<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Περὶ δὲ τῆς γενέσεως καὶ τῶν ὀχευομένων <lb/>καὶ τῶν ἀνοχεύτων λεκτέον, καὶ πρῶτον
							περὶ τῶν ὀστρακοδέρμων· <lb/>τοῦτο γάρ ἐστιν ἀνόχευτον μόνον ὡς εἰπεῖν ὅλον τὸ <pb n="152"/> γένος. Αἱ μὲν οὖν πορφύραι τοῦ ἔαρος συναθροιζόμεναι εἰς <lb/>ταὐτὸ
							ποιοῦσι τὴν καλουμένην μελίκηραν. Τοῦτο δ’ ἐστὶν <lb/>οἶον κηρίον, πλὴν οὐχ οὕτω
							γλαφυρόν, ἀλλ’ ὥσπερ ἂν εἰ ἐκ <lb/>λεπυρίων ἐρεβίνθων λευκῶν πολλὰ συμπαγείη. Οὐκ ἔχει
							δ’ <lb/>ἀνεῳγμένον πόρον οὐθὲν τούτων, οὐδὲ γίνονται ἐκ τούτων <lb/>αἱ πορφύραι, ἀλλὰ
							φύονται καὶ αὗται καὶ τἆλλα τὰ <lb/>ὀστρακόδερμα ἐξ ἰλύος καὶ συσσήψεως. Τοῦτο δὲ
							συμβαίνει <lb/>ὥσπερ ἀποκάθαρμα καὶ ταύταις καὶ τοῖς κήρυξιν· <lb/>κηριάζουσι γὰρ καὶ
							οἱ κήρυκες. Γίνονται μὲν οὖν καὶ τὰ <lb/>κηριάζοντα τῶν ὀστρακοδέρμων τὸν αὐτὸν τρόπον
							τοῖς <lb/>ἄλλοις ὀστρακοδέρμοις, οὐ μὴν ἀλλὰ μᾶλλον ὅταν προϋπάρχῃ <lb/>τὰ ὁμοιογενῆ.
							Ἀφιᾶσι γὰρ ἀρχόμενα κηριάζειν <lb/>γλισχρότητα μυξώδη, ἐξ ἧς τὰ λεπυριώδη συνίσταται.
							Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ἅπαντα διαχεῖται, ἀφίησι δ’ ὃ εἶχεν εἰς τὴν <lb/>γῆν· καὶ ἐν τούτῳ
							τῷ τόπῳ γίνεται ἐν τῇ γῇ συστάντα <lb/>πορφύρια μικρά, ἃ ἔχουσαι ἁλίσκονται αἱ
							πορφύραι ἐπ’ <lb/>αὐτῶν, ἔνια δ’ οὔπω διηκριβωμένα τὴν μορφήν. Ἐὰν δὲ <lb/>πρὶν
							ἐκτεκεῖν ἁλῶσιν, ἐνίοτε ἐν ταῖς φορμίσιν οὐχ ὅπου <lb/>ἔτυχον ἐκτίκτουσιν, ἀλλ’ εἰς
							ταὐτὸ ἰοῦσαι, ὥσπερ καὶ ἐν <lb/>τῇ θαλάττῃ, καὶ διὰ τὴν στενοχωρίαν γίνονται οἱονεὶ
							<lb/>βότρυς. Εἰσὶ δὲ τῶν πορφυρῶν γένη πλείω, καὶ ἔνιαι μὲν <lb/>μεγάλαι, οἷον αἱ περὶ
							τὸ Σίγειον καὶ Λεκτόν, αἱ δὲ μικραί, <lb/>οἷον ἐν τῷ Εὐρίπῳ καὶ περὶ τὴν Καρίαν, καὶ
							αἱ μὲν ἐν τοῖς <lb/>κόλποις μεγάλαι καὶ τραχεῖαι, καὶ τὸ ἄνθος αὐτῶν αἱ μὲν
							<lb/>πλεῖσται μέλαν ἔχουσιν, ἔνιαι δ’ ἐρυθρὸν καὶ μικρόν· γίνονται <lb/>δ’ ἔνιαι τῶν
							μεγάλων καὶ μναῖαι· αἱ δ’ ἐν τοῖς αἰγιαλοῖς <lb/>καὶ περὶ τὰς ἀκτὰς τὸ μὲν μέγεθος
							γίνονται μικραί, τὸ <pb n="153"/> δ’ ἄνθος ἐρυθρὸν ἔχουσιν. Ἔτι δ’ ἐν μὲν τοῖς
							προσβορείοις <lb/>μέλαιναι, ἐν δὲ τοῖς νοτίοις ἐρυθραὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον <lb/>εἰπεῖν.
							Ἁλίσκονται δὲ τοῦ ἔαρος, ὅταν κηριάζωσιν· ὑπὸ <lb/>κύνα δ’ οὐχ ἁλίσκονται· οὐ γὰρ
							νέμονται, ἀλλὰ κρύπτουσιν <lb/>ἑαυτὰς καὶ φωλεύουσιν. Τὸ δ’ ἄνθος ἔχουσιν ἀνὰ μέσον
							<lb/>τῆς μήκωνος καὶ τοῦ τραχήλου· τούτων δ’ ἐστὶν ἡ σύμφυσις <lb/>πυκνή, τὸ δὲ χρῶμα
							ἰδεῖν ὥσπερ ὑμὴν λευκός, ὃν ἀφαιροῦσιν· <lb/>θλιβόμενος δὲ βάπτει καὶ ἀνθίζει τὴν
							χεῖρα. Διατείνει <lb/>δ’ αὐτὴν οἷον φλέψ· τοῦτο δὲ δοκεῖ εἶναι τὸ ἄνθος. <lb/>Ἡ δ’
							ἄλλη φύσις οἷον στυπτηρία. Ὅταν δὲ κηριάζωσιν <lb/>αἱ πορφύραι, τότε χείριστον ἔχουσι
							τὸ ἄνθος. Τὰς μὲν οὖν <lb/>μικρὰς μετὰ τῶν ὀστράκων κόπτουσιν· οὐ γὰρ ῥᾴδιον ἀφελεῖν·
							<lb/>τῶν δὲ μειζόνων περιελόντες τὸ ὄστρακον ἀφαιροῦσι <lb/>τὸ ἄνθος. Διὸ καὶ
							χωρίζεται ὁ τράχηλος καὶ ἡ μήκων· <lb/>μεταξὺ γὰρ τούτων τὸ ἄνθος, ἐπάνω τῆς
							καλουμένης κοιλίας· <lb/>ἀφαιρεθέντος οὖν ἀνάγκη διῃρῆσθαι. Σπουδάζουσι δὲ ζώσας
							<lb/>κόπτειν· ἐὰν γὰρ πρότερον ἀποθάνῃ, συνεξεμεῖ τὸ <lb/>ἄνθος· διὸ καὶ φυλάττουσιν
							ἐν τοῖς κύρτοις, ἕως ἂν <lb/>ἀθροίσωσι καὶ σχολάσωσιν. Οἱ μὲν οὖν ἀρχαῖοι πρὸς
							<lb/>τοῖς δελέασιν οὐ καθίεσαν οὐδὲ προσῆπτον τοὺς κύρτους, <lb/>ὥστε συνέβαινεν
							ἀνεσπασμένην ἤδη πολλάκις ἀποπίπτειν· <lb/>οἱ δὲ νῦν προσάπτουσιν, ὅπως ἐὰν ἀποπέσῃ,
							μὴ ἀπολλύηται. <lb/>Μάλιστα δ’ ἀποπίπτει, ἐὰν πλήρης ᾖ· κενῆς δ’ οὔσης <lb/>καὶ
							ἀποσπάσαι χαλεπόν. Ταῦτα μὲν οὖν τὰ συμβαίνοντα <lb/>ἴδια περὶ τὰς πορφύρας ἐστίν. Τὸν
							αὐτὸν δὲ τρόπον <lb/>γίνονται ταῖς πορφύραις καὶ οἱ κήρυκες, καὶ τὴν αὐτὴν <lb/>ὥραν.
							Ἔχουσι δὲ καὶ τὰ ἐπικαλύμματα κατὰ ταὐτὰ ἀμφότερα, <lb/>καὶ τἆλλα τὰ στρομβώδη, ἐκ
							γενετῆς ἅπαντα· <pb n="154"/> νέμονται δ’ ἐξαίροντα τὴν καλουμένην γλῶτταν ὑπὸ τὸ
							κάλυμμα. <lb/>Τὸ δὲ μέγεθος τῆς γλώττης ἔχει ἡ πορφύρα μεῖζον <lb/>δακτύλου, ᾧ νέμεται
							καὶ διατρυπᾷ τὰ κογχύλια καὶ τὸ αὐτῆς <lb/>ὄστρακον. Ἔστι δὲ καὶ ἡ πορφύρα καὶ ὁ κῆρυξ
							ἀμφότερα <lb/>μακρόβια· ζῇ γὰρ ἡ πορφύρα περὶ ἔτη ἕξ, καὶ καθ’ <lb/>ἕκαστον ἐνιαυτὸν
							φανερά ἐστιν ἡ αὔξησις τοῖς διαστήμασι <lb/>τοῖς ἐν τῷ ὀστράκῳ τῆς ἕλικος. Κηριάζουσι
							δὲ καὶ οἱ μύες. <lb/>Τὰ δὲ λιμνόστρεα καλούμενα, ὅπου ἂν βόρβορος ᾖ, ἐνταῦθα
							<lb/>συνίσταται πρῶτον αὐτῶν ἡ ἀρχή. Αἱ δὲ κόγχαι καὶ αἱ <lb/>χῆμαι καὶ οἱ σωλῆνες καὶ
							οἱ κτένες ἐν τοῖς ἀμμώδεσι λαμβάνουσι <lb/>τὴν σύστασιν. Αἱ δὲ πίνναι ὀρθαὶ φύονται ἐκ
							τοῦ <lb/>βυσσοῦ ἐν τοῖς ἀμμώδεσι καὶ βορβορώδεσιν. Ἔχουσι δ’ ἐν <lb/>αὑταῖς
							πιννοφύλακα, αἱ μὲν καρίδιον αἱ δὲ καρκίνιον· οὗ <lb/>στερισκόμεναι διαφθείρονται
							θᾶττον. Ὅλως δὲ πάντα τὰ <lb/>ὀστρακώδη γίνεται καὶ αὐτόματα ἐν τῇ ἰλύϊ, κατὰ τὴν
							διαφορὰν <lb/>τῆς ἰλύος ἕτερα, ἐν μὲν τῇ βορβορώδει τὰ ὄστρεα, <lb/>ἐν δὲ τῇ ἀμμώδει
							κόγχαι καὶ τὰ εἰρημένα, περὶ δὲ τὰς σήραγγας <lb/>τῶν πετριδίων τήθυα καὶ βάλανοι καὶ
							τὰ ἐπιπολάζοντα, <lb/>οἷον αἱ λεπάδες καὶ οἱ νηρεῖται. Ἅπαντα μὲν <lb/>οὖν τὰ τοιαῦτα
							τὴν αὔξησιν ἔχει ταχεῖαν, μάλιστα δ’ αἵ τε <lb/>πορφύραι καὶ οἱ κτένες· ταῦτα γὰρ ἐν
							ἐνιαυτῷ γίνεται <lb/>τέλεια. Ἐμφύονται δ’ ἐν ἐνίοις τῶν ὀστρακοδέρμων καρκίνοι
							<lb/>λευκοί, τὸ μέγεθος μικροὶ πάμπαν, πλεῖστοι μὲν ἐν <lb/>τοῖς μυσὶ τοῖς πυελώδεσιν,
							ἔπειτα καὶ ἐν ταῖς πίνναις οἱ <lb/>καλούμενοι πιννοτῆραι. Γίνονται δὲ καὶ ἐν τοῖς
							κτεσὶ καὶ <lb/>ἐν τοῖς λιμνοστρέοις· αὔξησιν δ’ οὐδεμίαν οὗτοι ἐπίδηλον
							<lb/>λαμβάνουσιν. Φασὶ δ’ αὐτοὺς οἱ ἁλιεῖς ἅμα συγγίνεσθαι <pb n="155"/> γινομένοις.
							Ἀφανίζονται δέ τινα χρόνον ἐν τῇ ἄμμῳ καὶ <lb/>οἱ κτένες, ὥσπερ καὶ αἱ πορφύραι.
							Φύεται μὲν οὖν τὰ <lb/>ὄστρεα καθάπερ εἴρηται, φύεται δ’ αὐτῶν τὰ μὲν ἐν τοῖς
							<lb/>τενάγεσι, τὰ δ’ ἐν τοῖς αἰγιαλοῖς, τὰ δ’ ἐν τοῖς σπιλώδεσι <lb/>τόποις, ἔνια δ’
							ἐν τοῖς σκληροῖς καὶ τραχέσι, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς ἀμμώδεσιν. Καὶ τὰ μὲν μεταβάλλει τοὺς
							τόπους, <lb/>τὰ δ’ οὔ. Τῶν δὲ μὴ μεταβαλλόντων αἱ μὲν πίνναι ἐρρίζωνται, <lb/>οἱ δὲ
							σωλῆνες καὶ αἱ κόγχαι ἀρρίζωτοι διαμένουσιν· <lb/>ὅταν δ’ ἀνασπασθῶσιν, οὐκέτι
							δύνανται ζῆν. Ὁ δὲ καλούμενος <lb/>ἀστὴρ οὕτω θερμός ἐστι τὴν φύσιν, ὥσθ’ ὅ τι ἂν
							<lb/>λάβῃ, παραχρῆμα ἐξαιρούμενον δίεφθον εἶναι. Φασὶ δὲ καὶ <lb/>σίνος μέγιστον εἶναι
							τοῦτο ἐν τῷ εὐρίπῳ τῷ τῶν Πυρραίων. <lb/>Τὴν δὲ μορφὴν ὅμοιόν ἐστι τοῖς γραφομένοις.
							<lb/>Γίνονται δὲ καὶ οἱ καλούμενοι πλεύμονες αὐτόματοι. Ὧι <lb/>δ’ οἱ γραφεῖς ὀστρέῳ
							χρῶνται, πάχει τε πολὺ ὑπερβάλλει, <lb/>καὶ ἔξωθεν τοῦ ὀστράκου τὸ ἄνθος ἐπιγίνεται·
							εἰσὶ δὲ τὰ <lb/>τοιαῦτα μάλιστα περὶ τοὺς τόπους τοὺς περὶ Καρίαν. Τὸ <lb/>δὲ
							καρκίνιον γίνεται μὲν τὴν ἀρχὴν ἐκ τῆς γῆς καὶ ἰλύος, εἶτ’ <lb/>εἰς τὰ κενὰ τῶν
							ὀστράκων εἰσδύεται, καὶ αὐξανόμενον μετεισδύνει <lb/>πάλιν εἰς ἄλλο μεῖζον ὄστρακον,
							οἷον εἴς τε τὸ τοῦ <lb/>νηρείτου καὶ τὸ τοῦ στρόμβου καὶ τῶν ἄλλων τῶν τοιούτων,
							<lb/>πολλάκις δ’ εἰς τοὺς κήρυκας τοὺς μικρούς. Ὅταν <lb/>δ’ εἰσδύσῃ, συμπεριφέρει
							τοῦτο καὶ ἐν τούτῳ τρέφεται <lb/>πάλιν· καὶ αὐξανόμενον πάλιν εἰς ἄλλο μετεισδύνει
							<lb/>μεῖζον. </p></div></div></div></body></text></TEI>