<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Ὀχεύεται μὲν οὖν ταῦτα τῶν ζῴων ἐν οἷς ὑπάρχει τὸ θῆλυ <lb/>καὶ τὸ ἄρρεν, εἰσὶ δ’ αἱ
							ὀχεῖαι οὔθ’ ὅμοιαι πᾶσιν οὔθ’ ὁμοίως <lb/>ἔχουσαι. Τὰ μὲν γὰρ ζῳοτόκα καὶ πεζὰ τῶν
							ἐναίμων ἔχει <lb/>μὲν ὄργανα πάντα τὰ ἄρρενα πρὸς τὴν πρᾶξιν τὴν γεννητικήν, <lb/>οὐ
							μὴν ὁμοίως γε πάντα πλησιάζουσιν, ἀλλὰ τὰ μὲν <lb/>ὀπισθουρητικὰ συνιόντα πυγηδόν,
							οἷον λέοντες καὶ δασύποδες <lb/>καὶ λύγκες· τῶν δὲ δασυπόδων καὶ πολλάκις ἡ θήλεια
							<lb/>προτέρα ἀναβαίνει ἐπὶ τὸν ἄρρενα. Τῶν δ’ ἄλλων τῶν <lb/>μὲν πλείστων ὁ αὐτὸς
							τρόπος· τὸν ἐνδεχόμενον γὰρ ποιοῦνται <lb/>συνδυασμὸν τά τε πλεῖστα τῶν τετραπόδων,
							ἐπιβαίνοντος <lb/>ἐπὶ τὸ θῆλυ τοῦ ἄρρενος, καὶ τὸ τῶν ὀρνίθων ἅπαν <lb/>γένος οὕτω τε
							καὶ μοναχῶς. Εἰσὶ δὲ διαφοραί τινες καὶ <pb n="135"/> περὶ τοὺς ὄρνιθας· τὰ μὲν γὰρ
							συγκαθείσης τῆς θηλείας ἐπὶ <lb/>τὴν γῆν ἐπιβαίνει τὸ ἄρρεν, ὥσπερ αἱ ὠτίδες καὶ οἱ
							ἀλεκτρυόνες, <lb/>τὰ δ’ οὐ συγκαθείσης τῆς θηλείας, οἷον αἱ γέρανοι· <lb/>ἐν τούτοις
							γὰρ ὁ ἄρρην ἐπιπηδῶν ὀχεύει τὴν θήλειαν, <lb/>καὶ συγγίνεται ὥσπερ καὶ τὰ στρουθία
							ὀξέως. Τῶν δὲ <lb/>τετραπόδων αἱ ἄρκτοι παρακεκλιμέναι τὸν αὐτὸν τρόπον <lb/>ὅνπερ
							τἆλλα ἐπὶ τῶν ποδῶν ποιούμενα τὴν ὀχείαν, πρὸς <lb/>τὰ πρανῆ τῶν θηλειῶν τὰ ὕπτια τῶν
							ἀρρένων· οἱ δὲ χερσαῖοι <lb/>ἐχῖνοι ὀρθοὶ τὰ ὕπτια πρὸς ἄλληλα ἔχοντες. Τῶν δὲ
							ζῳοτόκων <lb/>καὶ μέγεθος ἐχόντων οὔτε τοὺς ἄρρενας ἐλάφους αἱ <lb/>θήλειαι
							ὑπομένουσιν, εἰ μὴ ὀλιγάκις, οὔτε τοὺς ταύρους αἱ <lb/>βόες διὰ τὴν τοῦ αἰδοίου
							συντονίαν, ἀλλ’ ὑπάγοντα τὰ <lb/>θήλεα δέχονται τὴν γονήν· καὶ γὰρ ἐπὶ τῶν ἐλάφων
							<lb/>ὦπται τοῦτο συμβαῖνον, τῶν γε τιθασσῶν. Λύκος δ’ <lb/>ὀχεύει καὶ ὀχεύεται τὸν
							αὐτὸν τρόπον ὅνπερ καὶ κύων. <lb/>Οἱ δ’ αἴλουροι οὐκ ὄπισθεν συνιόντες, ἀλλ’ ὁ μὲν
							ὀρθός, ἡ <lb/>δὲ θήλεια ὑποτίθησιν ἑαυτήν· εἰσὶ δὲ τῇ φύσει αἱ θήλειαι
							<lb/>ἀφροδισιαστικαί, καὶ προσάγονται τοὺς ἄρρενας εἰς <lb/>τὰς ὀχείας, καὶ συνοῦσαι
							κράζουσιν. Αἱ δὲ κάμηλοι ὀχεύονται <lb/>τῆς θηλείας καθημένης· περιβεβηκὼς δὲ ὁ ἄρρην
							ὀχεύει <lb/>οὐκ ἀντίπυγος, ἀλλὰ καθάπερ καὶ τὰ ἄλλα τετράποδα· καὶ <lb/>διημερεύει τὸ
							μὲν ὀχεῦον τὸ δ’ ὀχευόμενον. Ἀποχωροῦσι δ’ <lb/>εἰς ἐρημίαν, ὅταν ποιῶνται τὴν ὀχείαν,
							καὶ οὐκ ἔστι πλησιάσαι <lb/>ἀλλ’ ἢ τῷ βόσκοντι. Τὸ δ’ αἰδοῖον ἔχει ὁ κάμηλος
							<lb/>νεῦρον οὕτως ὥστε καὶ νευρὰν ἐκ τούτου ποιεῖσθαι τοῖς <lb/>τόξοις. Οἱ δ’
							ἐλέφαντες ὀχεύονται μὲν ἐν ταῖς ἐρημίαις, <lb/>μάλιστα δὲ περὶ τοὺς ποταμοὺς καὶ οὗ
							διατρίβειν εἰώθασιν· <pb n="136"/> ὀχεύεται δ’ ἡ μὲν θήλεια συγκαθιεῖσα καὶ
							διαβαίνουσα, ὁ δ’ <lb/>ἄρρην ἐπαναβαίνων ὀχεύει. Ὀχεύεται δὲ καὶ ἡ φώκη καθάπερ
							<lb/>τὰ ὀπισθουρητικὰ τῶν ζῴων, καὶ συνέχονται ἐν τῇ <lb/>ὀχείᾳ πολὺν χρόνον, ὥσπερ
							καὶ αἱ κύνες· ἔχουσι δὲ τὸ <lb/>αἰδοῖον μέγα οἱ ἄρρενες. </p></div></div></div></body></text></TEI>