<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="8"><p>Περὶ δὲ τῶν αἰσθήσεων νῦν λεκτέον· οὐ γὰρ ὁμοίως <lb/>πᾶσιν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τοῖς μὲν
							πᾶσαι τοῖς δ’ ἐλάττους. <lb/>Εἰσὶ δ’ αἱ πλεῖσται, καὶ παρ’ ἃς οὐδεμία φαίνεται ἴδιος
							<lb/>ἑτέρα, πέντε τὸν ἀριθμόν, ὄψις, ἀκοή, ὄσφρησις, γεῦσις, <lb/>ἁφή. Ἄνθρωπος μὲν
							οὖν καὶ τὰ ζῳοτόκα καὶ πεζά, πρὸς <lb/>δὲ τούτοις καὶ ὅσα ἔναιμα καὶ ζῳοτόκα, πάντα
							φαίνεται <pb n="118"/> ἔχοντα ταύτας πάσας, πλὴν εἴ τι πεπήρωται γένος ἕν, οἷον
							<lb/>τὸ τῶν ἀσπαλάκων. Τοῦτο γὰρ ὄψιν οὐκ ἔχει· ὀφθαλμοὺς <lb/>γὰρ ἐν μὲν τῷ φανερῷ
							οὐκ ἔχει, ἀφαιρεθέντος δὲ τοῦ δέρματος <lb/>ὄντος παχέος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς κατὰ τὴν
							χώραν τὴν <lb/>ἔξω τῶν ὀμμάτων ἔσωθέν εἰσιν οἱ ὀφθαλμοὶ διεφθαρμένοι, <lb/>πάντ’
							ἔχοντες ταὐτὰ τὰ μέρη τοῖς ἀληθινοῖς· ἔχουσι γὰρ <lb/>τό τε μέλαν καὶ τὸ ἐντὸς τοῦ
							μέλανος, τὴν καλουμένην κόρην, <lb/>καὶ τὸ κυκλώπιον, ἐλάττω μέντοι ταῦτα πάντα τῶν
							φανερῶν <lb/>ὀφθαλμῶν. Εἰς δὲ τὸ ἔξω οὐδὲν σημαίνει τούτων <lb/>διὰ τὸ τοῦ δέρματος
							πάχος, ὡς ἐν τῇ γενέσει πηρουμένης <lb/>τῆς φύσεως· εἰσὶ γὰρ ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου, ᾗ
							συνάπτει τῷ <lb/>μυελῷ, δύο πόροι νευρώδεις καὶ ἰσχυροὶ παρ’ αὐτὰς τείνοντες <lb/>τὰς
							ἕδρας τῶν ὀφθαλμῶν, τελευτῶντες δ’ εἰς τοὺς ἄνω χαυλιόδοντας. <lb/>Τὰ δ’ ἄλλα καὶ τῶν
							χρωμάτων αἴσθησιν ἔχει <lb/>καὶ τῶν ψόφων, ἔτι δ’ ὀσμῆς καὶ χυμῶν. Τὴν δὲ πέμπτην
							<lb/>αἴσθησιν τὴν ἁφὴν καλουμένην καὶ τἆλλα πάντ’ ἔχει ζῷα. <lb/>Ἐν μὲν οὖν ἐνίοις καὶ
							τὰ αἰσθητήρια φανερώτατα ἐστί, τὰ <lb/>μὲν τῶν ὀμμάτων καὶ μᾶλλον. Διωρισμένον γὰρ
							ἔχει τὸν <lb/>τόπον τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τὸν τῆς ἀκοῆς· ἔνια μὲν γὰρ ὦτα <lb/>ἔχει, ἔνια
							δὲ τοὺς πόρους φανερούς. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ <lb/>ὀσφρήσεως· τὰ μὲν γὰρ ἔχει μυκτῆρας,
							τὰ δὲ τοὺς πόρους <lb/>τοὺς τῆς ὀσφρήσεως, οἷον τὸ τῶν ὀρνίθων γένος. Ὁμοίως <lb/>δὲ
							καὶ τὸ τῶν χυμῶν αἰσθητήριον τὴν γλῶτταν. Ἐν δὲ <lb/>τοῖς ἐνύδροις, καλουμένοις δὲ
							ἰχθύσι, τὸ μὲν τῶν χυμῶν αἰσθητήριον, <lb/>τὴν γλῶτταν, ἔχουσι μέν, ἔχουσι δ’ ἀμυδρῶς·
							<lb/>ὀστώδη γὰρ καὶ οὐκ ἀπολελυμένην ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἐνίοις <lb/>τῶν ἰχθύων ὁ οὐρανός
							ἐστι σαρκώδης, οἷον τῶν ποταμίων ἐν <pb n="119"/> τοῖς κυπρίνοις, ὥστε τοῖς μὴ
							σκοπουμένοις ἀκριβῶς δοκεῖν <lb/>ταύτην εἶναι γλῶτταν. Ὅτι δ’ αἰσθάνονται γευόμενα,
							φανερόν· <lb/>ἰδίοις τε γὰρ πολλὰ χαίρει χυμοῖς, καὶ τὸ τῆς ἀμίας <lb/>λαμβάνουσι
							μάλιστα δέλεαρ καὶ τὸ τῶν πιόνων ἰχθύων, <lb/>ὡς χαίροντες ἐν τῇ γεύσει καὶ ἐδωδῇ τοῖς
							τοιούτοις δελέασιν. <lb/>Τῆς δ’ ἀκοῆς καὶ τῆς ὀσφρήσεως οὐδὲν ἔχουσι φανερὸν
							<lb/>αἰσθητήριον· ὃ γὰρ ἄν τισιν εἶναι δόξειε κατὰ τοὺς τόπους <lb/>τῶν μυκτήρων,
							οὐδὲν περαίνει πρὸς τὸν ἐγκέφαλον, ἀλλὰ τὰ μὲν <lb/>τυφλά, τὰ δὲ φέρει μέχρι τῶν
							βραγχίων. Ὅτι δὲ καὶ ἀκούουσι <lb/>καὶ ὀσφραίνονται, φανερόν· τούς τε γὰρ ψόφους
							φεύγοντα <lb/>φαίνεται τοὺς μεγάλους, οἷον τὰς εἰρεσίας τῶν τριήρων, <lb/>ὥστε
							λαμβάνεσθαι ῥᾳδίως ἐν ταῖς θαλάμαις· καὶ γὰρ <lb/>ἂν μικρὸς ᾖ ὁ ἔξω ψόφος, ὅμως τοῖς
							ἐν τῷ ὑγρῷ τὴν ἀκοὴν <lb/>ἔχουσι χαλεπὸς καὶ μέγας καὶ βαρὺς φαίνεται πᾶσιν. Ὃ
							<lb/>συμβαίνει καὶ ἐπὶ τῆς τῶν δελφίνων θήρας· ὅταν γὰρ ἀθρόως <lb/>περικυκλώσωσι τοῖς
							μονοξύλοις, ψοφοῦντες ἐξ αὐτῶν ἐν τῇ <lb/>θαλάττῃ ἀθρόους ποιοῦσιν ἐξοκέλλειν
							φεύγοντας εἰς τὴν <lb/>γῆν, καὶ λαμβάνουσιν ὑπὸ τοῦ ψόφου καρηβαροῦντας. <lb/>Καίτοι
							οὐδ’ οἱ δελφῖνες τῆς ἀκοῆς οὐδὲν φανερὸν ἔχουσιν <lb/>αἰσθητήριον. Ἔτι δ’ ἐν ταῖς
							θήραις τῶν ἰχθύων ὅτι μάλιστα <lb/>εὐλαβοῦνται ψόφον ποιεῖν ἢ κώπης ἢ δικτύων οἱ περὶ
							<lb/>τὴν θήραν ταύτην ὄντες· ἀλλ’ ὅταν κατανοήσωσιν ἔν τινι <lb/>τόπῳ πολλοὺς ἀθρόους
							ὄντας, ἐκ τοσούτου τόπου τεκμαιρόμενοι <lb/>καθιᾶσι τὰ δίκτυα, ὅπως μήτε κώπης μήτε
							τῆς ῥύμης <lb/>τῆς ἁλιάδος ἀφίκηται πρὸς τὸν τόπον ἐκεῖνον ὁ ψόφος· <lb/>παραγγέλλουσί
							τε πᾶσι τοῖς ναύταις ὅτι μάλιστα σιγῇ <lb/>πλεῖν, μέχρι περ ἂν συγκυκλώσωνται. Ἐνίοτε
							δ’ ὅταν <pb n="120"/> βούλωνται συνδραμεῖν, ταὐτὸν ποιοῦσιν ὅπερ ἐπὶ τῆς τῶν
							<lb/>δελφίνων θήρας· ψοφοῦσι γὰρ λίθοις, ἵνα φοβηθέντες <lb/>συνθέωσιν εἰς ταὐτὸ καὶ
							τοῖς δικτύοις οὕτω περιβάλλωνται. <lb/>Καὶ πρὶν μὲν συγκλεῖσαι, καθάπερ εἴρηται,
							κωλύουσι ψοφεῖν, <lb/>ὅταν δὲ κυκλώσωσι, κελεύουσιν ἤδη βοᾶν καὶ ψοφεῖν· τὸν <lb/>γὰρ
							ψόφον καὶ τὸν θόρυβον ἀκούοντες ἐμπίπτουσι διὰ τὸν <lb/>φόβον. Ἔτι δ’ ὅταν ἴδωσιν οἱ
							ἁλιεῖς ἐκ πάνυ πολλοῦ νεμομένους <lb/>ἀθρόους πολλοὺς ἐν ταῖς γαλήναις καὶ εὐδίαις
							ἐπιπολάζοντας, <lb/>καὶ βουληθῶσιν ἰδεῖν τὰ μεγέθη καὶ τί τὸ γένος <lb/>αὐτῶν, ἂν μὲν
							ἀψοφητὶ προσπλεύσωσι, λανθάνουσι καὶ καταλαμβάνουσιν <lb/>ἐπιπολάζοντας ἔτι, ἐὰν δέ
							τις τύχῃ ψοφήσας <lb/>πρότερον, φανεροί εἰσι φεύγοντες. Ἔτι δ’ ἐν τοῖς ποταμοῖς
							<lb/>εἰσὶν ἰχθύδια ἄττα ἃ καλοῦσί τινες κόττους· ταῦτα θηρεύουσί <lb/>τινες διὰ τὸ ὑπὸ
							ταῖς πέτραις ὑποδεδυκέναι κόπτοντες <lb/>τὰς πέτρας λίθοις· τὰ δ’ ἐκπίπτει
							παραφερόμενα ὡς <lb/>ἀκούοντα καὶ καρηβαροῦντα ὑπὸ τοῦ ψόφου. Ὅτι μὲν οὖν
							<lb/>ἀκούουσιν, ἐκ τῶν τοιούτων ἐστὶ φανερόν· εἰσὶ δέ τινες οἵ <lb/>φασι καὶ μάλιστα
							ὀξυηκόους εἶναι τῶν ζῴων τοὺς ἰχθῦς, <lb/>ἐκ τοῦ διατρίβοντας περὶ τὴν θάλατταν
							ἐντυγχάνειν τοιούτοις <lb/>πολλοῖς. Μάλιστα δ’ εἰσὶ τῶν ἰχθύων ὀξυήκοοι κεστρεύς,
							<lb/>χρέμψ, λάβραξ, σάλπη, χρομίς, καὶ ὅσοι ἄλλοι <lb/>τοιοῦτοι τῶν ἰχθύων· οἱ δ’
							ἄλλοι τούτων ἧττον, διὸ μᾶλλον <lb/>πρὸς τῷ ἐδάφει τῆς θαλάττης ποιοῦνται τὰς
							διαγωγάς. <lb/>Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ ὀσφρήσεως ἔχει. Τοῦ τε γὰρ μὴ <lb/>προσφάτου
							δελέατος οὐκ ἐθέλουσιν ἅπτεσθαι οἱ πλεῖστοι <lb/>τῶν ἰχθύων, τοῖς τε δελέασιν οὐ τοῖς
							αὐτοῖς ἁλίσκονται <pb n="121"/> πάντες ἀλλὰ ἰδίοις, διαγινώσκοντες τῷ ὀσφραίνεσθαι·
							ἔνια <lb/>γὰρ δελεάζεται τοῖς δυσώδεσιν, ὥσπερ ἡ σάλπη τῇ κόπρῳ. <lb/>Ἔτι δὲ πολλοὶ
							τῶν ἰχθύων διατρίβουσιν ἐν σπηλαίοις, <lb/>οὓς ἐπειδὰν βούλωνται προκαλέσασθαι πρὸς
							τὴν <lb/>θήραν οἱ ἁλιεῖς, τὸ στόμα τοῦ σπηλαίου περιαλείφουσι <lb/>ταριχηραῖς ὀσμαῖς,
							πρὸς ἃς ἐξέρχονται ταχέως. Ἁλίσκεται <lb/>δὲ καὶ ἡ ἔγχελυς τοῦτον τὸν τρόπον· τιθέασι
							γὰρ <lb/>τῶν ταριχηρῶν τι κεραμίων, ἐνθέντες εἰς τὸ στόμα τοῦ κεραμίου <lb/>τὸν
							καλούμενον ἠθμόν. Καὶ ὅλως δὲ πρὸς τὰ κνισώδη <lb/>πάντες φέρονται μᾶλλον. Καὶ τῶν
							σηπιῶν δὲ τὰ <lb/>σαρκία σταθεύσαντες ἕνεκα τῆς ὀσμῆς δελεάζουσι τούτοις·
							<lb/>προσέρχονται γὰρ μᾶλλον. Τοὺς δὲ πολύπους φασὶν <lb/>ὀπτήσαντες εἰς τοὺς κύρτους
							ἐντιθέναι οὐδενὸς ἄλλου χάριν <lb/>ἢ τῆς κνίσης. Ἔτι δ’ οἱ ῥυάδες ἰχθύες, ὅταν ἐκχυθῇ
							τὸ <lb/>πλύμα τῶν ἰχθύων, ἢ τῆς ἀντλίας ἐκχυθείσης, φεύγουσιν <lb/>ὡς ὀσφραινόμενοι
							τῆς ὀσμῆς αὐτῶν. Καὶ τοῦ αὑτῶν δὲ <lb/>αἵματος ταχὺ ὀσφραίνεσθαί φασιν αὐτούς· δῆλον
							δὲ ποιοῦσι <lb/>φεύγοντες καὶ ἐκτοπίζοντες μακράν, ὅταν γένηται <lb/>αἷμα ἰχθύων. Καὶ
							ὅλως δὲ ἐὰν μὲν σαπρῷ τις δελέατι <lb/>δελεάσῃ τὸν κύρτον, οὐκ ἐθέλουσιν εἰσδύνειν
							οὐδὲ πλησιάζειν, <lb/>ἐὰν δὲ νεαρῷ δελέατι καὶ κεκνισωμένῳ, εὐθὺς φερόμενοι
							<lb/>πόρρωθεν εἰσδύνουσιν. Μάλιστα δὲ φανερόν ἐστι <lb/>περὶ τῶν εἰρημένων ἐπὶ τῶν
							δελφίνων· οὗτοι γὰρ τῆς <lb/>ἀκοῆς αἰσθητήριον μὲν οὐδὲν ἔχουσι φανερόν, ἁλίσκονται
							<lb/>δὲ διὰ τὸ καρηβαρεῖν ὑπὸ τοῦ ψόφου, καθάπερ εἴρηται <pb n="122"/> πρότερον. Οὐδὲ
							δὴ τῆς ὀσφρήσεως αἰσθητήριον οὐδὲν <lb/>ἔχει φανερόν, ὀσφραίνεται δ’ ὀξέως.</p><p>Ὅτι μὲν οὖν πάσας τὰς αἰσθήσεις ταῦτα ἔχει τὰ ζῷα, <lb/>φανερόν· τὰ δὲ λοιπὰ γένη τῶν
							ζῴων ἔστι μὲν τέτταρα <lb/>διῃρημένα εἰς γένη, ἃ περιέχει τὸ πλῆθος τῶν λοιπῶν ζῴων,
							<lb/>τά τε μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα καὶ τὰ ὀστρακόδερμα <lb/>καὶ ἔτι τὰ ἔντομα,
							τούτων δὲ τὰ μὲν μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα <lb/>καὶ τὰ ἔντομα ἔχει πάσας τὰς
							αἰσθήσεις· καὶ <lb/>γὰρ ὄψιν ἔχει καὶ ὄσφρησιν καὶ γεῦσιν. Τά τε γὰρ ἔντομα <lb/>ὄντα
							πόρρω συναισθάνεται, καὶ τὰ πτερωτὰ καὶ τὰ <lb/>ἄπτερα, οἷον αἱ μέλιτται καὶ οἱ κνῖπες
							τοῦ μέλιτος· ἐκ <lb/>πολλοῦ γὰρ αἰσθάνονται ὡς τῇ ὀσμῇ γινώσκοντα. Καὶ <lb/>ὑπὸ τῆς
							τοῦ θείου ὀσμῆς πολλὰ ἀπόλλυται. Ἔτι δ’ οἱ <lb/>μύρμηκες ὑπ’ ὀριγάνου καὶ θείου
							περιπαττομένων λείων ἐκλείπουσι <lb/>τὰς μυρμηκίας, καὶ ἐλαφείου κέρατος θυμιωμένου
							<lb/>τὰ πλεῖστα φεύγει τῶν τοιούτων· μάλιστα δὲ φεύγουσι <lb/>θυμιωμένου τοῦ στύρακος.
							Αἵ τε σηπίαι καὶ οἱ πολύποδες <lb/>καὶ οἱ κάραβοι τοῖς δελέασιν ἁλίσκονται· καὶ οἵ γε
							<lb/>πολύποδες οὕτω μὲν προσέχονται ὥστε μὴ ἀποσπᾶσθαι <lb/>ἀλλ’ ὑπομένειν τεμνόμενοι,
							ἐὰν δέ τις κόνυζαν προσενέγκῃ, <lb/>ἀφιᾶσιν εὐθέως ὀσμώμενοι. Ὁμοίως δὲ καὶ περὶ
							γεύσεως· <lb/>τήν τε γὰρ τροφὴν ἑτέραν διώκουσι, καὶ οὐ τοῖς αὐτοῖς <lb/>πάντα χαίρει
							χυμοῖς, οἷον ἡ μέλιττα πρὸς οὐδὲν προσιζάνει <lb/>σαπρὸν ἀλλὰ πρὸς τὰ γλυκέα, ὁ δὲ
							κώνωψ πρὸς <lb/>οὐδὲν γλυκὺ ἀλλὰ πρὸς τὰ ὀξέα. Τὸ δὲ τῇ ἁφῇ αἰσθάνεσθαι, <pb n="123"/>
							ὅπερ καὶ πρότερον εἴρηται, πᾶσιν ὑπάρχει τοῖς ζῴοις. <lb/>Τὰ δ’ ὀστρακόδερμα ὄσφρησιν
							μὲν καὶ γεῦσιν ἔχει, φανερὸν <lb/>δ’ ἐκ τῶν δελεασμῶν, οἷον ἐπὶ τῆς πορφύρας· αὕτη γὰρ
							<lb/>δελεάζεται τοῖς σαπροῖς, καὶ προσέρχεται πρὸς τὸ τοιοῦτον <lb/>δέλεαρ ὡς αἴσθησιν
							ἔχουσα πόρρωθεν. Καὶ τῶν χυμῶν δὲ <lb/>ὅτι αἴσθησιν ἔχει, φανερὸν ἐκ τῶν αὐτῶν· πρὸς ἃ
							γὰρ διὰ <lb/>τὰς ὀσμὰς προσέρχεται κρίνοντα, τούτων χαίρει καὶ τοῖς <lb/>χυμοῖς
							ἕκαστα. Ἔτι δὲ ὅσα ἔχει στόμα, χαίρει καὶ <lb/>λυπεῖται τῇ τῶν χυμῶν ἅψει. Περὶ δ’
							ὄψεως καὶ ἀκοῆς <lb/>βέβαιον μὲν οὐθέν ἐστιν οὐδὲ λίαν φανερόν, δοκοῦσι δ’ οἵ τε
							<lb/>σωλῆνες, ἄν τις ψοφήσῃ, καταδύεσθαι, καὶ φεύγειν κατωτέρω, <lb/>ὅταν αἴσθωνται τὸ
							σιδήριον προσιόν (ὑπερέχει γὰρ <lb/>αὐτῶν μικρόν, τὸ δ’ ἄλλο ὥσπερ ἐν θαλάμῃ ἐστίν),
							καὶ οἱ <lb/>κτένες, ἐάν τις προσφέρῃ τὸν δάκτυλον, χάσκουσι καὶ συμμύουσιν <lb/>ὡς
							ὁρῶντες. Καὶ τοὺς νηρείτας δ’ οἱ θηρεύοντες <lb/>οὐ κατὰ πνεῦμα προσιόντες θηρεύουσιν,
							ὅταν θηρεύσωσιν <lb/>αὐτοὺς εἰς τὸ δέλεαρ, οὐδὲ φθεγγόμενοι ἀλλὰ σιωπῶντες <lb/>ὡς
							ὀσφραινομένων καὶ ἀκουόντων· ἐὰν δὲ φθέγγωνται, <lb/>φασὶν ὑποφεύγειν αὐτούς. Ἥκιστα
							δὲ τὴν ὄσφρησιν τῶν <lb/>ὀστρακοδέρμων φαίνεται ἔχειν τῶν μὲν πορευτικῶν ἐχῖνος,
							<lb/>τῶν δ’ ἀκινήτων τήθυα καὶ βάλανοι.</p><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν αἰσθητηρίων τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον <lb/>τοῖς ζῴοις πᾶσιν, περὶ δὲ
							φωνῆς τῶν ζῴων ὧδ’ ἔχει. </p></div></div></div></body></text></TEI>