<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="9"><p>Φωνὴ <lb/>καὶ ψόφος ἕτερόν ἐστι, καὶ τρίτον τούτων διάλεκτος. <lb/>Φωνεῖ μὲν οὖν
							οὐδενὶ τῶν ἄλλων μορίων οὐδὲν πλὴν τῷ <lb/>φάρυγγι· διὸ ὅσα μὴ ἔχει πνεύμονα, οὐδὲ
							φθέγγεται· <pb n="124"/> διάλεκτος δ’ ἡ τῆς φωνῆς ἐστὶ τῇ γλώττῃ διάρθρωσις. <lb/>Τὰ
							μὲν οὖν φωνήεντα ἡ φωνὴ καὶ ὁ λάρυγξ ἀφίησιν, τὰ <lb/>δ’ ἄφωνα ἡ γλῶττα καὶ τὰ χείλη·
							ἐξ ὧν ἡ διάλεκτός ἐστιν. <lb/>Διὸ ὅσα γλῶτταν μὴ ἔχει ἢ μὴ ἀπολελυμένην, οὔτε φωνεῖ
							<lb/>οὔτε διαλέγεται· ψοφεῖν δ’ ἔστι καὶ ἄλλοις μορίοις. Τὰ <lb/>μὲν οὖν ἔντομα οὔτε
							φωνεῖ οὔτε διαλέγεται, ψοφεῖ δὲ τῷ <lb/>ἔσω πνεύματι, οὐ τῷ θύραζε· οὐθὲν γὰρ ἀναπνεῖ
							αὐτῶν, <lb/>ἀλλὰ τὰ μὲν βομβεῖ, οἷον μέλιττα καὶ τὰ πτηνὰ αὐτῶν, <lb/>τὰ δ’ ᾄδειν
							λέγεται, οἷον οἱ τέττιγες. Πάντα δὲ ταῦτα <lb/>ψοφεῖ τῷ ὑμένι τῷ ὑπὸ τὸ ὑπόζωμα, ὅσων
							διῄρηται, οἷον <lb/>τῶν τεττίγων τι γένος τῇ τρίψει τοῦ πνεύματος. Καὶ αἱ <lb/>μυῖαι
							δὲ καὶ αἱ μέλιτται καὶ τἆλλα πάντα, τῇ πτήσει <lb/>αἴροντα καὶ συστέλλοντα· ὁ γὰρ
							ψόφος τρίψις ἐστι τοῦ <lb/>ἔσω πνεύματος. Αἱ δ’ ἀκρίδες τοῖς πηδαλίοις τρίβουσαι
							<lb/>ποιοῦσι τὸν ψόφον. Οὐδὲ δὴ τῶν μαλακίων οὐδὲν οὔτε <lb/>φθέγγεται οὔτε ψοφεῖ
							οὐδένα φυσικὸν ψόφον, οὐδὲ τῶν <lb/>μαλακοστράκων. Οἱ δ’ ἰχθύες ἄφωνοι μέν εἰσιν (οὔτε
							γὰρ <lb/>πνεύμονα οὔτε ἀρτηρίαν καὶ φάρυγγα ἔχουσι), ψόφους δέ <lb/>τινας ἀφιᾶσι καὶ
							τριγμοὺς οὓς λέγουσι φωνεῖν, οἷον λύρα <lb/>καὶ χρομίς (οὗτοι γὰρ ἀφιᾶσιν ὥσπερ
							γρυλισμόν) καὶ ὁ <lb/>κάπρος ὁ ἐν τῷ Ἀχελῴῳ, ἔτι δὲ χαλκὶς καὶ κόκκυξ· ἡ <lb/>μὲν γὰρ
							ψοφεῖ οἷον συριγμόν, ὁ δὲ παραπλήσιον τῷ <lb/>κόκκυγι ψόφον, ὅθεν καὶ τοὔνομα ἔχει.
							Πάντα δὲ ταῦτα <lb/>τὴν δοκοῦσαν φωνὴν ἀφιᾶσι τὰ μὲν τῇ τρίψει τῶν βραγχίων
							<lb/>(ἀκανθώδεις γὰρ οἱ τόποι), τὰ δὲ τοῖς ἐντὸς τοῖς περὶ <lb/>τὴν κοιλίαν· πνεῦμα
							γὰρ ἔχει τούτων ἕκαστον, ὃ προστρίβοντα <lb/>καὶ κινοῦντα ποιεῖ τοὺς ψόφους. Καὶ τῶν
							σελαχῶν <pb n="125"/> δ’ ἔνια δοκεῖ τρίζειν. Ἀλλὰ ταῦτα φωνεῖν μὲν οὐκ ὀρθῶς <lb/>ἔχει
							φάναι, ψοφεῖν δέ. Καὶ γὰρ οἱ κτένες ὅταν φέρωνται <lb/>ἀπερειδόμενοι τῷ ὑγρῷ, ὃ
							καλοῦσι πέτεσθαι, ῥοιζοῦσι, καὶ <lb/>αἱ χελιδόνες αἱ θαλάττιαι ὁμοίως· καὶ γὰρ αὗται
							πέτονται <lb/>μετέωροι, οὐχ ἁπτόμεναι τῆς θαλάττης· τὰ γὰρ πτερύγια <lb/>ἔχουσι πλατέα
							καὶ μακρά. Ὥσπερ οὖν τῶν ὀρνίθων πετομένων <lb/>ὁ γινόμενος ταῖς πτέρυξι ψόφος οὐ φωνή
							ἐστιν, <lb/>οὕτως οὐδὲ τῶν τοιούτων οὐδενός. Ἀφίησι δὲ καὶ ὁ δελφὶς <lb/>τριγμὸν καὶ
							μύζει, ὅταν ἐξέλθῃ, ἐν τῷ ἀέρι, οὐχ ὁμοίως <lb/>δὲ τοῖς εἰρημένοις· ἔστι γὰρ τούτῳ
							φωνή· ἔχει γὰρ καὶ <lb/>πλεύμονα καὶ ἀρτηρίαν, ἀλλὰ τὴν γλῶτταν οὐκ ἀπολελυμένην
							<lb/>οὐδὲ χείλη ὥστε ἄρθρον τι τῆς φωνῆς ποιεῖν. Τῶν <lb/>δ’ ἐχόντων γλῶτταν καὶ
							πλεύμονα ὅσα μὲν ᾠοτόκα ἐστὶ καὶ <lb/>τετράποδα, ἀφίησι μὲν φωνήν, ἀσθενῆ μέντοι, καὶ
							τὰ <lb/>μὲν συριγμόν, ὥσπερ οἱ ὄφεις, τὰ δὲ λεπτὴν καὶ ἀσθενῆ <lb/>φωνήν, τὰ δὲ σιγμὸν
							μικρόν, ὥσπερ αἱ χελῶναι. Ὁ δὲ <lb/>βάτραχος ἰδίαν ἔχει τὴν γλῶτταν· τὸ μὲν γὰρ
							ἔμπροσθεν <lb/>προσπέφυκεν ἰχθυωδῶς, ὃ τοῖς ἄλλοις ἀπολέλυται, τὸ δὲ <lb/>πρὸς τὸν
							φάρυγγα ἀπολέλυται καὶ πέπτυκται, ᾧ τὴν ἰδίαν <lb/>ἀφίησι φωνήν. Καὶ τὴν ὀλολυγόνα δὲ
							τὴν γινομένην ἐν <lb/>τῷ ὕδατι οἱ βάτραχοι οἱ ἄρρενες ποιοῦσιν, ὅταν ἀνακαλῶνται
							<lb/>τὰς θηλείας πρὸς τὴν ὀχείαν· εἰσὶ γὰρ ἑκάστοις τῶν <lb/>ζῴων ἴδιαι φωναὶ πρὸς τὴν
							ὁμιλίαν καὶ τὸν πλησιασμόν, <lb/>οἷον καὶ ὑσὶ καὶ τράγοις καὶ προβάτοις. Ποιεῖ δὲ τὴν
							<lb/>ὀλολυγόνα, ὅταν ἰσοχειλῆ τὴν κάτω σιαγόνα ποιήσας ἐπὶ τῷ <lb/>ὕδατι περιτείνῃ τὴν
							ἄνω. Δοκεῖ δὲ διαλαμπουσῶν τῶν σιαγόνων <lb/>ἐκ τῆς ἐπιτάσεως ὥσπερ λύχνοι φαίνεσθαι
							οἱ ὀφθαλμοί· <pb n="126"/> ἡ γὰρ ὀχεία τὰ πολλὰ γίγνεται νύκτωρ. Τὸ δὲ τῶν
							<lb/>ὀρνίθων γένος ἀφίησι φωνήν· καὶ μάλιστα ἔχει διάλεκτον <lb/>ὅσοις ὑπάρχει μετρίως
							ἡ γλῶττα πλατεῖα, καὶ ὅσοι <lb/>ἔχουσι λεπτὴν τὴν γλῶτταν αὐτῶν. Ἔνια μὲν οὖν τὴν
							<lb/>αὐτὴν ἀφιᾶσι φωνὴν τά τε θήλεα καὶ τὰ ἄρρενα, ἔνια δ’ <lb/>ἑτέραν. Πολύφωνα δ’
							ἐστὶ καὶ λαλίστερα τὰ ἐλάττω τῶν <lb/>μεγάλων· καὶ μάλιστα περὶ τὴν ὀχείαν ἕκαστον
							γίνεται <lb/>τῶν ὀρνέων τοιοῦτον, καὶ τὰ μὲν μαχόμενα φθέγγεται, οἷον <lb/>ὄρτυξ, τὰ
							δὲ πρὸ τοῦ μάχεσθαι προκαλούμενα, ἢ νικῶντα, <lb/>οἷον ἀλεκτρυόνες. Ἅιδουσι δ’ ἔνια
							μὲν ὁμοίως τὰ ἄρρενα <lb/>τοῖς θήλεσιν, οἷον καὶ ἀηδὼν ᾄδει καὶ ὁ ἄρρην καὶ ἡ θήλεια,
							<lb/>πλὴν ἡ θήλεια παύεται ὅταν ἐπῳάζῃ καὶ τὰ νεόττια ἔχῃ· ἐνίων <lb/>δὲ τὰ ἄρρενα
							μᾶλλον, οἷον ἀλεκτρυόνες καὶ ὄρτυγες, αἱ δὲ <lb/>θήλειαι οὐκ ᾄδουσιν. Τὰ δὲ ζῳοτόκα
							καὶ τετράποδα ζῷα <lb/>ἄλλο ἄλλην ἀφίησι φωνήν, διάλεκτον δ’ οὐδὲν ἔχει, ἀλλ’
							<lb/>ἴδιον τοῦτ’ ἀνθρώπου ἐστίν· ὅσα μὲν γὰρ διάλεκτον ἔχει, <lb/>καὶ φωνὴν ἔχει, ὅσα
							δὲ φωνήν, οὐ πάντα διάλεκτον. Ὅσοι <lb/>δὲ κωφοὶ γίνονται ἐκ γενετῆς, πάντες καὶ ἐνεοὶ
							γίνονται· <lb/>φωνὴν μὲν οὖν ἀφιᾶσι, διάλεκτον δ’ οὐδεμίαν. Τὰ δὲ παιδία <lb/>ὥσπερ
							καὶ τῶν ἄλλων μορίων οὐκ ἐγκρατῆ ἐστίν, οὕτως οὐδὲ <lb/>τῆς γλώττης τὸ πρῶτον, καὶ
							ἔστιν ἀτελῆ, καὶ ἀπολύεται <lb/>ὀψιαίτερον, ὥστε ψελλίζουσι καὶ τραυλίζουσι τὰ πολλά.
							<lb/>Διαφέρουσι δὲ κατὰ τόπους καὶ αἱ φωναὶ καὶ αἱ διάλεκτοι. <lb/>Ἡ μὲν οὖν φωνὴ
							ὀξύτητι καὶ βαρύτητι μάλιστα ἐπίδηλος, <lb/>τὸ δ’ εἶδος οὐδὲν διαφέρει τῶν αὐτῶν
							γενῶν· ἡ δ’ ἐν τοῖς <lb/>ἄρθροις, ἣν ἄν τις ὥσπερ διάλεκτον εἴπειεν, καὶ τῶν ἄλλων <pb n="127"/> ζῴων διαφέρει καὶ τῶν ἐν ταὐτῷ γένει ζῴων κατὰ τόπους, <lb/>οἷον τῶν
							περδίκων οἱ μὲν κακκαβίζουσιν οἱ δὲ τρίζουσιν. <lb/>Καὶ τῶν μικρῶν ὀρνιθίων ἔνια οὐ
							τὴν αὐτὴν ἀφίησι φωνὴν <lb/>ἐν τῷ ᾄδειν τοῖς γεννήσασιν, ἂν ἀπότροφα γένωνται καὶ
							<lb/>ἄλλων ἀκούσωσιν ὀρνίθων ᾀδόντων. Ἤδη δ’ ὦπται καὶ <lb/>ἀηδὼν νεοττὸν
							προδιδάσκουσα, ὡς οὐχ ὁμοίας φύσει τῆς <lb/>διαλέκτου οὔσης καὶ τῆς φωνῆς, ἀλλ’
							ἐνδεχόμενον πλάττεσθαι. <lb/>Καὶ οἱ ἄνθρωποι φωνὴν μὲν τὴν αὐτὴν ἀφιᾶσι, διάλεκτον
							<lb/>δ’ οὐ τὴν αὐτήν. Ὁ δ’ ἐλέφας φωνεῖ ἄνευ μὲν τοῦ <lb/>μυκτῆρος αὐτῷ τῷ στόματι
							πνευματῶδες ὥσπερ ὅταν ἄνθρωπος <lb/>ἐκπνέῃ καὶ αἰάζῃ, μετὰ δὲ τοῦ μυκτῆρος ὅμοιον
							σάλπιγγι <lb/>τετραχυσμένῃ. </p></div></div></div></body></text></TEI>