<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="5"><p>Οἱ δ’ ἰχθύες πάντες, ἔξω τῶν πλατέων σελαχῶν, παραπίπτοντες <lb/>τὰ ὕπτια πρὸς τὰ
							ὕπτια ποιοῦνται τὸν συνδυασμόν. <lb/>Τὰ δὲ πλατέα καὶ κερκοφόρα, οἷον βάτος καὶ τρυγὼν
							<lb/>καὶ τὰ τοιαῦτα, οὐ μόνον παραπίπτοντα ἀλλὰ καὶ ἐπιβαίνοντα <lb/>τοῖς ὑπτίοις ἐπὶ
							τὰ πρανῆ τῶν θηλειῶν, ὅσοις μὴ <lb/>ἐμποδίζει τὸ οὐραῖον οὐθὲν ἔχον πάχος. Αἱ δὲ
							ῥῖναι, <lb/>καὶ ὅσοις τῶν τοιούτων πολὺ τὸ οὐραῖον, παρατριβόμενα <lb/>μόνον ὀχεύεται
							τὰ ὕπτια πρὸς τὰ ὕπτια. Εἰσὶ δέ τινες <lb/>οἳ ἑωρακέναι φασὶ καὶ συνεχόμενα τῶν
							σελαχῶν ἔνια ὄπισθεν, <lb/>ὥσπερ τοὺς κύνας. Ἔστι δ’ ἐν πᾶσι τοῖς σελαχώδεσι <pb n="137"/> μεῖζον τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος· σχεδὸν δὲ καὶ ἐν τοῖς <lb/>ἄλλοις ἰχθύσι τὰ
							θήλεα μείζω τῶν ἀρρένων. Σελάχη δ’ <lb/>ἐστὶ τά τε εἰρημένα καὶ βοῦς καὶ λάμια καὶ
							ἀετὸς καὶ <lb/>νάρκη καὶ βάτραχος καὶ πάντα τὰ γαλεώδη. Τὰ μὲν οὖν <lb/>σελάχη πάντα
							τεθεώρηται ὑπὸ πολλῶν τούτους ποιούμενα <lb/>τοὺς τρόπους τὴν ὀχείαν· χρονιωτέρα γὰρ ἡ
							συμπλοκὴ πάντων <lb/>τῶν ζῳοτόκων ἢ τῶν ᾠοτόκων. Καὶ δελφῖνες δὲ καὶ <lb/>πάντα τὰ
							κητώδη τὸν αὐτὸν τρόπον· παραπίπτοντα γὰρ <lb/>ὀχεύει παρὰ τὸ θῆλυ τὸ ἄρρεν, καὶ
							χρόνον οὔτε ὀλίγον <lb/>οὔτε λίαν πολύν. Διαφέρουσι δ’ ἔνιοι τῶν σελαχωδῶν <lb/>ἰχθύων
							οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν τῷ τοὺς μὲν ἔχειν ἀποκρεμώμενα <lb/>ἄττα δύο περὶ τὴν ἔξοδον
							τῆς περιττώσεως, τὰς <lb/>δὲ θηλείας ταῦτα μὴ ἔχειν, οἷον ἐν τοῖς γαλεώδεσιν· ἐπὶ γὰρ
							<lb/>τούτων ὑπάρχει πάντων τὸ εἰρημένον. Ὄρχεις μὲν οὖν οὔτε <lb/>ἰχθὺς οὔτε ἄλλο τῶν
							ἀπόδων ἔχει οὐθέν, πόρους δὲ δύο καὶ <lb/>οἱ ὄφεις καὶ οἱ ἰχθύες οἱ ἄρρενες ἔχουσιν,
							οἳ γίνονται θοροῦ <lb/>πλήρεις περὶ τὴν τῆς ὀχείας ὥραν, καὶ προΐενται ὑγρότητα
							<lb/>γαλακτώδη πάντες. Οὗτοι δ’ οἱ πόροι εἰς ἓν συνάπτουσιν, <lb/>ὥσπερ καὶ τοῖς
							ὄρνισιν· οἱ γὰρ ὄρνιθες ἐντὸς ἔχουσι τοὺς <lb/>ὄρχεις, καὶ τὰ ἄλλα πάντα ὅσα ᾠοτοκεῖ
							πόδας ἔχοντα. Τοῦτο <lb/>δὴ συμπεραίνει καὶ ἐπεκτείνεται εἰς τὴν τοῦ θήλεος χώραν
							<lb/>καὶ ὑποδοχήν. Ἔστι δὲ τοῖς μὲν ζῳοτόκοις καὶ πεζοῖς ὁ <lb/>αὐτὸς πόρος τοῦ τε
							σπέρματος καὶ τῆς τοῦ ὑγροῦ περιττώσεως <lb/>ἔξωθεν, ἔσωθεν δ’ ἕτερος πόρος, ὥσπερ
							ἐλέχθη καὶ <lb/>πρότερον ἐν τῇ διαφορᾷ τῇ τῶν μορίων. Τοῖς δὲ μὴ ἔχουσι <lb/>κύστιν ὁ
							αὐτὸς καὶ τῆς ξηρᾶς περιττώσεως πόρος ἔξωθεν· <lb/>ἔσωθεν δὲ σύνεγγυς ἀλλήλων. Ὁμοίως
							δὲ ταῦτα ἔχει <lb/>τοῖς θήλεσιν αὐτῶν καὶ τοῖς ἄρρεσιν· οὐ γὰρ ἔχουσι κύστιν <pb n="138"/> πλὴν ἐπὶ χελώνης, τούτων δ’ ἡ θήλεια ἕνα πόρον ἔχει, καίτοι <lb/>κύστιν
							ἔχουσα· αἱ χελῶναι δὲ τῶν ᾠοτόκων εἰσίν. <lb/>Ἡ δὲ τῶν ᾠοτόκων ἰχθύων ὀχεία ἧττον
							γίνεται κατάδηλος· <lb/>διόπερ οἱ πλεῖστοι νομίζουσι πληροῦσθαι τὰ θήλεα τῶν
							<lb/>ἀρρένων ἀνακάπτοντα τὸν θορόν. Τοῦτο γὰρ πολλάκις <lb/>ὁρᾶται γινόμενον· περὶ μὲν
							γὰρ τὴν τῆς ὀχείας ὥραν αἱ <lb/>θήλειαι τοῖς ἄρρεσιν ἑπόμεναι τοῦτο δρῶσι, καὶ
							κόπτουσιν <lb/>ὑπὸ τὴν γαστέρα τοῖς στόμασιν, οἱ δὲ θᾶττον προΐενται καὶ <lb/>μᾶλλον·
							κατὰ δὲ τὸν τόκον οἱ ἄρρενες τοῖς θήλεσι, καὶ <lb/>ἀποτικτουσῶν δ’ ἀνακάπτουσι τὰ ᾠά·
							ἐκ δὲ τῶν παραλειπομένων <lb/>γίνονται οἱ ἰχθύες. Περὶ δὲ τὴν Φοινίκην καὶ <lb/>θήραν
							ποιοῦνται δι’ ἀλλήλων· ἄρρενας μὲν γὰρ ὑπάγοντες <lb/>κεστρέας τὰς θηλείας
							περιβάλλονται συνάγοντες, θηλείας δὲ <lb/>τοὺς ἄρρενας. Τοῦτο μὲν οὖν διὰ τὸ πολλάκις
							ὁρᾶσθαι <lb/>τὴν δόξαν ἐποίησε τῆς ὀχείας ταύτην, ποιεῖ δὲ τοῦτο καὶ <lb/>τὰ τετράποδα
							τῶν ζῴων· περὶ γὰρ τὴν ὥραν τῆς ὀχείας <lb/>ἀπορραίνουσι καὶ τὰ ἄρρενα καὶ τὰ θήλεα,
							καὶ τῶν αἰδοίων <lb/>ὀσμῶνται ἀλλήλων. Αἱ δὲ πέρδικες ἂν κατὰ ἄνεμον <lb/>στῶσιν αἱ
							θήλειαι τῶν ἀρρένων, ἔγκυοι γίνονται· πολλάκις <lb/>δὲ καὶ τῆς φωνῆς, ἐὰν ὀργῶσαι
							τύχωσι, καὶ ὑπερπετομένων <lb/>ἐκ τοῦ καταπνεῦσαι τὸν ἄρρενα· χάσκει δὲ καὶ ἡ θήλεια
							καὶ <lb/>ὁ ἄρρην, καὶ τὴν γλῶτταν ἔξω ἔχουσι περὶ τὴν τῆς ὀχείας <lb/>ποίησιν. Ἡ δὲ
							ἀληθινὴ σύνοδος τῶν ᾠοτόκων ἰχθύων ὀλιγάκις <lb/>ὁρᾶται διὰ τὸ ταχέως ἀπολύεσθαι
							παραπεσόντας, <lb/>ἐπεὶ ὦπται καὶ ἡ ἐπὶ τούτων ὀχεία γινομένη τὸν εἰρημένον
							<lb/>τρόπον. </p></div></div></div></body></text></TEI>