<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="6"><p>Τὰ δὲ καλούμενα τήθυα τούτων πάντων ἔχει τὴν φύσιν <lb/>περιττοτάτην. Κέκρυπται γὰρ
							αὐτῶν μόνων τὸ σῶμα ἐν τῷ <lb/>ὀστράκῳ πᾶν, τὸ δ’ ὄστρακόν ἐστι μεταξὺ δέρματος καὶ
							<lb/>ὀστράκου, διὸ καὶ τέμνεται ὥσπερ βύρσα σκληρά. Προσπέφυκε <lb/>μὲν οὖν ταῖς
							πέτραις τῷ ὀστράκῳ, δύο δ’ ἔχει πόρους <lb/>ἀπέχοντας ἀπ’ ἀλλήλων, πάμπαν μικροὺς καὶ
							οὐ ῥᾳδίους <lb/>ἰδεῖν, ᾗ ἀφίησι καὶ δέχεται τὸ ὑγρόν· περίττωμα γὰρ οὐδὲν <lb/>ἔχει
							φανερόν, ὥσπερ τῶν ἄλλων ὀστρέων τὰ μὲν ὥσπερ <lb/>ἐχῖνος, τὰ δὲ τὴν καλουμένην
							μήκωνα. Ἀνοιχθέντα δ’ ἔσωθεν <lb/>πρῶτον μὲν ὑμένα ἔχει νευρώδη περὶ τὸ ὀστρακῶδες· ἐν
							δὲ <lb/>τούτῳ αὐτό ἐστι τὸ σαρκῶδες τοῦ τηθύου, οὐδενὶ ὅμοιον <lb/>τῶν ἄλλων· αὐτὴ
							μέντοι ἡ σὰρξ πᾶσιν ὁμοία. Προσπέφυκε <lb/>δὲ τοῦτο κατὰ δύο τόπους τῷ ὑμένι καὶ τῷ
							δέρματι ἐκ πλαγίου· <lb/>καὶ ᾗ προσπέφυκε, ταύτῃ ἐστὶ στενώτερον ἐφ’ ἑκάτερα, <lb/>οἷς
							τείνει πρὸς τοὺς πόρους τοὺς ἔξω διὰ τοῦ ὀστράκου <lb/>φέροντας, ᾗ ἀφίησι καὶ δέχεται
							τὴν τροφὴν καὶ τὸ ὑγρόν, <lb/>ὡς ἂν εἰ τὸ μὲν στόμα εἴη, τὸ δὲ τῇ περιττώσει ἔξοδος·
							καὶ <lb/>ἔστιν αὐτῶν τὸ μὲν παχύτερον τὸ δὲ λεπτότερον. Ἔσω δὲ <lb/>κοῖλον ἐφ’
							ἑκάτερα, καὶ διείργει μικρόν τι συνεχές· ἐν θατέρῳ <lb/>δὲ τῶν κοίλων ἡ ὑγρότης
							ἐγγίνεται. Ἄλλο δ’ οὐδὲν <pb n="114"/> ἔχει μόριον οὔτε ὀργανικὸν οὔτε αἰσθητήριον,
							οὔτε, ὥσπερ <lb/>ἐλέχθη πρότερον ἐν τοῖς ἄλλοις, τὸ περιττωματικόν. Χρῶμα <lb/>δὲ τοῦ
							τηθύου ἐστὶ τὸ μὲν ὠχρὸν τὸ δ’ ἐρυθρόν.</p><p>Ἔστι δὲ καὶ τὸ τῶν ἀκαληφῶν γένος ἴδιον· προσπέφυκε <lb/>μὲν γὰρ ταῖς πέτραις ὥσπερ
							ἔνια τῶν ὀστρακοδέρμων, <lb/>ἀπολύεται δ’ ἐνίοτε. Οὐκ ἔχει δ’ ὄστρακον, ἀλλὰ σαρκῶδες
							<lb/>τὸ σῶμα πᾶν ἐστὶν αὐτῆς. Αἰσθάνεται δὲ καὶ συναρπάζει <lb/>προσφερομένης τῆς
							χειρὸς καὶ προσέχεται, καθάπερ ὁ πολύπους <lb/>ταῖς πλεκτάναις, οὕτως ὥστε τὴν σάρκα
							ἐπανοιδεῖν. <lb/>Ἔχει δὲ τὸ στόμα ἐν μέσῳ, καὶ ζῇ ἀπὸ τῆς πέτρας ὥσπερ <lb/>ἀπ’
							ὀστρέου. Κἄν τι προσπέσῃ τῶν μικρῶν ἰχθυδίων, <lb/>ἀντέχεται ὥσπερ τῆς χειρός· οὕτω
							κἄν τι προσπέσῃ αὐτῇ <lb/>ἐδώδιμον, κατεσθίει. Καὶ ἀπολύεται δὲ γένος τι αὐτῶν, ὃ
							<lb/>ἐάν τι προσπέσῃ κατεσθίει καὶ ἐχίνους καὶ κτένας. Περίττωμα <lb/>δὲ οὐδὲν
							παντελῶς φαίνεται ἔχουσα, ἀλλ’ ὁμοία <lb/>κατὰ τοῦτο τοῖς φυτοῖς ἐστίν. Γένη δὲ τῶν
							ἀκαληφῶν <lb/>ἐστὶ δύο, αἱ μὲν ἐλάττους καὶ ἐδώδιμοι μᾶλλον, αἱ δὲ μεγάλαι <lb/>καὶ
							σκληραί, οἷαι γίνονται καὶ περὶ Χαλκίδα. Τοῦ μὲν <lb/>οὖν χειμῶνος τὴν σάρκα στιφρὰν
							ἔχουσι (διὸ καὶ θηρεύονται <lb/>καὶ ἐδώδιμοί εἰσι), τοῦ δὲ θέρους ἀπόλλυνται· γίνονται
							γὰρ <lb/>μαδαραί, καὶ ἄν τις θίγῃ, διασπῶνται ταχέως καὶ ὅλαι οὐ <lb/>δύνανται
							ἀφαιρεῖσθαι, πονοῦσαί τε ταῖς ἀλέαις εἰς τὰς <lb/>πέτρας εἰσδύονται μᾶλλον.</p><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν μαλακίων καὶ τῶν μαλακοστράκων <lb/>καὶ τῶν ὀστρακοδέρμων, ὅσα τε
							ἔχουσιν ἐκτὸς μέρη καὶ <lb/>ὅσα ἐντός, εἴρηται· </p></div></div></div></body></text></TEI>