<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Τὰ δὲ μαλάκια ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ καὶ τῆς ὀχείας ᾠὸν <lb/>ἴσχει λευκόν· τοῦτο δὲ
							γίνεται τῷ χρόνῳ, ὥσπερ τὰ τῶν <lb/>σκληροδέρμων, ψαθυρόν. Καὶ ἀποτίκτει ὁ μὲν
							πολύπους <lb/>εἰς τὰς θαλάμας ἢ εἰς κεράμιον ἤ τι ἄλλο κοῖλον ὅμοιον <pb n="160"/>
							βοστρυχίοις οἰνάνθης καὶ λεύκης καρπῷ, καθάπερ εἴρηται <lb/>πρότερον. Ἐκκρεμάννυνται
							δὲ περὶ τὴν θαλάμην τὰ ᾠά, <lb/>ὅταν ἐκτέκῃ. Τὸ δὲ πλῆθος ἔχει τοσαῦτα ᾠὰ ὥστ’
							ἐξαιρεθέντων <lb/>ἐμπίπλαται ἀγγεῖον πολλῷ μεῖζον τῆς κεφαλῆς, <lb/>ἐν ᾗ ἔχει τὰ ᾠά.
							Τὰ μὲν οὖν τῶν πολυπόδων μεθ’ ἡμέρας <lb/>μάλιστα πεντήκοντα γίνεται ἐκ τῶν
							ἀπορραγέντων πολυπόδια, <lb/>καὶ ἐξέρπει, ὥσπερ τὰ φαλάγγια, πολλὰ τὸ πλῆθος· <lb/>ὧν
							ἡ μὲν καθ’ ἕκαστα φύσις τῶν μελῶν οὔπω διάδηλος, <lb/>ἡ δ’ ὅλη μορφὴ φανερά. Διὰ δὲ
							τὴν μικρότητα καὶ τὴν <lb/>ἀσθένειαν φθείρεται τὸ πλῆθος αὐτῶν. Ἤδη δ’ ὦπται <lb/>καὶ
							οὕτω πάμπαν μικρὰ ὥστ’ ἀδιάρθρωτα μὲν εἶναι, ἁπτομένων <lb/>δὲ κινεῖσθαι. Αἱ δὲ σηπίαι
							ἀποτίκτουσι, καὶ γίνεται <lb/>ὅμοια μύρτοις μεγάλοις καὶ μέλασιν· καὶ ἀλλήλων ἐχόμενά
							<lb/>ἐστιν, οἷον βότρυς τὸ πᾶν, περιπεπλεγμένα ἑνί τινι, <lb/>καὶ οὐκ εὐαπόσπαστα
							ἀλλήλων. Ἐπαφίησι γὰρ ὁ ἄρρην <lb/>ὑγρότητά τινα μυξώδη· ὃ τὴν γλισχρότητα παρέχει.
							Καὶ <lb/>αὐξάνεται δὲ ταύτῃ τὰ ᾠά, καὶ εὐθὺς μέν ἐστι λευκά, ὅταν <lb/>δ’ ἀφῇ τὸν
							θολόν, καὶ μείζω καὶ μέλανα. Ὅταν δὲ <lb/>σηπίδιον γένηται, ὅλον ἐκ τοῦ λευκοῦ
							γενόμενον ἔσω, <lb/>τούτου περιρραγέντος ἐξέρχεται. Γίνεται δ’ ἂν τὸ πρῶτον
							<lb/>ἀπορράνῃ ἡ θήλεια, οἷον χάλαζα· ἐκ γὰρ τούτου τὸ <lb/>σηπίδιον φύεται ἐπὶ
							κεφαλήν, ὥσπερ οἱ ὄρνιθες κατὰ <lb/>τὴν κοιλίαν προσηρτημένοι. Ποία δέ τίς ἐστιν ἡ
							πρόσφυσις <lb/>ἡ ὀμφαλώδης, οὔπω ὦπται, πλὴν ὅτι αὐξανομένου τοῦ <lb/>σηπιδίου ἀεὶ
							ἔλαττον γίνεται τὸ λευκόν, καὶ τέλος, ὥσπερ <lb/>τὸ ὠχρὸν τοῖς ὄρνισι, τούτοις τὸ
							λευκὸν ἀφανίζεται. Μέγιστοι <pb n="161"/> δὲ φαίνονται πρῶτον, ὥσπερ καὶ ἐν τοῖς
							ἄλλοις, καὶ <lb/>ἐν τούτοις οἱ ὀφθαλμοί. Ὠιὸν ἐφ’ οὖ τὸ Α, ὀφθαλμοὶ ἐφ’ <lb/>ὧν τὸ ΒΓ,
							τὸ σηπίδιον αὐτὸ ἐφ’ οὖ Δ. Κύει δὲ τοῦ <lb/>ἔαρος, ἀποτίκτει δ’ ἐν ἡμέραις
							πεντεκαίδεκα· ὅταν δ’ ἀποτέκῃ <lb/>τὰ ᾠά, γίνεται ἐν ἄλλαις πεντεκαίδεκα ἡμέραις οἷον
							<lb/>ῥάγες βότρυος, ὧν περιρραγέντων ἐκδύεται ἔσωθεν τὰ σηπίδια. <lb/>Ἐὰν δέ τις
							περισχίσῃ πρότερον ἤδη τετελειωμένων, <lb/>προΐενται κόπρον τὰ σηπίδια, καὶ τὸ χρῶμα
							μετβάλλει <lb/>ἐρυθρότερον γινόμενον ἐκ λευκοῦ διὰ τὸν φόβον. Τὰ <lb/>μὲν οὖν
							μαλακόστρακα αὐτὰ ὑφ’ αὑτὰ θέμενα τὰ ᾠὰ <lb/>ἐπῳάζει, ὁ δὲ πολύπους καὶ ἡ σηπία καὶ
							τἆλλα τὰ τοιαῦτα <lb/>ἐκτεκόντα, οὗ ἂν τὰ κυήματα αὐτῶν ᾖ, μάλιστα μὲν ἡ <lb/>σηπία·
							πολλάκις γὰρ ὑπερφαίνεται πρὸς τῇ γῇ τὸ κύτος <lb/>αὐτῆς. Ὁ δὲ πολύπους ὁ θῆλυς ὁτὲ
							μὲν ἐπὶ τοῖς ᾠοῖς ὁτὲ <lb/>δ’ ἐπὶ τῷ στόματι προκάθηται τῆς θαλάμης, τὴν πλεκτάνην
							<lb/>ἐπέχων. Ἡ δὲ σηπία πρὸς τὴν γῆν ἐκτίκτει περὶ τὰ <lb/>φυκία καὶ τὰ καλαμώδη, κἄν
							τι ᾖ τοιοῦτον ἐκβεβλημένον, <lb/>οἷον ὕλη, κλήματα ἢ λίθοι· καὶ οἱ ἁλιεῖς δὲ
							κληματίδας <lb/>τιθέασιν ἐπίτηδες· καὶ πρὸς ταῦτα ἐκτίκτει μακρὸν καὶ <lb/>συνεχὲς ἐκ
							τῶν ᾠῶν, οἷον τὸ τῶν βοστρύχων. Ἀποτίκτει <lb/>δὲ καὶ ἀπορραίνει ἐξ ἀναγωγῆς, ὡς μετὰ
							πόνου γινομένης <lb/>τῆς προέσεως. Αἱ δὲ τευθίδες πελάγιαι ἀποτίκτουσιν· <lb/>τὸ δ’
							ᾠόν, ὥσπερ ἡ σηπία, ἀποτίκτει συνεχές. Ἔστι δὲ <lb/>καὶ ὁ τεῦθος καὶ ἡ σηπία
							βραχύβιον· οὐ γὰρ διετίζουσιν, εἰ <lb/>μή τινες ὀλίγαι αὐτῶν· ὁμοίως δὲ καὶ οἱ
							πολύποδες. Γίνεται <lb/>δ’ ἐξ ἑνὸς ᾠοῦ ἓν σηπίδιον· ὁμοίως δὲ καὶ ἐπὶ τῶν τευθίδων
							<lb/>ἔχει. Διαφέρει δ’ ἡ ἄρρην τευθὶς τῆς θηλείας· ἔχει <pb n="162"/> γὰρ ἡ θήλεια,
							ἐάν τις διαστείλας θεωρήσῃ τὴν κόμην εἴσω, <lb/>ἐρυθρὰ δύο οἷον μαστούς, ὁ δ’ ἄρρην
							οὐκ ἔχει. Ἡ δὲ σηπία <lb/>τοῦτό τ’ ἔχει διάφορον, καὶ ὅτι ποικιλώτερός ἐστιν ὁ ἄρρην
							<lb/>τῆς θηλείας, καθάπερ εἴρηται πρότερον. </p></div></div></div></body></text></TEI>