<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="7"><p>περὶ δὲ τῶν ἐντόμων λεκτέον τὸν αὐτὸν <pb n="115"/> τρόπον. Ἔστι δὲ τὸ γένος τοῦτο
							πολλὰ ἔχον εἴδη ἐν <lb/>αὑτῷ, καὶ ἐνίοις πρὸς ἄλληλα συγγενικοῖς οὖσιν οὐκ ἐπέζευκται
							<lb/>κοινὸν ὄνομα οὐδέν, οἷον ἐπὶ μελίττῃ καὶ ἀνθρήνῃ <lb/>καὶ σφηκὶ καὶ τοῖς
							τοιούτοις, καὶ πάλιν ὅσα τὸ πτερὸν ἔχει <lb/>ἐν κολεῷ, οἷον μηλολόνθη καὶ κάραβος καὶ
							κανθαρὶς καὶ ὅσα <lb/>τοιαῦτα. Πάντων μὲν οὖν κοινὰ μέρη ἐστὶ τρία, κεφαλή τε <lb/>καὶ
							τὸ περὶ τὴν κοιλίαν κύτος καὶ τρίτον τὸ μεταξὺ τούτων, <lb/>οἷον τοῖς ἄλλοις τὸ στῆθος
							καὶ τὸ νῶτον ἐστίν. Τοῦτο <lb/>δὲ τοῖς μὲν πολλοῖς ἕν ἐστιν· ὅσα δὲ μακρὰ καὶ
							πολύποδα, <lb/>σχεδὸν ἴσα ταῖς ἐντομαῖς ἔχει τὰ μεταξύ. Πάντα δ’ ἔχει <lb/>διαιρούμενα
							ζωὴν τὰ ἔντομα, πλὴν ὅσα ἢ λίαν κατέψυκται <lb/>ἢ διὰ μικρότητα ταχὺ καταψύχεται, ἐπεὶ
							καὶ οἱ σφῆκες <lb/>διαιρεθέντες ζῶσιν. Μετὰ μὲν οὖν τοῦ μέσου καὶ ἡ κεφαλὴ <lb/>καὶ ἡ
							κοιλία ζῇ, ἄνευ δὲ τούτου ἡ κεφαλὴ οὐ ζῇ. Ὅσα δὲ <lb/>μακρὰ καὶ πολύποδά ἐστι, πολὺν
							χρόνον ζῇ διαιρούμενα, καὶ <lb/>κινεῖται τὸ ἀποτμηθὲν ἐπ’ ἀμφότερα τὰ ἔσχατα· καὶ γὰρ
							<lb/>ἐπὶ τὴν τομὴν πορεύεται καὶ ἐπὶ τὴν οὐράν, οἷον ἡ καλουμένη <lb/>σκολόπενδρα.
							Ἔχει δ’ ὀφθαλμοὺς μὲν ἅπαντα, ἄλλο δ’ αἰσθητήριον <lb/>οὐδὲν φανερόν, πλὴν ἔνια οἷον
							γλῶτταν· ἣν καὶ <lb/>τὰ ὀστρακόδερμα ἔχει πάντα, ᾗ καὶ γεύεται καὶ εἰς αὐτὸ <lb/>τὴν
							τροφὴν ἀνασπᾷ. Τοῦτο δὲ τοῖς μὲν μαλακόν ἐστι, <lb/>τοῖς δ’ ἔχει ἰσχὺν πολλήν, ὥσπερ
							ταῖς πορφύραις. Καὶ οἱ <lb/>μύωπες δὲ καὶ οἱ οἶστροι ἰσχυρὸν τοῦτ’ ἔχουσι, καὶ τἆλλα
							<lb/>σχεδὸν τὰ πλεῖστα· ἐν πᾶσι γὰρ τοῖς μὴ ὀπισθοκέντροις <lb/>τοῦτο ὥσπερ ὅπλον ἔχει
							ἕκαστον. Ὅσα δ’ ἔχει τοῦτο, ὀδόντας <lb/>οὐκ ἔχει, ἔξω ὀλίγων τινῶν, ἐπεὶ καὶ αἱ μυῖαι
							τούτῳ <lb/>θιγγάνουσαι αἱματίζουσι καὶ οἱ κώνωπες τούτῳ κεντοῦσιν. <pb n="116"/>
							Ἔχουσι δ’ ἔνια τῶν ἐντόμων καὶ κέντρα. Τὸ δὲ κέντρον τὰ <lb/>μὲν ἔχει ἐν αὑτοῖς, οἷον
							αἱ μέλιτται καὶ οἱ σφῆκες, τὰ δ’ ἐκτός, <lb/>οἷον σκορπίος· καὶ μόνον δὴ τῶν ἐντόμων
							τοῦτο μακρόκεντρόν <lb/>ἐστιν. Ἔτι δὲ χηλὰς ἔχει τοῦτό τε καὶ τὸ ἐν <lb/>τοῖς βιβλίοις
							γινόμενον σκορπιῶδες. Τὰ δὲ πτηνὰ αὐτῶν <lb/>πρὸς τοῖς ἄλλοις μορίοις καὶ πτερὰ ἔχει.
							Ἔστι δὲ τὰ μὲν <lb/>δίπτερα αὐτῶν, ὥσπερ αἱ μυῖαι, τὰ δὲ τετράπτερα, ὥσπερ αἱ
							<lb/>μέλιτται· οὐθὲν δ’ ἐστὶν ὀπισθόκεντρον δίπτερον μόνον. <lb/>Ἔτι δὲ τὰ μὲν ἔχει
							τῶν πτηνῶν ἔλυτρον τοῖς πτεροῖς, ὥσπερ <lb/>ἡ μηλολόνθη, τὰ δ’ ἀνέλυτρά ἐστιν, ὥσπερ ἡ
							μέλιττα· <lb/>ἀνορροπύγιος δὲ ἡ πτῆσις αὐτῶν πάντων ἐστί, καὶ τὸ <lb/>πτερὸν οὐκ ἔχει
							καυλὸν οὐδὲ σχίσιν. Ἔτι κεραίας πρὸ τῶν <lb/>ὀμμάτων ἔχει ἔνια, οἷον αἵ τε ψυχαὶ καὶ
							οἱ κάραβοι. <lb/>Ὅσα δὲ πηδητικὰ αὐτῶν ἐστί, τούτων τὰ μὲν ἔχει τὰ ὄπισθεν <lb/>σκέλη
							μείζω, τὰ δὲ πηδάλια καμπτόμενα εἰς τοὔπισθεν ὥσπερ <lb/>τὰ τῶν τετραπόδων σκέλη.
							Πάντα δ’ ἔχει τὰ πρανῆ <lb/>πρὸς τὰ ὕπτια διάφορα, ὥσπερ καὶ τἆλλα ζῷα. Ἡ δὲ <lb/>τοῦ
							σώματος σὰρξ οὔτε ὀστρακώδης ἐστὶν οὔθ’ οἷον τὸ ἐντὸς <lb/>τῶν ὀστρακωδῶν, οὕτω
							σαρκώδης, ἀλλὰ μεταξύ. Διὸ καὶ <lb/>οὔτ’ ἄκανθαν ἔχουσιν οὔτ’ ὀστοῦν οὔθ’ οἷον σήπιον
							οὔτε <lb/>κύκλῳ ὄστρακον· αὐτὸ γὰρ αὑτὸ τὸ σῶμα διὰ τὴν σκληρότητα <lb/>σώζει, καὶ οὐ
							προσδεῖται ἑτέρου ἐρείσματος. Δέρμα δ’ <lb/>ἔχουσι μέν, πάμπαν δὲ τοῦτο λεπτόν. Τὰ μὲν
							οὖν ἔξωθεν <lb/>αὐτῶν μόρια ταῦτα καὶ τοιαῦτ’ ἐστίν, ἐντὸς δὲ εὐθὺς μετὰ <lb/>τὸ στόμα
							ἔντερον τοῖς μὲν πλείστοις εὐθὺ καὶ ἁπλοῦν μέχρι <lb/>τῆς ἐξόδου ἐστίν, ὀλίγοις δ’
							ἑλιγμὸν ἔχει. Σπλάγχον δ’ <lb/>οὐδὲν ἔχει τῶν τοιούτων οὐδὲ πιμελήν, ὥσπερ οὐδ’ ἄλλο
							τῶν <pb n="117"/> ἀναίμων οὐδέν. Ἔνια δ’ ἔχει καὶ κοιλίαν, καὶ ἀπὸ ταύτης <lb/>τὸ
							λοιπὸν ἔντερον ἢ ἁπλοῦν ἢ εἱλιγμένον, ὥσπερ αἱ ἀκρίδες. <lb/>Ὁ δὲ τέττιξ μόνον τῶν
							τοιούτων καὶ τῶν ἄλλων ζῴων <lb/>στόμα οὐκ ἔχει, ἀλλ’ οἷον τοῖς ὀπισθοκέντροις τὸ
							γλωττοειδές, <lb/>τοῦτο μακρὸν καὶ συμφυὲς καὶ ἀδιάσχιστον, δι’ οὗ <lb/>τῇ δρόσῳ
							τρέφεται μόνον· ἐν δὲ τῇ κοιλίᾳ οὐκ ἴσχει περίττωμα. <lb/>Ἔστι δ’ αὐτῶν πλείω εἴδη,
							καὶ διαφέρουσι μεγέθει <lb/>καὶ μικρότητι καὶ τῷ τοὺς μὲν καλουμένους ἀχέτας ὑπὸ τὸ
							<lb/>διάζωμα διῃρῆσθαι καὶ ἔχειν ὑμένα φανερόν, τὰ δὲ τεττιγόνια <lb/>μὴ ἔχειν.</p><p>Ἔστι δ’ ἔνια ζῷα περιττὰ καὶ ἐν τῇ θαλάττῃ, ἃ διὰ τὸ <lb/>σπάνια εἶναι οὐκ ἔστι
							θεῖναι εἰς γένος. Ἤδη γάρ φασί τινες <lb/>τῶν ἐμπειρικῶν ἁλιέων οἱ μὲν ἑωρακέναι ἐν τῇ
							θαλάττῃ <lb/>ὅμοια δοκίοις, μέλανα, στρογγύλα τε καὶ ἰσοπαχῆ· <lb/>ἕτερα δὲ καὶ
							ἀσπίσιν ὅμοια, τὸ μὲν χρῶμα ἐρυθρά, πτερύγια <lb/>δ’ ἔχοντα πυκνά· καὶ ἄλλα ὅμοια
							αἰδοίῳ ἀνδρὸς τό <lb/>τε εἶδος καὶ τὸ μέγεθος, πλὴν ἀντὶ τῶν ὄρχεων πτερύγια
							<lb/>ἔχειν δύο, καὶ λαβέσθαι ποτὲ τοιοῦτον τοῦ πολυαγκίστρου <lb/>τῷ ἄκρῳ.</p><p>Τὰ μὲν οὖν μέρη τῶν ζῴων πάντων τά τ’ ἐντὸς καὶ τὰ <lb/>ἐκτὸς περὶ ἕκαστον γένος καὶ
							ἰδίᾳ καὶ κοινῇ τοῦτον ἔχει τὸν <lb/>τρόπον. </p></div></div></div></body></text></TEI>