<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="5"><div type="textpart" subtype="chapter" n="14"><p>Διαφέρουσι δὲ καὶ κατὰ τὴν ἡλικίαν τὰ ζῷα πρὸς τὴν <lb/>ὀχείαν. Πρῶτον μὲν οὖν οὐχ
							ἅμα τοῖς πολλοῖς ἄρχεταί τε <lb/>τὸ σπέρμα ἐκκρίνεσθαι καὶ γεννᾶν δύναται, ἀλλ’
							ὕστερον· τὸ <pb n="147"/> γὰρ τῶν νέων ἐν πᾶσι τοῖς ζῴοις τὸ μὲν πρῶτον ἄγονον,
							<lb/>γονίμων δ’ ὄντων ἀσθενέστερα καὶ ἐλάττω τὰ ἔκγονα. Τοῦτο <lb/>δὲ μάλιστα δῆλον
							ἐπί τε τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ζῳοτόκων <lb/>τετραπόδων καὶ ἐπὶ τῶν ὀρνίθων· τῶν μὲν γὰρ
							τὰ ἔκγονα <lb/>ἐλάττω, τῶν δὲ τὰ ᾠά. Αἱ δ’ ἡλικίαι τοῖς ὀχεύουσιν <lb/>αὐτοῖς μὲν πρὸς
							αὑτοὺς τοῖς γένεσι τοῖς πλείστοις σχεδὸν <lb/>κατὰ τὸν αὐτὸν γίνονται χρόνον, ἐὰν μή
							τι προτερῇ διά τι <lb/>τερατῶδες πάθος ἢ διὰ βλάβην τῆς φύσεως. Τοῖς μὲν οὖν
							<lb/>ἀνθρώποις ἐπισημαίνει κατά τε τὴν τῆς φωνῆς μεταβολὴν καὶ <lb/>τῶν αἰδοίων οὐ
							μόνον μεγέθει ἀλλὰ καὶ εἴδει, καὶ ἐπὶ τῶν <lb/>μαστῶν ὡσαύτως, μάλιστα δὲ τῇ τριχώσει
							τῆς ἥβης. Ἄρχεται <lb/>δὲ φέρειν τὸ σπέρμα περὶ τὰ δὶς ἑπτὰ ἔτη, γεννητικὸς <lb/>δὲ
							περὶ τὰ τρὶς ἑπτά. Τοῖς δ’ ἄλλοις ζῴοις ἥβη μὲν οὐ <lb/>γίνεται (τὰ μὲν γὰρ ὅλως οὐκ
							ἔχει τρίχας, τὰ δ’ οὐκ ἔχει ἐν <lb/>τοῖς ὑπτίοις, ἢ ἐλάττους τῶν ἐν τοῖς πρανέσιν), ἡ
							δὲ φωνὴ <lb/>μεταβάλλουσα ἐν ἐνίοις ἐπίδηλός ἐστιν· τοῖς δ’ ἕτερα τοῦ <lb/>σώματος
							μόρια ἐπισημαίνει τήν τ’ ἀρχὴν τοῦ σπέρμα ἔχειν <lb/>καὶ τοῦ τὸ γόνιμον ἤδη. Τὴν δὲ
							φωνὴν ὅλως ἔχει τὸ <lb/>θῆλυ ἐν τοῖς πλείστοις ὀξυτέραν, καὶ τὰ νεώτερα τῶν
							πρεσβυτέρων, <lb/>ἐπεὶ καὶ οἱ ἔλαφοι οἱ ἄρρενες τῶν θηλειῶν φθέγγονται <lb/>βαρύτερον.
							Φθέγγονται δ’ οἱ μὲν ἄρρενες, ὅταν ἡ <lb/>ὥρα τῆς ὀχείας ᾖ, αἱ δὲ θήλειαι, ὅταν
							φοβηθῶσιν. Ἔστι δ’ <lb/>ἡ μὲν τῆς θηλείας φωνὴ βραχεῖα, ἡ δὲ τοῦ ἄρρενος ἔχει μῆκος.
							<lb/>Καὶ ἡ τῶν κυνῶν δὲ γηρασκόντων γίνεται βαρυτέρα <lb/>φωνή. Καὶ τῶν ἵππων δὲ
							διαφέρουσιν αἱ φωναί· εὐθὺς μὲν <lb/>γὰρ γενόμεναι ἀφιᾶσι φωνὴν λεπτὴν καὶ μικρὰν αἱ
							θήλειαι, <pb n="148"/> οἱ δ’ ἄρρενες μικρὰν μέν, μείζω μέντοι γε καὶ βαρυτέραν
							<lb/>τῆς θηλείας· τοῦ δὲ χρόνου προϊόντος μείζονα· διετὴς <lb/>δ’ ἐπειδὰν γένηται καὶ
							τῆς ὀχείας ἄρξηται, φωνὴν ἀφίησιν <lb/>ὁ μὲν ἄρρην μεγάλην καὶ βαρεῖαν, ἡ δὲ θήλεια
							μείζω καὶ <lb/>λαμπροτέραν ἢ τέως, ἄχρι ἐτῶν εἴκοσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολύ· μετὰ <lb/>μέντοι
							τὸν χρόνον τοῦτον ἀσθενεστέραν ἀφιᾶσι καὶ οἱ ἄρρενες <lb/>καὶ αἱ θήλειαι. Ὡς μὲν οὖν
							ἐπὶ τὸ πολύ, καθάπερ εἴπομεν, <lb/>διαφέρει ἡ φωνὴ τῶν ἀρρένων καὶ τῶν θηλειῶν ἐν τῷ
							βαρύτερον <lb/>φθέγγεσθαι τὰ ἄρρενα τῶν θηλειῶν, ὅσων ἐστὶν ἀπότασις <lb/>τῆς φωνῆς·
							οὐ μὴν ἐν πᾶσί γε τοῖς ζῴοις, ἀλλ’ ἐνίοις <lb/>τοὐναντίον, οἷον ἐπὶ τῶν βοῶν· ἐπὶ γὰρ
							τούτων τὸ θῆλυ τοῦ <lb/>ἄρρενος βαρύτερον φθέγγεται, καὶ οἱ μόσχοι τῶν τελείων.
							<lb/>Διὸ καὶ τὰς φωνὰς τὰ ἐκτεμνόμενα μεταβάλλουσιν ἐναντίως· <lb/>εἰς τὸ θῆλυ γὰρ
							μεταβάλλουσι τὰ ἐκτεμνόμενα.</p><p>Οἱ δὲ χρόνοι τῆς ὀχείας κατὰ τὴν ἡλικίαν ἔχουσιν ὧδε <lb/>τοῖς ζῴοις. Πρόβατον μὲν
							καὶ αἲξ αὐτοετὲς ὀχεύεται καὶ <lb/>κύει, μᾶλλον δὲ ἡ αἴξ· καὶ οἱ ἄρρενες δ’ ὀχεύουσιν
							ὡσαύτως. <lb/>Τὰ δ’ ἔκγονα τῶν ἀρρένων διαφέρει ἐπὶ τούτων καὶ τῶν <lb/>ἄλλων· οἱ γὰρ
							ἄρρενες βελτίους γίνονται ἢ τῷ ὕστερον <lb/>ἔτει, ὅταν γηράσκωσιν. Ὗς δ’ ὀχεύει μὲν
							καὶ ὀχεύεται <lb/>πρῶτον ὀκτάμηνος, τίκτει δ’ ἡ θήλεια μὲν ἐνιαυσία (οὕτω <lb/>γὰρ
							συμβαίνει ὁ χρόνος τῆς κυήσεως), ὁ δ’ ἄρρην γεννᾷ μὲν <lb/>ὀκτάμηνος, φαῦλα μέντοι
							πρὶν γενέσθαι ἐνιαύσιος. Οὐ πανταχοῦ <lb/>δέ, ὥσπερ εἴρηται, ὁμοίως συμβαίνουσιν αἱ
							ἡλικίαι· <lb/>ἐνιαχοῦ μὲν γὰρ αἱ ὕες ὀχεύονται μὲν καὶ ὀχεύουσι τετράμηνοι, <lb/>ὥστε
							δὲ γεννᾶν καὶ ἐκτρέφειν ἑξάμηνοι, ἐνιαχοῦ δ’ οἱ <lb/>κάπροι δεκάμηνοι ἄρχονται
							ὀχεύειν, ἀγαθοὶ δὲ μέχρι ἐπὶ <lb/>τριετές. Κύων δ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μὲν ὀχεύεται
							ἐνιαυσία <pb n="149"/> καὶ ὀχεύει ἐνιαύσιος, ἐνίοτε δὲ συμβαίνει ταῦτα καὶ ὀκταμήνοις·
							<lb/>μᾶλλον δὲ τοῦτο γίνεται ἐπὶ τῶν ἀρρένων ἢ τῶν θηλειῶν. <lb/>Κύει δ’ ἑξήκοντα καὶ
							μίαν ἢ καὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας <lb/>τὸ μακρότατον· ἔλαττον δ’ οὐ φέρει τῶν ἑξήκονθ’
							ἡμερῶν, <lb/>ἀλλ’ ἄν τι καὶ γένηται, οὐκ ἐκτρέφεται εἰς τέλος. Τεκοῦσα <lb/>δὲ πάλιν
							ὀχεύεται ἕκτῳ μηνί, καὶ οὐ πρότερον. Ἵππος δ’ <lb/>ὀχεύειν ἄρχεται διετὴς καὶ
							ὀχεύεσθαι, ὥστε καὶ γεννᾶν· <lb/>τὰ μέντοι ἔκγονα τὰ κατὰ τούτους τοὺς χρόνους ἐλάττω
							<lb/>καὶ ἀσθενικώτερα. Ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πλεῖστον τριετὴς ὀχεύει καὶ <lb/>ὀχεύεται. Καὶ
							ἐπιδίδωσι δ’ ἀεὶ ἐπὶ τὸ βελτίω τὰ ἔκγονα <lb/>γεννᾶν μέχρι ἐτῶν εἴκοσιν. Ὀχεύει δ’ ὁ
							ἵππος ὁ ἄρρην <lb/>μέχρι ἐτῶν τριάκοντα καὶ τριῶν, ἡ δὲ θήλεια ὀχεύεται <lb/>μέχρι
							τετταράκοντα ἐτῶν, ὥστε συμβαίνει σχεδὸν διὰ βίου <lb/>γίνεσθαι τὴν ὀχείαν· ζῇ γὰρ ὡς
							ἐπὶ τὸ πολὺ ὁ μὲν ἄρρην <lb/>περὶ πέντε καὶ τριάκοντα ἔτη, ἡ δὲ θήλεια πλείω τῶν
							<lb/>τετταράκοντα· ἤδη δέ τις ἐβίωσεν ἵππος ἔτη ἑβδομήκοντα <lb/>καὶ πέντε. Ὄνος δὲ
							τριακοντάμηνος ὀχεύει καὶ ὀχεύεται. Οὐ <lb/>μέντοι γεννῶσί γε ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀλλ’ ἢ
							τριετὴς ἢ διετὴς <lb/>καὶ ἑξάμηνος. Ἤδη δὲ καὶ ἐνιαυσία ἐκύησεν ὥστε καὶ ἐκτραφῆναι.
							<lb/>Καὶ βοῦς ἐνιαυσία ἔτεκεν ὥστε καὶ ἐκτραφῆναι· <lb/>καὶ τὸ μέγεθος ηὐξήθη ὅσον
							ἔμελλε, καὶ οὐκέτι. Αἱ μὲν οὖν <lb/>ἀρχαὶ τοῖς ζῴοις τούτοις τῆς γεννήσεως τοῦτον
							ἔχουσι τὸν <lb/>τρόπον. Γεννᾷ δ’ ἄνθρωπος μὲν τὸ ἔσχατον μέχρι ἑβδομήκοντα <lb/>ἐτῶν ὁ
							ἄρρην, γυνὴ δὲ μέχρι πεντήκοντα. Ἀλλὰ <lb/>τοῦτο μὲν σπάνιον· ὀλίγοις γὰρ γεννᾶται ἐν
							ταύταις ταῖς <pb n="150"/> ἡλικίαις τέκνα· ὡς δ’ ἐπὶ τὸ πολὺ τοῖς μὲν πέντε καὶ
							ἑξήκοντα <lb/>ὅρος, ταῖς δὲ πέντε καὶ τετταράκοντα. Πρόβατον <lb/>δὲ τίκτει μέχρι ἐτῶν
							ὀκτώ, ἐὰν δὲ θεραπεύηται καλῶς, καὶ <lb/>μέχρι ἕνδεκα· σχεδὸν δὲ διὰ βίου συμβαίνει
							ὀχεύειν καὶ <lb/>ὀχεύεσθαι ἀμφοτέροις. Οἱ δὲ τράγοι πίονες ὄντες ἧττον <lb/>γόνιμοί
							εἰσιν (ἀφ’ ὧν καὶ τὰς ἀμπέλους, ὅταν μὴ φέρωσι, <lb/>τραγᾶν καλοῦσιν), ἀλλὰ
							παρισχναινόμενοι δύνανται ὀχεύοντες <lb/>γεννᾶν. Ὀχεύουσι δ’ οἱ κριοὶ τὰς πρεσβυτάτας
							πρῶτον, <lb/>τὰς δὲ νέας οὐ διώκουσιν. Τίκτουσι δ’, ὥσπερ εἴρηται <lb/>ἐν τοῖς
							πρότερον, αἱ νέαι ἐλάττω τὰ ἔκγονα τῶν πρεσβυτέρων. <lb/>Κάπρος δ’ ἀγαθὸς μὲν ὀχεύειν
							μέχρι ἐπὶ τριετές, <lb/>τῶν δὲ πρεσβυτέρων χείρω τὰ ἔκγονα· οὐ γὰρ ἔτι γίνεται
							<lb/>αὐτῷ ἐπίδοσις οὐδὲ ῥώμη. Ὀχεύειν δ’ εἴωθε χορτασθεὶς <lb/>καὶ μὴ προβιβάσας
							ἄλλην· εἰ δὲ μή, ὀλιγοχρονιωτέρα <lb/>ἡ ὀχεία γίνεται καὶ μικρότερα τὰ ἔκγονα. Τίκτει
							δ’ <lb/>ἐλάχιστα μὲν ὗς, ὅταν ᾖ πρωτοτόκος· δευτεροτόκος δ’ οὖσα <lb/>ἀκμάζει·
							γηράσκουσα δὲ τίκτει μὲν ὁμοίως, ὀχεύεται δὲ βραδύτερον· <lb/>ὅταν δὲ
							πεντεκαιδεκαετεῖς ὦσιν, οὐκέτι γεννῶσιν ἀλλὰ <lb/>γραῖαι γίνονται. Ἐὰν δ’ εὐτραφὴς ᾖ,
							θᾶττον ὁρμᾷ <lb/>πρὸς τὰς ὀχείας καὶ νέα καὶ γηράσκουσα· ἔγκυος δ’ οὖσα ἐὰν
							<lb/>πιαίνηται σφόδρα, ἔλαττον ἴσχει τὸ γάλα μετὰ τὸν τόκον. <lb/>Τὰ δ’ ἔκγονα κατὰ
							μὲν τὴν ἡλικίαν βέλτιστα ἐν ἀκμῇ, κατὰ <lb/>δὲ τὰς ὥρας, ὅσα τοῦ χειμῶνος ἀρχομένου
							γίνεται· χείριστα <lb/>δὲ τὰ θερινά· καὶ γὰρ μικρὰ καὶ λεπτὰ καὶ ὑγρά. Ὁ δ’
							<lb/>ἄρρην, ἐὰν μὲν εὐτραφὴς ᾖ, πᾶσαν ὥραν ὀχεύειν δύναται, <lb/>καὶ μεθ’ ἡμέραν καὶ
							νύκτωρ· εἰ δὲ μή, μάλιστα τό γ’ ἕωθεν· <pb n="151"/> καὶ γηράσκων ἧττον ἀεί, ὥσπερ
							εἴρηται καὶ πρότερον. Πολλάκις <lb/>δ’ οἱ ἀδύνατοι ἢ διὰ τὴν ἡλικίαν ἢ δι’ ἀσθένειαν,
							οὐ <lb/>δυνάμενοι ταχέως ὀχεύειν, κατακλινομένης τῆς θηλείας διὰ τὸ <lb/>κάμνειν τῇ
							στάσει συγκατακλιθέντες πλησιάζουσιν. Κυΐσκεται <lb/>δὲ μάλιστα ἡ ὗς, ἐπειδὰν θυῶσα
							καταβάλλῃ τὰ ὦτα· <lb/>εἰ δὲ μή, ἀναθυᾷ πάλιν. Αἱ δὲ κύνες ὀχεύονται οὐ διὰ βίου
							<lb/>ἀλλὰ μέχρι ἀκμῆς τινός· ὡς μὲν ἐπὶ τὸ πολὺ μέχρι ἐτῶν <lb/>δώδεκα αἵ τ’ ὀχεῖαι
							συμβαίνουσι καὶ αἱ κυήσεις αὐτῶν· οὐ μὴν <lb/>ἀλλ’ ἤδη τισὶ καὶ ὀκτωκαίδεκα ἔτη
							γεγονόσι καὶ εἴκοσι συνέβη <lb/>καὶ θηλείαις ὀχευθῆναι καὶ ἄρρεσι γεννῆσαι. Ἀφαιρεῖται
							<lb/>δὲ καὶ τὸ γῆρας ὥστε μὴ γεννᾶν μηδὲ τίκτειν, καθάπερ <lb/>καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων. Ἡ δὲ
							κάμηλος ἔστι μὲν ὀπισθουρητικόν, <lb/>καὶ ὀχεύεται ὥσπερ εἴρηται πρότερον· τῆς δ’
							ὀχείας ὁ <lb/>χρόνος ἐν τῇ Ἀραβίᾳ κατὰ τὸν Μαιμακτηριῶνα μῆνα. Κύει <lb/>δὲ δώδεκα
							μῆνας, τίκτει δὲ ἕν· ἔστι γὰρ μονοτόκον. Ἄρχεται <lb/>δὲ τῆς ὀχείας ἡ θήλεια τριετὴς
							οὖσα καὶ ὁ ἄρρην τριετὴς ὤν· <lb/>μετὰ δὲ τὸν τόκον ἓν ἔτος διαλιποῦσα ὀχεύεται ἡ
							θήλεια. Ὁ <lb/>δ’ ἐλέφας ἄρχεται μὲν βαίνεσθαι ὁ μὲν νεώτατος δέκ’ ἐτῶν, <lb/>ὁ δὲ
							πρεσβύτατος πεντεκαίδεκα· ὁ δ’ ἄρρην βαίνει πεντέτης <lb/>ὢν ἢ ἑξέτης. Χρόνος δὲ τῆς
							ὀχείας τὸ ἔαρ. Πάλιν δὲ βαίνει <lb/>μετὰ τὴν ὀχείαν διὰ τρίτου ἔτους· ὃν δ’ ἂν
							ἐγκύμονα ποιήσῃ, <lb/>τούτου πάλιν οὐχ ἅπτεται. Κύει δ’ ἔτη δύο, τίκτει δ’ ἕν·
							<lb/>ἔστι γὰρ μονοτόκον· τὸ δ’ ἔμβρυον γίνεται ὅσον μόσχος <lb/>δίμηνος ἢ
							τρίμηνος.</p><p>Περὶ μὲν οὖν τῆς ὀχείας τῶν ζῴων τῶν ὀχευομένων τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον· </p></div></div></div></body></text></TEI>