔχει τὸ ἄνω καὶ τὸ κάτω, ὥστε καὶ τὰ φυτά), <lb/>δῆλον ὅτι τὴν
						θρεπτικὴν ἀρχὴν ἔχοι ἂν μέσῳ τούτων· <pb n="323"/> καθ’ ὃ μὲν γὰρ εἰσέρχεται μόριον ἡ
						τροφή, ἄνω καλοῦμεν, <lb/>πρὸς αὐτὸ βλέποντες ἀλλ’ οὐ πρὸς τὸ περιέχον ὅλον, κάτω
						<lb/>δὲ καθ’ ὃ τὸ περίττωμα ἀφίησι τὸ πρῶτον. Ἔχει δ’ ἐναντίως <lb/>τοῖς φυτοῖς τοῦτο
						καὶ τοῖς ζῴοις· τῷ μὲν γὰρ ἀνθρώπῳ <lb/>διὰ τὴν ὀρθότητα μάλιστα ὑπάρχει τοῦτο τῶν ζῴων,
						τὸ <lb/>ἔχειν τὸ ἄνω μόριον πρὸς τὸ τοῦ παντὸς ἄνω, τοῖς δ’ ἄλλοις <lb/>μεταξύ· τοῖς δὲ
						φυτοῖς ἀκινήτοις οὖσι καὶ λαμβάνουσιν ἐκ <lb/>τῆς γῆς τὴν τροφὴν ἀναγκαῖον ἀεὶ κάτω
						τοῦτ’ ἔχειν τὸ <lb/>μόριον. Ἀνάλογον γάρ εἰσιν αἱ ῥίζαι τοῖς φυτοῖς καὶ τὸ
						<lb/>καλούμενον στόμα τοῖς ζῴοις, δι’ οὗ τὴν τροφὴν τὰ μὲν ἐκ <lb/>τῆς γῆς λαμβάνει, τὰ
						δὲ δι’ αὑτῶν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τριῶν δὲ μερῶν ὄντων εἰς ἃ διαιρεῖται πάντα τὰ τέλεια <lb/>τῶν ζῴων, ἑνὸς μὲν ᾗ δέχεται
						τὴν τροφήν, ἑνὸς δ’ ᾗ τὸ <lb/>περίττωμα προΐεται, τρίτου δὲ τοῦ μέσου τούτων, τοῦτο ἐν
						<lb/>μὲν τοῖς μεγίστοις τῶν ζῴων καλεῖται στῆθος, ἐν δὲ τοῖς <lb/>ἄλλοις τὸ ἀνάλογον,
						διήρθρωται δὲ μᾶλλον ἑτέροις ἑτέρων. <lb/>Ὅσα δ’ αὐτῶν ἐστὶ πορευτικά, πρόσκειται καὶ
						μόρια τὰ <lb/>πρὸς ταύτην τὴν ὑπηρεσίαν, οἷς τὸ πᾶν οἴσουσι κύτος, σκέλη <lb/>τε καὶ
						πόδες καὶ τὰ τούτοις ἔχοντα τὴν αὐτὴν δύναμιν. Ἀλλ’ <lb/>ἥ γε τῆς θρεπτικῆς ἀρχὴ ψυχῆς
						ἐν τῷ μέσῳ τῶν τριῶν <lb/>μορίων καὶ κατὰ τὴν αἴσθησιν οὖσα φαίνεται καὶ κατὰ τὸν
						<lb/>λόγον· πολλὰ γὰρ τῶν ζῴων ἀφαιρουμένου ἑκατέρου <lb/>τῶν μορίων, τῆς τε καλουμένης
						κεφαλῆς καὶ τοῦ δεκτικοῦ τῆς <lb/>τροφῆς, ζῇ μεθ’ οὗπερ ἂν ᾖ τὸ μέσον. Δῆλον δ’ ἐπὶ τῶν
						<lb/>ἐντόμων, οἷον σφηκῶν τε καὶ μελιττῶν, τοῦτο συμβαῖνον· <lb/>καὶ τῶν μὴ ἐντόμων δὲ
						πολλὰ διαιρούμενα δύναται ζῆν διὰ <lb/>τὸ θρεπτικόν. Τὸ δὲ τοιοῦτον μόριον ἐνεργείᾳ μὲν
						ἔχει ἕν, <pb n="324"/> δυνάμει δὲ πλείω· τὸν αὐτὸν γὰρ συνέστηκε τοῖς φυτοῖς τρόπον·
						<lb/>καὶ γὰρ τὰ φυτὰ διαιρούμενα ζῇ χωρίς, καὶ γίνεται <lb/>πολλὰ ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς δένδρα.
						Δι’ ἢν δ’ αἰτίαν τὰ μὲν οὐ <lb/>δύναται διαιρούμενα ζῆν, τὰ δ’ ἀποφυτεύεται τῶν φυτῶν,
						<lb/>ἕτερος ἔσται λόγος. Ἀλλ’ ὁμοίως ἔχει κατά γε τοῦτο <lb/>τά τε φυτὰ καὶ τὸ τῶν
						ἐντόμων γένος. Ἀνάγκη δὲ καὶ <lb/>τὴν θρεπτικὴν ψυχὴν ἐνεργείᾳ μὲν ἐν τοῖς ἔχουσιν εἶναι
						μίαν, <lb/>δυνάμει δὲ πλείους, Ὁμοίως δὲ καὶ τὴν αἰσθητικὴν ἀρχήν· <lb/>φαίνεται γὰρ
						ἔχοντα αἴσθησιν τὰ διαιρούμενα αὐτῶν. Ἀλλὰ <lb/>πρὸς τὸ σώζεσθαι τὴν φύσιν, τὰ μὲν φυτὰ
						δύναται, ταῦτα δ’ <lb/>οὐ δύναται διὰ τὸ μὴ ἔχειν ὄργανα πρὸς σωτηρίαν, ἐνδεᾶ <lb/>τ’
						εἶναι τὰ μὲν τοῦ ληψομένου τὰ δὲ τοῦ δεξομένου τὴν <lb/>τροφήν, τὰ δ’ ἄλλων τε καὶ
						τούτων ἀμφοτέρων. Ἐοίκασι <lb/>γὰρ τὰ τοιαῦτα τῶν ζῴων πολλοῖς ζῴοις συμπεφυκόσιν· τὰ
						<lb/>δ’ ἄριστα συνεστηκότα τοῦτ’ οὐ πάσχει τῶν ζῴων διὰ τὸ <lb/>εἶναι τὴν φύσιν αὐτῶν ὡς
						ἐνδέχεται μάλιστα μίαν. Διὸ καὶ <lb/>μικρὰν αἴσθησιν ἔνια ποιεῖ διαιρούμενα τῶν μορίων,
						ὅτι <lb/>ἔχει τι ψυχικὸν πάθος· χωριζομένων γὰρ τῶν σπλάγχνων <lb/>ποιεῖται κίνησιν,
						οἷον καὶ αἱ χελῶναι τῆς καρδίας <lb/>ἀφῃρημένης. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἔτι δὲ ἐπί τε τῶν φυτῶν δῆλον καὶ ἐπὶ τῶν ζῴων, τῶν <lb/>μὲν φυτῶν τήν τ’ ἐκ τῶν
						σπερμάτων γένεσιν ἐπισκοποῦσι <lb/>καὶ τὰς ἐμφυτείας τε καὶ τὰς ἀποφυτείας. Ἥ τε γὰρ
						<lb/>τῶν σπερμάτων γένεσις συμβαίνει πᾶσιν ἐκ τοῦ μέσου· <lb/>διθύρων γὰρ ὄντων πάντων,
						ᾗ συμπέφυκεν ἔχεται, καὶ τὸ <lb/>μέσον ἐστὶν ἑκατέρου τῶν μορίων· ἐντεῦθεν γὰρ ὅ τε
						καυλὸς <lb/>ἐκφύεται καὶ ἡ ῥίζα τῶν φυομένων, ἡ δ’ ἀρχὴ τὸ μέσον <pb n="325"/> αὐτῶν
						ἐστίν. Ἔν τε ταῖς ἐμφυτείαις καὶ ταῖς ἀποφυτείαις <lb/>μάλιστα τοῦτο συμβαίνει περὶ τοὺς
						ὄζους· ἔστι <lb/>γὰρ ἀρχή τις ὁ ὄζος τοῦ κλάδου, ἅμα δὲ καὶ μέσον, ὥστε ἢ <lb/>τοῦτο
						ἀφαιροῦσιν ἢ εἰς τοῦτο ἐμβάλλουσιν, ἵνα ἢ ὁ κλάδος <lb/>ἢ αἱ ῥίζαι ἐκ τούτων γίνωνται,
						ὡς οὔσης τῆς ἀρχῆς ἐκ <lb/>τοῦ μέσου καυλοῦ καὶ ῥίζης. Καὶ τῶν ζῴων τῶν ἐναίμων ἡ
						<lb/>καρδία γίνεται πρῶτον. Τοῦτο δὲ δῆλον ἐξ ὧν ἐν τοῖς ἐνδεχομένοις <lb/>ἔτι
						γιγνομένοις ἰδεῖν τεθεωρήκαμεν. Ὥστε καὶ <lb/>ἐν τοῖς ἀναίμοις ἀναγκαῖον τὸ ἀνάλογον τῇ
						καρδίᾳ γίνεσθαι <lb/>πρῶτον. Ἡ δὲ καρδία ὅτι ἐστὶν ἀρχὴ τῶν φλεβῶν, <lb/>ἐν τοῖς περὶ τὰ
						μέρη τῶν ζῴων εἴρηται πρότερον· καὶ ὅτι τὸ <lb/>αἷμα τοῖς ἐναίμοις ἐστὶ τελευταία τροφή,
						ἐξ οὗ γίνεται τὰ <lb/>μόρια. Φανερὸν τοίνυν ὅτι μίαν μέν τινα ἐργασίαν ἡ τοῦ
						<lb/>στόματος λειτουργεῖ δύναμις, ἑτέραν δ’ ἡ τῆς κοιλίας περὶ <lb/>τὴν τροφήν. Ἡ δὲ
						καρδία κυριωτάτη, καὶ τὸ τέλος ἐπιτίθησιν. <lb/>Ὥστ’ ἀνάγκη καὶ τῆς αἰσθητικῆς καὶ τῆς
						θρεπτικῆς <lb/>ψυχῆς ἐν τῇ καρδίᾳ τὴν ἀρχὴν εἶναι τοῖς ἐναίμοις· τὰ γὰρ <lb/>τῶν ἄλλων
						μορίων ἔργα περὶ τὴν τροφὴν τοῦ ταύτης ἔργου <lb/>χάριν ἐστί· δεῖ γὰρ τὸ κύριον πρὸς τὸ
						οὗ ἕνεκα διατελεῖν, <lb/>ἀλλ’ οὐκ ἐν τοῖς τούτου ἕνεκα, οἷον ἰατρὸς πρὸς τὴν ὑγίειαν.
						<lb/>Ἀλλὰ μὴν τό γε κύριον τῶν αἰσθήσεων ἐν ταύτῃ <lb/>τοῖς ἐναίμοις πᾶσιν· ἐν τούτῳ γὰρ
						ἀναγκαῖον εἶναι τὸ <lb/>πάντων τῶν αἰσθητηρίων κοινὸν αἰσθητήριον. Δύο δὲ φανερῶς
						<lb/>ἐνταῦθα συντεινούσας ὁρῶμεν, τήν τε γεῦσιν καὶ τὴν <lb/>ἁφήν, ὥστε καὶ τὰς ἄλλας
						ἀναγκαῖον· ἐν τούτῳ μὲν γὰρ <pb n="326"/> τοῖς ἄλλοις αἰσθητηρίοις ἐνδέχεται ποιεῖσθαι
						τὴν κίνησιν, <lb/>ταῦτα δ’ οὐδὲν συντείνει πρὸς τὸν ἄνω τόπον. Χωρὶς δὲ <lb/>τούτων, εἰ
						τὸ ζῆν ἐν τούτῳ τῷ μορίῳ πᾶσίν ἐστι, δῆλον ὅτι <lb/>καὶ τὴν αἰσθητικὴν ἀρχὴν ἀναγκαῖον·
						ᾗ μὲν γὰρ ζῷον, ταύτῃ <lb/>καὶ ζῆν φαμέν, ᾗ δ’ αἰσθητικόν, ταύτῃ τὸ σῶμα ζῷον εἶναι
						<lb/>λέγομεν. Διὰ τί δ’ αἱ μὲν τῶν αἰσθήσεων φανερῶς συντείνουσι <lb/>πρὸς τὴν καρδίαν,
						αἱ δ’ εἰσὶν ἐν τῇ κεφαλῇ (διὸ καὶ <lb/>δοκεῖ τισὶν αἰσθάνεσθαι τὰ ζῷα διὰ τὸν
						ἐγκέφαλον), τὸ <lb/>αἴτιον τούτων ἐν ἑτέροις εἴρηται χωρίς. Κατὰ μὲν οὖν τὰ
						<lb/>φαινόμενα δῆλον ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι ἐν τούτῳ τε καὶ ἐν <lb/>τῷ μέσῳ τοῦ σώματος
						τῶν τριῶν μορίων ἥ τε τῆς αἰσθητικῆς <lb/>ἀρχὴ ψυχῆς ἐστὶ καὶ ἡ τῆς αὐξητικῆς καὶ τῆς
						<lb/>θρεπτικῆς. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="4"><p>Κατὰ δὲ τὸν λόγον, ὅτι τὴν φύσιν ὁρῶμεν ἐν πᾶσιν ἐκ <lb/>τῶν δυνατῶν ποιοῦσαν τὸ
						κάλλιστον. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς <lb/>οὐσίας τῆς ἀρχῆς οὔσης ἑκατέρας μάλιστα μὲν ἀποτελεῖ
						<lb/>τῶν μορίων ἑκάτερον τὸ αὑτοῦ ἔργον, τό τε κατεργαζόμενον <lb/>τὴν ἐσχάτην τροφὴν
						καὶ τὸ δεκτικόν· πρὸς ἑκατέρῳ γὰρ <lb/>αὐτῶν οὕτως ἔσται, καὶ ἔστιν ἡ τοῦ τοιούτου μέση
						χώρα <lb/>ἄρχοντος χώρα. Ἔτι τὸ χρώμενον καὶ ᾧ χρῆται, δεῖ <lb/>διαφέρειν. Ὥσπερ δὲ τὴν
						δύναμιν, οὕτως ἂν ἐνδέχοιτο <lb/>καὶ τὸν τρόπον, ὥσπερ οἵ τ’ αὐλοὶ καὶ τὸ κινοῦν τοὺς
						<lb/>αὐλούς, ἡ χείρ. Εἴπερ οὖν τὸ ζῷον ὥρισται τῷ τὴν αἰσθητικὴν <lb/>ἔχειν ψυχήν, τοῖς
						μὲν ἐναίμοις ἀναγκαῖον ἐν τῇ <lb/>καρδίᾳ ταύτην ἔχειν τὴν ἀρχήν, τοῖς δ’ ἀναίμοις ἐν τῷ
						ἀνάλογον <lb/>μορίῳ. Πάντα δὲ τὰ μόρια καὶ πᾶν τὸ σῶμα τῶν <lb/>ζῴων ἔχει τινὰ σύμφυτον
						θερμότητα φυσικήν· διὸ ζῶντα <lb/>μὲν φαίνεται θερμά, τελευτῶντα δὲ καὶ στερισκόμενα τοῦ
							<pb n="327"/> ζῆν τοὐναντίον. Ἀναγκαῖον δὴ ταύτης τὴν ἀρχὴν τῆς <lb/>θερμότητος ἐν τῇ
						καρδίᾳ τοῖς ἐναίμοις εἶναι, τοῖς δ’ ἀναίμοις <lb/>ἐν τῷ ἀνάλογον· ἐργάζεται γὰρ καὶ
						πέττει τῷ φυσικῷ <lb/>θερμῷ τὴν τροφὴν πάντα, μάλιστα δὲ τὸ κυριώτατον. Διὸ <lb/>τῶν μὲν
						ἄλλων μορίων ψυχομένων ὑπομένει τὸ ζῆν, τοῦ δ’ ἐν <lb/>ταύτῃ φθείρεται πάμπαν, διὰ τὸ
						τὴν ἀρχὴν ἐντεῦθεν τῆς <lb/>θερμότητος ἠρτῆσθαι πᾶσι, καὶ τῆς ψυχῆς ὥσπερ ἐμπεπυρευμένης
						<lb/>ἐν τοῖς μορίοις τούτοις, τῶν μὲν ἀναίμων ἐν <lb/>τῷ ἀνάλογον, ἐν δὲ τῇ καρδίᾳ τῶν
						ἐναίμων. Ἀνάγκη τοίνυν <lb/>ἅμα τό τε ζῆν ὑπάρχειν καὶ τὴν τοῦ θερμοῦ τούτου
						<lb/>σωτηρίαν, καὶ τὸν καλούμενον θάνατον εἶναι τὴν τούτου <lb/>φθοράν. </p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Ἀλλὰ μὴν πυρός γε δύο ὁρῶμεν φθοράς, μάρανσίν τε καὶ <lb/>σβέσιν. Καλοῦμεν δὲ τὴν μὲν
						ὑφ’ αὑτοῦ μάρανσιν, τὴν <lb/>δ’ ὑπὸ τῶν ἐναντίων σβέσιν, τὴν μὲν γήρᾳ, τὴν δὲ βίαιον.
						<lb/>Συμβαίνει δ’ ἀμφοτέρας διὰ ταὐτὸ γίνεσθαι τὰς φθοράς· <lb/>ὑπολειπούσης γὰρ τῆς
						τροφῆς, οὐ δυναμένου λαμβάνειν τοῦ <lb/>θερμοῦ τὴν τροφήν, φθορὰ γίνεται τοῦ πυρός. Τὸ
						μὲν γὰρ <lb/>ἐναντίον παῦον τὴν πέψιν κωλύει τρέφεσθαι· ὁτὲ δὲ μαραίνεσθαι
						<lb/>συμβαίνει, πλείονος ἀθροιζομένου θερμοῦ διὰ τὸ μὴ <lb/>ἀναπνεῖν μηδὲ καταψύχεσθαι·
						ταχὺ γὰρ καὶ οὕτω καταναλίσκει <lb/>τὴν τροφὴν πολὺ συναθροιζόμενον τὸ θερμόν, καὶ
						φθάνει <lb/>καταναλίσκον πρὶν ἐπιστῆναι τὴν ἀναθυμίασιν. Διόπερ οὐ <lb/>μόνον μαραίνεται
						τὸ ἔλαττον παρὰ τὸ πλεῖον πῦρ, ἀλλὰ <lb/>καὶ αὐτὴ καθ’ αὑτὴν ἡ τοῦ λύχνου φλὸξ
						ἐντιθεμένη πλείονι <lb/>φλογὶ κατακάεται, καθάπερ ὁτιοῦν ἄλλο τῶν καυστῶν. <lb/>Αἴτιον
						δ’ ὅτι τὴν μὲν οὖσαν ἐν τῇ φλογὶ τροφὴν φθάνει <pb n="328"/> λαμβάνουσα ἡ μείζων φλὸξ
						πρὶν ἐπελθεῖν ἑτέραν, τὸ δὲ πῦρ <lb/>ἀεὶ διατελεῖ γινόμενον καὶ ῥέον ὥσπερ ποταμός, ἀλλὰ
						λανθάνει <lb/>διὰ τὸ τάχος. Δῆλον τοίνυν ὡς εἴπερ δεῖ σώζεσθαι <lb/>τὸ θερμόν (τοῦτο δ’
						ἀναγκαῖον, εἴπερ μέλλει ζῆν), δεῖ γίνεσθαί <lb/>τινα τοῦ θερμοῦ τοῦ ἐν τῇ ἀρχῇ
						κατάψυξιν. Παράδειγμα <lb/>δὲ τούτου λαβεῖν ἔστι τὸ συμβαῖνον ἐπὶ τῶν
						<lb/>καταπνιγομένων ἀνθράκων· ἂν μὲν γὰρ ὦσι περιπεπωμασμένοι <lb/>τῷ καλουμένῳ πνιγεῖ
						συνεχῶς, ἀποσβέννυνται ταχέως· <lb/>ἂν δὲ παρ’ ἄλληλά τις ποιῇ πυκνὰ τὴν ἀφαίρεσιν καὶ
						τὴν <lb/>ἐπίθεσιν, μένουσι πεπυρωμένοι πολὺν χρόνον. Ἡ δ’ <lb/>ἔγκρυψις σώζει τὸ πῦρ·
						οὔτε γὰρ ἀποπνεῖν κωλύεται διὰ <lb/>μανότητα τῆς τέφρας, ἀντιφράττει τε τῷ πέριξ ἀέρι
						<lb/>πρὸς τὸ μὴ σβεννύναι τῷ πλήθει τῆς ἐνυπαρχούσης αὐτῷ <lb/>θερμότητος. Ἀλλὰ περὶ μὲν
						τῆς αἰτίας ταύτης, ὅτι τὸ <lb/>ἐναντίον συμβαίνει τῷ ἐγκρυπτομένῳ καὶ καταπνιγομένῳ
						<lb/>πυρί (τὸ μὲν γὰρ μαραίνεται, τὸ δὲ διαμένει πλείω χρόνον), <lb/>εἴρηται ἐν τοῖς
						προβλήμασιν. </p></div></div></body></text></TEI>