<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον γίνονται τοῖς ὀστρακοδέρμοις καὶ <pb n="156"/> τὰ μὴ ἔχοντα
							ὄστρακα, οἷον αἵ τε κνῖδαι καὶ οἱ σπόγγοι <lb/>ἐν ταῖς σήραγξι τῶν πετρῶν. Ἔστι δὲ τῶν
							κνιδῶν δύο <lb/>γένη· αἱ μὲν οὖν ἐν τοῖς κοίλοις οὐκ ἀπολύονται τῶν πετρῶν, <lb/>αἱ δ’
							ἐπὶ τοῖς λείοις καὶ πλαταμώδεσιν ἀπολυόμεναι <lb/>μεταχωροῦσιν. Καὶ αἱ λεπάδες δὲ
							ἀπολύονται καὶ μεταχωροῦσιν. <lb/>Τῶν δὲ σπόγγων ἐν ταῖς θαλάμαις γίνονται
							πιννοφύλακες. <lb/>Ἔπεστι δ’ οἷον ἀράχνιον ἐπὶ τῶν θαλαμῶν, <lb/>ὃ διοίγοντες καὶ
							συνάγοντες θηρεύουσι τὰ ἰχθύδια τὰ μικρά, <lb/>πρὸς μὲν τὸ εἰσελθεῖν διοίγοντες αὐτά,
							ὅταν δ’ εἰσέλθῃ, <lb/>συνάγοντες. Ἔστι δὲ τῶν σπόγγων τρία γένη, ὁ μὲν μανός, <lb/>ὁ
							δὲ πυκνός, τρίτος δ’ ὃν καλοῦσιν Ἀχίλλειον λεπτότατος <lb/>καὶ πυκνότατος καὶ
							ἰσχυρότατος· ὃν ὑπὸ τὰ κράνη <lb/>καὶ τὰς κνημῖδας ὑποτιθέασι καὶ ἧττον ἡ πληγὴ ψοφεῖ.
							<lb/>Σπανιώτατος δὲ γίνεται οὗτος. Τῶν δὲ πυκνῶν οἱ σκληροὶ <lb/>σφόδρα καὶ τραχεῖς
							τράγοι καλοῦνται. Φύονται δ’ ἢ πρὸς <lb/>πέτρᾳ πάντες ἢ ἐν ταῖς θισί, τρέφονται δ’ ἐν
							τῇ ἰλύϊ. <lb/>Σημεῖον δέ· ὅταν γὰρ ληφθῶσι, φαίνονται μεστοὶ ἰλύος· <lb/>ὅπερ
							συμβαίνει καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς φυομένοις ἀπὸ τῆς <lb/>προσφύσεως οὖσα ἡ τροφή.
							Ἀσθενέστεροι δ’ εἰσὶν οἱ πυκνοὶ <lb/>τῶν μανῶν διὰ τὸ τὴν πρόσφυσιν εἶναι κατ’
							ἔλαττον. Ἔχει <lb/>δὲ καὶ αἴσθησιν, ὡς φασίν. Σημεῖον δέ· ἐὰν γὰρ μέλλοντος
							<lb/>ἀποσπᾶν αἴσθηται, συνάγει ἑαυτὸν καὶ χαλεπὸν ἀφελεῖν <lb/>ἐστίν. Ταὐτὸ δὲ τοῦτο
							ποιεῖ καὶ ὅταν ᾖ πνεῦμα πολὺ <lb/>καὶ κλύδων, πρὸς τὸ μὴ ἀποπίπτειν. Εἰσὶ δέ τινες οἳ
							περὶ <lb/>τούτου ἀμφισβητοῦσιν, ὥσπερ οἱ ἐν Τορώνῃ. Τρέφει δ’ <lb/>ἐν ἑαυτῷ ζῷα,
							ἕλμινθάς τε καὶ ἕτερ’ ἄττα, ἃ ὅταν ἀποσπασθῇ, <lb/>τὰ ἰχθύδια τὰ πετραῖα κατεσθίει,
							καὶ τὰς ῥίζας <pb n="157"/> τὰς ὑπολοίπους· ἐὰν δ’ ἀπορραγῇ, φύεται πάλιν ἐκ τοῦ
							<lb/>καταλοίπου καὶ ἀναπληροῦται. Μέγιστοι μὲν οὖν γίγνονται <lb/>οἱ μανοί, καὶ
							πλεῖστοι περὶ τὴν Λυκίαν, μαλακώτατοι <lb/>δ’ οἱ πυκνοί· οἱ γὰρ Ἀχίλλειοι στιφρότεροι
							τούτων <lb/>εἰσίν. Ὅλως δ’ οἱ ἐν τοῖς βαθέσι καὶ εὐδιεινοῖς μαλακώτατοί <lb/>εἰσιν· τὸ
							γὰρ πνεῦμα καὶ ὁ χειμὼν σκληρύνει, καθάπερ <lb/>καὶ τἆλλα τὰ φυόμενα, καὶ ἀφαιρεῖται
							τὴν αὔξησιν· <lb/>διὸ καὶ οἱ ἐν Ἐλλησπόντῳ τραχεῖς εἰσὶ καὶ πυκνοί, καὶ <lb/>ὅλως οἵ
							τ’ ἐπέκεινα Μαλέας καὶ οἱ ἐντὸς διαφέρουσι μαλακότητι <lb/>καὶ σκληρότητι. Δεῖ δὲ μηδ’
							ἀλέαν εἶναι σφόδρα· <lb/>σήπεται γάρ, ὥσπερ τὰ φυόμενα. Διὸ οἱ πρὸς ταῖς ἀκταῖς
							<lb/>εἰσὶ κάλλιστοι, ἂν ὦσιν ἀγχιβαθεῖς· εὖ γὰρ κέκρανται <lb/>πρὸς ἄμφω διὰ τὸ βάθος.
							Ἄπλυτοι δ’ ὄντες καὶ ζῶντες <lb/>ἰδεῖν μέν εἰσι μέλανες. Ἡ δὲ πρόσφυσίς ἐστιν οὔτε
							<lb/>καθ’ ἓν οὔτε κατὰ πᾶν· μεταξὺ γάρ εἰσι πόροι κενοί. Περιτέταται <lb/>δ’ ὥσπερ
							ὑμὴν περὶ τὰ κάτω· κατὰ πλείω δ’ <lb/>ἐστὶν ἡ πρόσφυσις. Ἄνωθεν δ’ οἱ μὲν ἄλλοι πόροι
							συγκεκλεισμένοι, <lb/>φανεροὶ δ’ εἰσὶ τέτταρες ἢ πέντε· διό φασιν <lb/>ἔνιοι τούτους
							εἶναι καθ’ οὓς δέχεται τὴν τροφήν. Ἔστι δ’ <lb/>ἄλλο γένος ὃ καλοῦσιν ἀπλυσίας διὰ τὸ
							μὴ δύνασθαι πλύνεσθαι· <lb/>τοῦτο δὲ τοὺς μὲν μεγάλους πόρους ἔχει, τὸ δ’ ἄλλο
							<lb/>πυκνόν ἐστι πᾶν· διατμηθὲν δὲ πυκνότερόν ἐστι καὶ γλισχρότερον <lb/>τοῦ σπόγγου,
							καὶ τὸ σύνολον πλευμονῶδες. <lb/>Ὁμολογεῖται δὲ μάλιστα παρὰ πάντων τοῦτο τὸ γένος
							<lb/>αἴσθησιν ἔχειν καὶ πολυχρόνιον εἶναι. Διάδηλοι δ’ εἰσὶν ἐν <lb/>τῇ θαλάττῃ πρὸς
							τοὺς σπόγγους τῷ τοὺς σπόγγους <lb/>μὲν εἶναι λευκοὺς ἐφιζούσης τῆς ἰλύος, τούτους δ’
							ἀεὶ μέλανας. <lb/>Τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς σπόγγους καὶ τὴν τῶν ὀστρακοδέρμων <lb/>γένεσιν
							τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. </p></div></div></div></body></text></TEI>