<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg016.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><p>Μετὰ δὲ ταῦτα περὶ ἐνυπνίου ζητητέον, καὶ πρῶτον τίνι <lb/>τῶν τῆς ψυχῆς φαίνεται, καὶ
						πότερον τοῦ νοητικοῦ τὸ <lb/>πάθος ἐστὶ τοῦτο ἢ τοῦ αἰσθητικοῦ· τούτοις γὰρ μόνοις
						<lb/>τῶν ἐν ἡμῖν γνωρίζομέν τι. Εἰ δὲ χρῆσις ὄψεως ὅρασις <lb/>καὶ ἀκοῆς τὸ ἀκούειν καὶ
						ὅλως αἰσθήσεως τὸ αἰσθάνεσθαι, <lb/>κοινὰ δ’ ἐστὶ τῶν αἰσθήσεων οἷον σχῆμα καὶ μέγεθος
						καὶ <lb/>κίνησις καὶ τἆλλα τὰ τοιαῦτα, ἴδια δ’ οἷον χρῶμα ψόφος <lb/>χυμός, ἀδυνατεῖ δὲ
						πάντα μύοντα καὶ καθεύδοντα ὁρᾶν, ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν, δῆλον ὅτι οὐκ
						αἰσθανόμεθα οὐδὲν ἐν <lb/>τοῖς ὕπνοις. Οὐκ ἄρα γε τῇ αἰσθήσει τὸ ἐνύπνιον αἰσθανόμεθα.
						<lb/>Ἀλλὰ μὴν οὐδὲ τῇ δόξῃ. Οὐ γὰρ μόνον τὸ <lb/>προσιόν φαμεν ἄνθρωπον ἢ ἵππον εἶναι,
						ἀλλὰ καὶ λευκὸν <lb/>ἢ καλόν· ὧν ἡ δόξα ἄνευ αἰσθήσεως οὐδὲν ἂν φήσειεν, οὔτ’
						<lb/>ἀληθῶς οὔτε ψευδῶς. Ἐν δὲ τοῖς ὕπνοις συμβαίνει τὴν ψυχὴν <lb/>τοῦτο ποιεῖν· ὁμοίως
						γὰρ ὅτι ἄνθρωπος καὶ ὅτι λευκὸς <lb/>ὁ προσιὼν δοκοῦμεν ὁρᾶν. Ἔτι παρὰ τὸ ἐνύπνιον
						ἐννοοῦμεν <lb/>ἄλλο τι, καθάπερ ἐν τῷ ἐγρηγορέναι αἰσθανόμενοί <lb/>τι· περὶ οὗ γὰρ
						αἰσθανόμεθα, πολλάκις καὶ διανοούμεθά τι. <lb/>Οὕτω καὶ ἐν τοῖς ὕπνοις παρὰ τὰ
						φαντάσματα ἐνίοτε ἄλλα <lb/>ἐννοοῦμεν. Φανείη δ’ ἄν τῳ τοῦτο, εἴ τις προσέχοι τὸν
						<lb/>νοῦν καὶ πειρῷτο μνημονεύειν ἀναστάς. Ἤδη δέ τινες καὶ <lb/>ἑωράκασιν ἐνύπνια
						τοιαῦτα οἷον οἱ δοκοῦντες κατὰ τὸ μνημονικὸν <lb/>παράγγελμα τίθεσθαι τὰ προβαλλόμενα·
						συμβαίνει <lb/>γὰρ αὐτοῖς πολλάκις ἄλλο τι παρὰ τὸ ἐνύπνιον τίθεσθαι <lb/>πρὸ ὀμμάτων
						εἰς τὸν τόπον φάντασμα. Ὥστε δῆλον ὅτι <pb n="300"/> οὔτε ἐνύπνιον πᾶν τὸ ἐν ὕπνῳ
						φάντασμα, καὶ ὅτι ὃ ἐννοοῦμεν <lb/>τῇ δόξῃ δοξάζομεν. Δῆλον δὲ περὶ τούτων ἁπάντων
						<lb/>τό γε τοσοῦτον, ὅτι τῷ αὐτῷ ᾧ καὶ ἐγρηγορότες ἐν ταῖς <lb/>νόσοις ἀπατώμεθα, ὅτι
						τοῦτ’ αὐτὸ καὶ ἐν τῷ ὕπνῳ ποιεῖ <lb/>τὸ πάθος. Καὶ ὑγιαίνουσι δὲ καὶ εἰδόσιν ὅμως ὁ
						ἥλιος ποδιαῖος <lb/>εἶναι δοκεῖ. Ἀλλ’ εἴτε δὴ ταὐτὸν εἴθ’ ἕτερον τὸ φανταστικὸν <lb/>τῆς
						ψυχῆς καὶ τὸ αἰσθητικόν, οὐδὲν ἧττον οὐ γίνεται <lb/>ἄνευ τοῦ ὁρᾶν καὶ αἰσθάνεσθαί τι·
						τὸ γὰρ παρορᾶν <lb/>καὶ παρακούειν ὁρῶντος ἀληθές τι καὶ ἀκούοντος, οὐ μέντοι <lb/>τοῦτο
						ὃ οἴεται. Ἐν δὲ τῷ ὕπνῳ ὑπόκειται μηδὲν ὁρᾶν <lb/>μηδ’ ἀκούειν μηδ’ ὅλως αἰσθάνεσθαι.
						Ἆρ’ οὖν τὸ μὲν μηδὲν <lb/>ὁρᾶν ἀληθές, τὸ δὲ μηδὲν πάσχειν τὴν αἴσθησιν οὐκ ἀληθές,
						<lb/>ἀλλ’ ἐνδέχεται καὶ τὴν ὄψιν πάσχειν τι καὶ τὰς ἄλλας <lb/>αἰσθήσεις, ἕκαστον δὲ
						τούτων ὥσπερ ἐγρηγορότος προσβάλλει <lb/>μέν πως τῇ αἰσθήσει, οὐχ οὕτω δὲ ὥσπερ
						ἐγρηγορότος· <lb/>καὶ ὁτὲ μὲν ἡ δόξα λέγει ὅτι ψεῦδος τὸ ὁρώμενον, <lb/>ὥσπερ
						ἐγρηγορόσιν, ὁτὲ δὲ κατέχεται καὶ ἀκολουθεῖ τῷ <lb/>φαντάσματι. Ὅτι μὲν οὖν οὐκ ἔστι τοῦ
						δοξάζοντος οὐδὲ <lb/>τοῦ διανοουμένου τὸ πάθος τοῦτο ὃ καλοῦμεν ἐνυπνιάζειν φανερόν.
						<lb/>Ἀλλ’ οὐδὲ τοῦ αἰσθανομένου ἁπλῶς· ὁρᾶν γὰρ ἂν <lb/>ἦν καὶ ἀκούειν ἁπλῶς. Ἀλλὰ πῶς
						δὴ καὶ τίνα τρόπον, <lb/>ἐπισκεπτέον. Ὑποκείσθω δ’, ὅπερ ἐστὶ καὶ φανερόν, ὅτι <lb/>τοῦ
						αἰσθητικοῦ τὸ πάθος, εἴπερ καὶ ὁ ὕπνος· οὐ γὰρ ἄλλῳ <lb/>μέν τινι τῶν ζῴων ὑπάρχει ὁ
						ὕπνος, ἄλλῳ δὲ τὸ ἐνυπνιάζειν, <lb/>ἀλλὰ τῷ αὐτῷ. Ἐπεὶ δὲ περὶ φαντασίας ἐν τοῖς περὶ
						ψυχῆς <lb/>εἴρηται, καὶ ἔστι μὲν τὸ αὐτὸ τῷ αἰσθητικῷ τὸ φανταστικόν, <pb n="301"/> τὸ
						δ’ εἶναι φανταστικῷ καὶ αἰσθητικῷ ἕτερον, ἔστι <lb/>δὲ φαντασία ἡ ὑπὸ τῆς κατ’ ἐνέργειαν
						αἰσθήσεως γινομένη <lb/>κίνησις, τὸ δ’ ἐνύπνιον φάντασμά τι φαίνεται εἶναι (τὸ γὰρ
						<lb/>ἐν ὕπνῳ φάντασμα ἐνύπνιον λέγομεν, εἴθ’ ἁπλῶς εἴτε τρόπον <lb/>τινὰ γινόμενον),
						φανερὸν ὅτι τοῦ αἰσθητικοῦ μέν ἐστι τὸ <lb/>ἐνυπνιάζειν, τούτου δ’ ᾗ τὸ φανταστικόν.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τί δ’ ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον καὶ πῶς γίνεται, ἐκ τῶν περὶ τὸν <lb/>ὕπνον συμβαινόντων μάλιστ’
						ἂν θεωρήσαιμεν. Τὰ γὰρ αἰσθητὰ <lb/>καθ’ ἕκαστον αἰσθητήριον ἡμῖν ἐμποιοῦσιν αἴσθησιν,
						<lb/>καὶ τὸ γινόμενον ὑπ’ αὐτῶν πάθος οὐ μόνον ἐνυπάρχει ἐν <lb/>τοῖς αἰσθητηρίοις
						ἐνεργουσῶν τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ καὶ <lb/>ἀπελθουσῶν. Παραπλήσιον γὰρ τὸ πάθος ἐπί τε
						τούτων <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν φερομένων ἔοικεν εἶναι. Καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν <lb/>φερομένων τοῦ
						κινήσαντος οὐκέτι θιγγάνοντος κινεῖται· τὸ <lb/>γὰρ κινῆσαν ἐκίνησεν ἀέρα τινά, καὶ
						πάλιν οὗτος κινούμενος <lb/>ἕτερον. Καὶ τοῦτον δὴ τὸν τρόπον, ἕως ἂν στῇ, ποιεῖται
						<lb/>τὴν κίνησιν καὶ ἐν ἀέρι καὶ ἐν τοῖς ὑγροῖς. Ὁμοίως δ’ <lb/>ὑπολαβεῖν τοῦτο δεῖ καὶ
						ἐπ’ ἀλλοιώσεως· τὸ γὰρ θερμανθὲν <lb/>ὑπὸ τοῦ θερμοῦ τὸ πλησίον θερμαίνει, καὶ τοῦτο
						διαδίδωσιν <lb/>ἕως τῆς ἀρχῆς. Ὥστε καὶ ἐν ᾧ τὸ αἰσθάνεσθαι, ἐπειδή <lb/>ἐστιν ἀλλοίωσίς
						τις ἡ κατ’ ἐνέργειαν αἴσθησις, ἀνάγκη τοῦτο <lb/>συμβαίνειν. Διὸ τὸ πάθος ἐστὶν οὐ μόνον
						ἐν αἰσθανομένοις <lb/>τοῖς αἰσθητηρίοις, ἀλλὰ καὶ ἐν πεπαυμένοις, καὶ ἐν <lb/>βάθει καὶ
						ἐπιπολῆς. Φανερὸν δ’ ὅταν συνεχῶς αἰσθανώμεθά <lb/>μεθά τι· μεταφερόντων γὰρ τὴν
						αἴσθησιν ἀκολουθεῖ τὸ <lb/>πάθος, οἶον ἐκ τοῦ ἡλίου εἰς τὸ σκότος· συμβαίνει γὰρ μηδὲν
							<pb n="302"/> ὁρᾶν διὰ τὴν ἔτι ὑποῦσαν κίνησιν ἐν τοῖς ὄμμασιν ὑπὸ <lb/>τοῦ φωτός. Κἂν
						πρὸς ἓν χρῶμα πολὺν χρόνον βλέψωμεν <lb/>ἢ λευκὸν ἢ χλωρόν, τοιοῦτον φαίνεται ἐφ’ ὅπερ
						ἂν τὴν <lb/>ὄψιν μεταβάλωμεν. Κἂν πρὸς τὸν ἥλιον βλέψαντες ἢ <lb/>ἄλλο τι λαμπρὸν
						μύσωμεν, παρατηρήσασι φαίνεται κατ’ <lb/>εὐθυωρίαν, ᾗ συμβαίνει τὴν ὄψιν ὁρᾶν, πρῶτον
						μὲν τοιοῦτον <lb/>τὴν χρόαν, εἶτα μεταβάλλει εἰς φοινικοῦν κἄπειτα <lb/>πορφυροῦν, ἕως
						ἂν εἰς τὴν μέλαιναν ἔλθῃ χρόαν καὶ ἀφανισθῇ. <lb/>Καὶ αἱ ἀπὸ τῶν κινουμένων δὲ
						μεταβάλλουσιν, οἷον <lb/>ἀπὸ τῶν ποταμῶν, μάλιστα δ’ ἀπὸ τῶν τάχιστα ῥεόντων·
						<lb/>φαίνεται γὰρ τὰ ἠρεμοῦντα κινούμενα. Γίνονται δὲ καὶ <lb/>ἀπὸ τῶν μεγάλων ψόφων
						δύσκωφοι καὶ ἀπὸ τῶν ἰσχυρῶν <lb/>ὀσμῶν δύσοσμοι, καὶ ἐπὶ τῶν ὁμοίων. Ταῦτά γε δὴ
						<lb/>φανερῶς συμβαίνει τοῦτον τὸν τρόπον. Ὅτι δὲ ταχὺ τὰ <lb/>αἰσθητήρια καὶ μικρᾶς
						διαφορᾶς αἰσθάνεται, σημεῖον τὸ <lb/>ἐπὶ τῶν ἐνόπτρων γινόμενον· περὶ οὗ καὶ αὐτοῦ
						ἐπιστήσας <lb/>σκέψαιτό τις ἂν καὶ ἀπορήσειεν. Ἅμα δ’ ἐξ αὐτοῦ <lb/>δῆλον ὅτι ὥσπερ καὶ
						ἡ ὄψις πάσχει, οὕτω καὶ ποιεῖ τι. <lb/>Ἐν γὰρ τοῖς ἐνόπτροις τοῖς σφόδρα καθαροῖς, ὅταν
						τῶν <lb/>καταμηνίων ταῖς γυναιξὶ γινομένων ἐμβλέψωσιν εἰς τὸ κάτοπτρον, <lb/>γίνεται τὸ
						ἐπιπολῆς τοῦ ἐνόπτρου οἷον νεφέλη <lb/>αἱματώδης· κἂν μὲν καινὸν ᾖ τὸ κάτοπτρον, οὐ
						ῥᾴδιον ἐκμάξαι <lb/>τὴν τοιαύτην κηλῖδα, ἐὰν δὲ παλαιόν, ῥᾷον. Αἴτιον δ’, <lb/>ὥσ περ
						εἴπομεν, ὅτι οὐ μόνον πάσχει τι ἡ ὄψις ὑπὸ τοῦ <lb/>ἀέρος, ἀλλὰ καὶ ποιεῖ τι καὶ κινεῖ,
						ὥσπερ καὶ τὰ λαμπρά· <pb n="303"/> καὶ γὰρ ἡ ὄψις τῶν λαμπρῶν καὶ ἐχόντων χρῶμα. Τὰ μὲν
						<lb/>οὖν ὄμματα εὐλόγως, ὅταν ᾖ τὰ καταμήνια, διάκειται, <lb/>ὥσπερ καὶ ἕτερον μέρος
						ὁτιοῦν· καὶ γὰρ φύσει τυγχάνουσι <lb/>φλεβώδεις ὄντες. Διὸ γινομένων τῶν καταμηνίων
						<lb/>διὰ ταραχὴν καὶ φλεγμασίαν αἱματικὴν ἡμῖν μὲν ἡ ἐν τοῖς <lb/>ὄμμασι διαφορὰ ἄδηλος,
						ἔνεστι δέ (ἡ γὰρ αὐτὴ φύσις <lb/>σπέρματος καὶ καταμηνίων), ὁ δ’ ἀὴρ κινεῖται ὑπ’ αὐτῶν,
						<lb/>καὶ τὸν ἐπὶ τῶν κατόπτρων ἀέρα συνεχῆ ὄντα ποιόν <lb/>τινα ποιεῖ καὶ τοιοῦτον οἷον
						αὐτὸς πάσχει· ὁ δὲ τοῦ κατόπτρου <lb/>τὴν ἐπιφάνειαν. Ὥσ περ δὲ τῶν ἱματίων τὰ μάλιστα
						<lb/>καθαρὰ τάχιστα κηλιδοῦται· τὸ γὰρ καθαρὸν ἀκριβῶς <lb/>δηλοῖ ὅ τι ἂν δέξηται, καὶ
						μάλιστα τὰς ἐλαχίστας <lb/>κινήσεις. Ὁ δὲ χαλκὸς διὰ μὲν τὸ λεῖος εἶναι ὁποιασοῦν
						<lb/>ἁφῆς μάλιστα αἰσθάνεται (δεῖ δὲ νοῆσαι οἷον τρίψιν <lb/>οὖσαν τὴν τοῦ ἀέρος ἁφὴν
						καὶ ὥσπερ ἔκμαξιν καὶ ἀνάπλυσιν), <lb/>διὰ δὲ τὸ καθαρὸν ἔκδηλος γίνεται ὁπηλικηοῦν
						οὖσα. <lb/>Τοῦ δὲ μὴ ἐξιέναι ταχέως ἐκ τῶν καινῶν κατόπτρων αἴτιον <lb/>τὸ καθαρὸν εἶναι
						καὶ λεῖον· διαδύεται γὰρ διὰ τῶν τοιούτων <lb/>καὶ εἰς βάθος καὶ πάντῃ, διὰ μὲν τὸ
						καθαρὸν εἰς βάθος, διὰ <lb/>δὲ τὸ λεῖον πάντῃ. Ἐν δὲ τοῖς παλαιοῖς οὐκ ἐμμένει, ὅτι
						<lb/>οὐχ ὁμοίως εἰσδύεται ἡ κηλὶς ἀλλ’ ἐπιπολαιότερον. Ὅτι <lb/>μὲν οὖν καὶ ὑπὸ τῶν
						μικρῶν διαφορῶν γίνεται κίνησις, καὶ <lb/>ὅτι ταχεῖα ἡ αἴσθησις, ἔτι δὲ ὅτι οὐ μόνον
						πάσχει ἀλλὰ <lb/>καὶ ἀντιποιεῖ τὸ τῶν χρωμάτων αἰσθητήριον, φανερὸν ἐκ <lb/>τούτων.
						Μαρτυρεῖ δὲ τοῖς εἰρημένοις καὶ τὰ περὶ τοὺς οἴνους <lb/>καὶ τὴν μυρεψίαν συμβαίνοντα.
						Τό τε γὰρ παρασκευασθὲν <pb n="304"/> ἔλαιον ταχέως λαμβάνει τὰς τῶν πλησίον <lb/>ὀσμάς,
						καὶ οἱ οἶνοι τὸ αὐτὸ τοῦτο πάσχουσιν· οὐ γὰρ <lb/>μόνον τῶν ἐμβαλλομένων ἢ
						ὑποκιρναμένων, ἀλλὰ καὶ τῶν <lb/>πλησίον τοῖς ἀγγείοις τιθεμένων ἢ πεφυκότων
						ἀναλαμβάνουσι <lb/>τὰς ὀσμάς. Πρὸς δὲ τὴν ἐξ ἀρχῆς σκέψιν ὑποκείσθω <lb/>ἓν μέν, ὅπερ ἐκ
						τῶν εἰρημένων φανερόν, ὅτι καὶ ἀπελθόντος <lb/>τοῦ θύραθεν αἰσθητοῦ ἐμμένει τὰ αἰσθήματα
						αἰσθητὰ ὄντα, <lb/>πρὸς δὲ τούτοις ὅτι ῥᾳδίως ἀπατώμεθα περὶ τὰς αἰσθήσεις <lb/>ἐν τοῖς
						πάθεσιν ὄντες, ἄλλοι δ’ ἐν ἄλλοις, οἷον ὁ δειλὸς ἐν <lb/>φόβῳ, ὁ δ’ ἐρωτικὸς ἐν ἔρωτι,
						ὥστε δοκεῖν ἀπὸ μικρᾶς <lb/>ὁμοιότητος τὸν μὲν τοὺς πολεμίους ὁρᾶν, τὸν δὲ τὸν ἐρώμενον·
						<lb/>καὶ ταῦτα ὅσῳ ἂν ἐμπαθέστερος ᾖ, τοσούτῳ ἀπ’ <lb/>ἐλάσσονος ὁμοιότητος φαίνεται.
						Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ <lb/>ἐν ὀργαῖς καὶ ἐν πάσαις ἐπιθυμίαις εὐαπάτητοι γίνονται
						<lb/>πάντες, καὶ μᾶλλον ὅσῳ ἂν μᾶλλον ἐν τοῖς πάθεσιν ὦσιν. <lb/>Διὸ καὶ τοῖς
						πυρέττουσιν ἐνίοτε φαίνεται ζῷα ἐν τοῖς <lb/>τοίχοις ἀπὸ μικρᾶς ὁμοιότητος τῶν γραμμῶν
						συντιθεμένων. <lb/>Καὶ ταῦτ’ ἐνίοτε συνεπιτείνει τοῖς πάθεσιν οὕτως ὥστ’ ἐὰν <lb/>μὲν μὴ
						σφόδρα κάμνωσι, μὴ λανθάνειν ὅτι ψεῦδος, ἐὰν δὲ <lb/>μεῖζον ᾖ τὸ πάθος, καὶ κινεῖσθαι
						πρὸς αὐτά. Αἴτιον δὲ <lb/>τοῦ συμβαίνειν ταῦτα τὸ μὴ κατὰ τὴν αὐτὴν δύναμιν κρίνειν
						<lb/>τό τε κύριον καὶ ᾧ τὰ φαντάσματα γίνεται. Τούτου <lb/>δὲ σημεῖον ὅτι φαίνεται μὲν ὁ
						ἥλιος ποδιαῖος, ἀντίφησι δὲ <lb/>πολλάκις ἕτερόν τι πρὸς τὴν φαντασίαν. Καὶ τῇ ἐπαλλάξει
						<lb/>τῶν δακτύλων τὸ ἓν δύο φαίνεται, ἀλλ’ ὅμως οὔ φαμεν <lb/>δύο· κυριωτέρα γὰρ τῆς
						ἁφῆς ἡ ὄψις. Εἰ δ’ ἦν ἡ ἁφὴ <pb n="305"/> μόνη, κἂν ἐκρίνομεν τὸ ἓν δύο. Τοῦ δὲ
						διεψεῦσθαι αἴτιον <lb/>ὅτι οὐ μόνον τοῦ αἰσθητοῦ κινουμένου φαίνεται ἁδήποτε, <lb/>ἀλλὰ
						καὶ τῆς αἰσθήσεως κινουμένης αὐτῆς, ἐὰν ὡσαύτως <lb/>κινῆται ὥσπερ καὶ ὑπὸ τοῦ αἰσθητοῦ·
						λέγω δ’ οἷον ἡ <lb/>γῆ δοκεῖ τοῖς πλέουσι κινεῖσθαι κινουμένης τῆς ὄψεως ὑπ’ <lb/>ἄλλου.
					</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Ἐκ δὴ τούτων φανερὸν ὅτι οὐ μόνον ἐγρηγορότων αἱ κινήσεις <lb/>αἱ ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων
						γινόμεναι τῶν τε θύραθεν <lb/>καὶ τῶν ἐκ τοῦ σώματος ἐνυπαρχουσῶν, ἀλλὰ καὶ ὅταν γένηται
						<lb/>τὸ πάθος τοῦτο ὃ καλεῖται ὕπνος, καὶ μᾶλλον τότε <lb/>φαίνονται. Μεθ’ ἡμέραν μὲν
						γὰρ ἐκκρούονται ἐνεργουσῶν <lb/>τῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς διανοίας, καὶ ἀφανίζονται ὥσπερ
						<lb/>παρὰ πολὺ πῦρ ἔλαττον καὶ λῦπαι καὶ ἡδοναὶ μικραὶ <lb/>παρὰ μεγάλας, παυσαμένων δ’
						ἐπιπολάζει καὶ τὰ μικρά· <lb/>νύκτωρ δὲ δι’ ἀργίαν τῶν κατὰ μόριον αἰσθήσεων καὶ
						ἀδυναμίαν <lb/>τοῦ ἐνεργεῖν, διὰ τὸ ἐκ τῶν ἔξω εἰς τὸ ἐντὸς γίνεσθαι <lb/>τὴν τοῦ θερμοῦ
						παλίρροιαν, ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς αἰσθήσεως <lb/>καταφέρονται καὶ γίνονται φανεραὶ
						καθισταμένης τῆς ταραχῆς. <lb/>Δεῖ δ’ ὑπολαβεῖν ὥσπερ τὰς μικρὰς δίνας τὰς ἐν τοῖς
						<lb/>ποταμοῖς γινομένας, οὕτω τὴν κίνησιν ἑκάστην γίνεσθαι <lb/>συνεχῶς, πολλάκις μὲν
						ὁμοίως, πολλάκις δὲ διαλυομένας εἰς <lb/>ἄλλα σχήματα διὰ τὴν ἀντίκρουσιν. Διὸ καὶ μετὰ
						τὴν <lb/>τροφὴν καὶ πάμπαν νέοις οὖσιν, οἷον τοῖς παιδίοις, οὐ γίνεται <lb/>ἐνύπνια·
						πολλὴ γὰρ ἡ κίνησις διὰ τὴν ἀπὸ τῆς τροφῆς <lb/>θερμότητα. Ὥστε καθάπερ ἐν ὑγρῷ, ἐὰν
						σφόδρα κινῇ τις, <lb/>ὁτὲ μὲν οὐδὲν φαίνεται εἴδωλον ὁτὲ δὲ φαίνεται μὲν διεστραμμένον
						<lb/>δὲ πάμπαν, ὥστε φαίνεσθαι ἀλλοῖον ἢ οἷόν <lb/>ἐστιν, ἠρεμήσαντος δὲ καθαρὰ καὶ
						φανερά, οὕτω καὶ ἐν τῷ <lb/>καθεύδειν τὰ φαντάσματα καὶ αἱ ὑπόλοιποι κινήσεις αἱ
						συμβαίνουσαι <lb/>ἀπὸ τῶν αἰσθημάτων ὁτὲ μὲν ὑπὸ μείζονος οὔσης <pb n="306"/> τῆς
						εἰρημένης κινήσεως ἀφανίζονται πάμπαν, ὁτὲ δὲ τεταραγμέναι <lb/>φαίνονται αἱ ὄψεις καὶ
						τερατώδεις καὶ οὐκ ἐρρωμένα <lb/>τὰ ἐνύπνια, οἷον τοῖς μελαγχολικοῖς καὶ πυρέττουσι
						<lb/>καὶ οἰνωμένοις· πάντα γὰρ τὰ τοιαῦτα πάθη πνευματώδη <lb/>ὄντα πολλὴν ποιεῖ κίνησιν
						καὶ ταραχήν. Καθισταμένου δὲ <lb/>καὶ διακρινομένου τοῦ αἵματος ἐν τοῖς ἐναίμοις,
						σωζομένη <lb/>τῶν αἰσθημάτων ἡ κίνησις ἀφ’ ἑκάστου τῶν αἰσθητηρίων <lb/>ἐρρωμένα τε
						ποιεῖ τὰ ἐνύπνια, καὶ φαίνεσθαί τι καὶ δοκεῖν <lb/>διὰ μὲν τὰ ἀπὸ τῆς ὄψεως καταφερόμενα
						ὁρᾶν, διὰ δὲ <lb/>τὰ ἀπὸ τῆς ἀκοῆς ἀκούειν. Ὁμοιοτρόπως δὲ καὶ ἀπὸ τῶν <lb/>ἄλλων
						αἰσθητηρίων· τῷ μὲν γὰρ ἐκεῖθεν ἀφικνεῖσθαι τὴν <lb/>κίνησιν πρὸς τὴν ἀρχὴν καὶ
						ἐγρηγορὼς δοκεῖ ὁρᾶν καὶ <lb/>ἀκούειν καὶ αἰσθάνεσθαι, καὶ διὰ τὸ τὴν ὄψιν ἐνίοτε
						κινεῖσθαι <lb/>δοκεῖν οὐ κινουμένην ὁρᾶν φαμέν, καὶ τῷ τὴν ἁφὴν <lb/>δύο κινήσεις
						εἰσαγγέλλειν τὸ ἓν δύο δοκεῖν. Ὅλως <lb/>γὰρ τὸ ἀφ’ ἑκάστης αἰσθήσεώς φησιν ἡ ἀρχή, ἐὰν
						μὴ <lb/>ἑτέρα κυριωτέρα ἀντιφῇ. Φαίνεται μὲν οὖν πάντως, δοκεῖ <lb/>δὲ οὐ πάντως τὸ
						φαινόμενον, ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἐπικρῖνον κατέχηται <lb/>ἢ μὴ κινῆται τὴν οἰκείαν κίνησιν. Ὥσπερ
						δ’ <lb/>εἴπομεν ὅτι ἄλλοι δι’ ἄλλο πάθος εὐαπάτητοι, οὕτως <lb/>ὁ καθεύδων διὰ τὸν ὕπνον
						καὶ τὸ κινεῖσθαι τὰ αἰσθητήρια <lb/>καὶ τἆλλα τὰ συμβαίνοντα περὶ τὴν αἴσθησιν, ὥστε
						<lb/>τὸ μικρὰν ἔχον ὁμοιότητα φαίνεται ἐκεῖνο. Ὅταν γὰρ <lb/>καθεύδῃ, κατιόντος τοῦ
						πλείστου αἵματος ἐπὶ τὴν ἀρχὴν <pb n="307"/> συγκατέρχονται αἱ ἐνοῦσαι κινήσεις, αἱ μὲν
						δυνάμει αἱ δὲ <lb/>ἐνεργείᾳ. Οὕτω δ’ ἔχουσιν ὥστε ἐν τῇ κινήσει τῃδὶ ἥδε <lb/>ἐπιπολάσει
						ἐξ αὐτοῦ ἡ κίνησις, ἂν δ’ αὕτη φθαρῇ, ἥδε. <lb/>Καὶ πρὸς ἀλλήλας δ’ ἔχουσιν ὥσπερ οἱ
						πεπλασμένοι βάτραχοι <lb/>οἱ ἀνιόντες ἐν τῷ ὕδατι τηκομένου τοῦ ἁλός. Οὕτως <lb/>ἔνεισι
						δυνάμει, ἀνειμένου δὲ τοῦ κωλύοντος ἐνεργοῦσιν· <lb/>καὶ λυόμεναι ἐν ὀλίγῳ τῷ λοιπῷ
						αἵματι τῷ ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις <lb/>κινοῦνται, ἔχουσαι ὁμοιότητα ὥσπερ τὰ ἐν τοῖς
						<lb/>νέφεσιν, ἃ παρεικάζουσιν ἀνθρώποις καὶ κενταύροις ταχέως <lb/>μεταβάλλοντα. Τούτων
						δὲ ἕκαστόν ἐστιν, ὥσπερ εἴρηται, <lb/>ὑπόλειμμα τοῦ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αἰσθήματος· καὶ
						ἀπελθόντος <lb/>τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἀληθοῦς ἔνεστι, καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν <lb/>ὅτι τοιοῦτον
						οἷον Κορίσκος, ἀλλ’ οὐ Κορίσκος. Ὅτε <lb/>δ’ ᾐσθάνετο, οὐκ ἔλεγε Κορίσκον τὸ κύριον καὶ
						τὸ ἐπικρῖνον, <lb/>ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐκεῖνον Κορίσκον τὸν ἀληθινόν. <lb/>Οὗ δὴ καὶ
						αἰσθανόμενον λέγει τοῦτο, ἐὰν μὴ παντελῶς <lb/>κατέχηται ὑπὸ τοῦ αἵματος, ὥσπερ μὴ
						αἰσθανόμενον τοῦτο, <lb/>κινεῖται ὑπὸ τῶν κινήσεων τῶν ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις. Καὶ
						<lb/>δοκεῖ τὸ ὅμοιον αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Καὶ τοσαύτη τοῦ <lb/>ὕπνου ἡ δύναμις ὥστε ποιεῖν
						τοῦτο λανθάνειν. Ὥσπερ <lb/>οὖν εἴ τινα λανθάνοι ὑποβαλλόμενος ὁ δάκτυλος τῷ
						<lb/>ὀφθαλμῷ, οὐ μόνον φανεῖται ἀλλὰ καὶ δόξει εἶναι δύο τὸ ἕν, <lb/>ἂν δὲ μὴ λανθάνῃ,
						φανεῖται μὲν οὐ δόξει δέ, οὕτω καὶ ἐν τοῖς <pb n="308"/> ὕπνοις, ἐὰν μὲν αἰσθάνηται ὅτι
						καθεύδει, καὶ τοῦ πάθους ἐν <lb/>ᾧ ἡ αἴσθησις τοῦ ὑπνωτικοῦ, φαίνεται μέν, λέγει δέ τι
						ἐν <lb/>αὐτῷ ὅτι φαίνεται μὲν Κορίσκος, οὐκ ἔστι δὲ Κορίσκος <lb/>(πολλάκις γὰρ
						καθεύδοντος λέγει τι ἐν τῇ ψυχῇ ὅτι <lb/>ἐνύπνιον τὸ φαινόμενον)· ἐὰν δὲ λανθάνῃ ὅτι
						καθεύδει, οὐδὲν <lb/>ἀντίφησι τῇ φαντασίᾳ. Ὅτι δ’ ἀληθῆ λέγομεν καὶ εἰσὶ <lb/>κινήσεις
						φανταστικαὶ ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις, δῆλον, ἐάν τις <lb/>προσέχων πειρᾶται μνημονεύειν ἃ
						πάσχομεν καταφερόμενοί <lb/>τε καὶ ἐγειρόμενοι· ἐνίοτε γὰρ τὰ φαινόμενα εἴδωλα
						καθεύδοντι <lb/>φωράσει ἐγειρόμενος κινήσεις οὔσας ἐν τοῖς αἰσθητηρίοις· <lb/>ἐνίοις γὰρ
						τῶν νεωτέρων καὶ πάμπαν διαβλέπουσιν, <lb/>ἐὰν ᾖ σκότος, φαίνεται εἴδωλα πολλὰ
						κινούμενα, ὥστ’ ἐγκαλύπτεσθαι <lb/>πολλάκις φοβουμένους. Ἐκ δὴ τούτων ἁπάντων <lb/>δεῖ
						συλλογίσασθαι ὅτι ἐστὶ τὸ ἐνύπνιον φάντασμα μέν <lb/>τι καὶ ἐν ὕπνῳ· τὰ γὰρ ἄρτι
						λεχθέντα εἴδωλα οὐκ ἔστιν <lb/>ἐνύπνια, οὐδ’ εἴ τι ἄλλο λελυμένων τῶν αἰσθήσεων
						φαίνεται· <lb/>οὐδὲ τὸ ἐν ὕπνω φάντασμα πᾶν. Πρῶτον μὲν γὰρ <lb/>ἐνίοις συμβαίνει καὶ
						αἰσθάνεσθαί πῃ καὶ ψόφων καὶ φωτὸς <lb/>καὶ χυμοῦ καὶ ἁφῆς, ἀσθενικῶς μέντοι καὶ οἷον
						πόρρωθεν· <lb/>ἤδη γὰρ ἐν τῶ καθεύδειν ὑποβλέποντες, ὃ ἠρέμα ἑώρων φῶς <lb/>τοῦ λύχνου
						καθεύδοντες, ὡς ᾤοντο, ἐπεγερθέντες εὐθὺς <lb/>ἐγνώρισαν τὸ τοῦ λύχνου ὄν, καὶ
						ἀλεκτρυόνων καὶ κυνῶν φωνὴν <lb/>ἠρέμα ἀκούοντες ἐγερθέντες σαφῶς ἐγνώρισαν. Ἔνιοι
						<lb/>δὲ καὶ ἀποκρίνονται ἐρωτώμενοι· ἐνδέχεται γὰρ τοῦ ἐγρηγορέναι <lb/>καὶ καθεύδειν
						ἁπλῶς θατέρου ὑπάρχοντος θάτερόν <lb/>πῃ ὑπάρχειν. Ὧν οὐδὲν ἐνύπνιον φατέον. Οὐδ’ ὅσαι
						δὴ ἐν <lb/>τῷ ὕπνῳ γίνονται ἀληθεῖς ἔννοιαι παρὰ τὰ φαντάσματα. <lb/>Ἀλλὰ τὸ φάντασμα τὸ
						ἀπὸ τῆς κινήσεως τῶν αἰσθημάτων, <pb n="309"/> ὅταν ἐν τῷ καθεύδειν ᾖ, ᾗ καθεύδει, τοῦτ’
						ἐστὶν ἐνύπνιον. <lb/>Ἤδη δέ τισι συμβέβηκεν ὥστε μηδὲν ἐνύπνιον ἑωρακέναι <lb/>κατὰ τὸν
						βίον. Σπάνιον μὲν οὖν τὸ τοιοῦτόν ἐστι, συμβαίνει <lb/>δ’ ὅμως. Καὶ τοῖς μὲν ὅλως
						διετέλεσεν, ἐνίοις δὲ <lb/>καὶ προελθοῦσι πόρρω τῆς ἡλικίας ἐγένετο, πρότερον οὐδὲν
						<lb/>ἐνύπνιον ἑωρακόσιν. Τὸ δ’ αἴτιον τοῦ μὴ γίνεσθαι παραπλήσιόν <lb/>τι δεῖ νομίζειν,
						ὅτι οὐδὲ μετὰ τὴν τροφὴν καθυπνώσασιν <lb/>οὐδὲ τοῖς παιδίοις γίνεται ἐνύπνιον· ὅσοις
						γὰρ <lb/>τοῦτον τὸν τρόπον συνέστηκεν ἡ φύσις ὥστε πολλὴν προσπίπτειν <lb/>ἀναθυμίασιν
						πρὸς τὸν ἄνω τόπον, ἣ πάλιν καταφερομένη <lb/>ποιεῖ πλῆθος κινήσεως, εὐλόγως τούτοις
						οὐδὲν φαίνεται <lb/>φάντασμα. Προϊούσης δὲ τῆς ἡλικίας οὐδὲν ἄτοπον <lb/>φανῆναι
						ἐνύπνιον· μεταβολῆς γάρ τινος γενομένης ἢ καθ’ <lb/>ἡλικίαν ἢ κατὰ πάθος ἀναγκαῖον
						συμβῆναι τὴν ἐναντίωσιν <lb/>ταύτην. </p></div></div></body></text></TEI>