<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="2"><p>Τῶν δὲ μαλακοστράκων ἓν μέν ἐστι γένος τὸ τῶν καράβων, <lb/>καὶ τούτῳ παραπλήσιον
							ἕτερον τὸ τῶν καλουμένων <lb/>ἀστακῶν· οὗτοι δὲ διαφέρουσι τῶν καράβων τῷ ἔχειν χηλὰς
							<lb/>καὶ ἄλλας τινὰς διαφορὰς οὐ πολλάς. Ἓν δὲ τὸ τῶν καρίδων, <pb n="99"/> καὶ ἄλλο
							τὸ τῶν καρκίνων. Γένη δὲ πλείω τῶν καρίδων <lb/>ἐστὶ καὶ τῶν καρκίνων, τῶν μὲν καρίδων
							αἵ τε κυφαὶ <lb/>καὶ αἱ κράγγονες καὶ τὸ μικρὸν γένος (αὗται γὰρ οὐ γίνονται
							<lb/>μείζους), τῶν δὲ καρκίνων παντοδαπώτερον τὸ γένος καὶ <lb/>οὐκ εὐαρίθμητον.
							Μέγιστον μὲν οὖν ἐστὶν ἃς καλοῦσι μαίας, <lb/>δεύτερον δὲ οἵ τε πάγουροι καὶ οἱ
							Ἡρακλεωτικοὶ καρκίνοι, <lb/>ἔτι δ’ οἱ ποτάμιοι· οἱ δ’ ἄλλοι ἐλάττους καὶ ἀνωνυμώτεροι.
							<lb/>Περὶ δὲ τὴν Φοινίκην γίνονται ἐν τῷ αἰγιαλῷ οὓς καλοῦσιν <lb/>ἱππεῖς διὰ τὸ οὕτως
							ταχέως θεῖν ὥστε μὴ ῥᾴδιον εἶναι καταλαβεῖν· <lb/>ἀνοιχθέντες δὲ κενοὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν
							νομήν. Ἔστι <lb/>δὲ καὶ ἕτερον γένος μικρὸν μὲν ὥσπερ οἱ καρκίνοι, τὸ δὲ εἶδος
							<lb/>ὅμοιον τοῖς ἀστακοῖς. Πάντα μὲν οὖν ταῦτα, καθάπερ <lb/>εἴρηται πρότερον, τὸ μὲν
							στερεὸν καὶ ὀστρακῶδες ἐκτὸς ἔχει <lb/>ἐν τῇ χώρᾳ τῇ τοῦ δέρματος, τὸ δὲ σαρκῶδες
							ἐντός, τὰ δ’ ἐν <lb/>τοῖς ὑπτίοις πλακωδέστερα, εἰς ἃ καὶ ἐκτίκτουσιν αἱ θήλειαι.
							<lb/>Πόδας δ’ οἱ μὲν κάραβοι ἐφ’ ἑκάτερα ἔχουσι πέντε σὺν ταῖς <lb/>ἐσχάταις χηλαῖς·
							ὁμοίως δὲ καὶ οἱ καρκίνοι δέκα τοὺς πάντας <lb/>σὺν ταῖς χηλαῖς. Τῶν δὲ καρίδων αἱ μὲν
							κυφαὶ πέντε μὲν <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα ἔχουσιν, ὀξεῖς τοὺς πρὸς τῇ κεφαλῇ, ἄλλους δὲ
							<lb/>πέντε ἐφ’ ἑκάτερα κατὰ τὴν γαστέρα, τὰ ἄκρα ἔχοντας <lb/>πλατέα· πλάκας δ’ ἐν
							τοῖς ὑπτίοις οὐκ ἔχουσι, τὰ δ’ ἐν τοῖς <lb/>πρανέσιν ὅμοια τοῖς καράβοις. Ἡ δὲ κραγγὼν
							τὸ ἀνάπαλιν· <lb/>τοὺς πρώτους γὰρ ἔχει τέτταρας ἐφ’ ἑκάτερα, εἶτ’ <lb/>ἄλλους
							ἐχομένους λεπτοὺς τρεῖς ἐφ’ ἑκάτερα, τὸ δὲ λοιπὸν <lb/>πλεῖον μόριον τοῦ σώματος ἄπουν
							ἐστίν. Κάμπτονται δ’ οἱ <lb/>μὲν πόδες πάντων εἰς τὸ πλάγιον, ὥσπερ καὶ τῶν ἐντόμων,
							<lb/>αἱ δὲ χηλαί, ὅσα ἔχει χηλάς, εἰς τὸ ἐντός. Ἔχει δ’ ὁ κάραβος <lb/>καὶ κέρκον,
							πτερύγια δὲ πέντε· καὶ ἡ καρὶς ἡ κυφὴ <lb/>τὴν οὐρὰν καὶ πτερύγια τέτταρα. Ἔχει δὲ καὶ
							ἡ κραγγὼν <pb n="100"/> πτερύγια ἐφ’ ἑκάτερα ἐν τῇ οὐρᾷ· τὸ δὲ μέσον αὐτῶν ἀμφότεραι
							<lb/>ἀκανθῶδες, πλὴν αὗται μὲν πλατύ, ἡ δὲ κυφὴ ὀξύ. <lb/>Ὁ δὲ καρκίνος μόνος τῶν
							τοιούτων ἀνορροπύγιον· καὶ τὸ <lb/>σῶμα τὸ μὲν τῶν καρίδων καὶ τῶν καράβων πρόμηκες,
							τὸ <lb/>δὲ τῶν καρκίνων στρογγύλον. Διαφέρει δ’ ὁ κάραβος ὁ ἄρρην <lb/>τῆς θηλείας·
							τῆς μὲν γὰρ θηλείας ὁ πρῶτος ποὺς δίκρους <lb/>ἐστί, τοῦ δ’ ἄρρενος μῶνυξ, καὶ τὰ
							πτερύγια τὰ ἐν τῷ ὑπτίῳ <lb/>ἡ μὲν θήλεια μεγάλα ἔχει καὶ ἐπαλλάττοντα πρὸς τῷ
							<lb/>τραχήλῳ, ὁ δ’ ἄρρην ἐλάττω καὶ οὐκ ἐπαλλάττοντα· ἔτι <lb/>τοῦ μὲν ἄρρενος ἐν τοῖς
							τελευταίοις ποσὶ μεγάλα καὶ ὀξέα <lb/>ἐστὶν ὥσπερ πλῆκτρα, τῆς δὲ θηλείας ταῦτα μικρὰ
							καὶ λεῖα. <lb/>Ὁμοίως δ’ ἔχουσιν ἀμφότερα κεραίας δύο πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν <lb/>μεγάλας
							καὶ τραχείας, καὶ ἄλλα κεράτια μικρὰ ὑποκάτω <lb/>λεῖα. Τὰ δ’ ὄμματα πάντων τούτων
							ἐστὶ σκληρόφθαλμα, <lb/>καὶ κινεῖται καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς καὶ εἰς τὸ πλάγιον· ὁμοίως
							<lb/>δὲ καὶ τοῖς καρκίνοις τοῖς πλείστοις, καὶ ἔτι μᾶλλον. Ὁ δ’ <lb/>ἀστακὸς τὸ μὲν
							ὅλον ὑπόλευκον ἔχει τὸ χρῶμα, μέλανι δὲ <lb/>διαπεπασμένον. Ἔχει δὲ τοὺς μὲν ὑποκάτω
							πόδας τοὺς <lb/>ἄχρι τῶν μεγάλων ὀκτώ, μετὰ δὲ ταῦτα τοὺς μεγάλους πολλῷ <lb/>μείζους
							καὶ ἐξ ἄκρου πλατυτέρους ἢ ὁ κάραβος, ἀνωμάλους <lb/>δ’ αὐτούς· ὁ μὲν γὰρ δεξιὸς τὸ
							πλατὺ τὸ ἔσχατον <lb/>πρόμηκες ἔχει καὶ λεπτόν, ὁ δ’ ἀριστερὸς παχὺ καὶ στρογγύλον.
							<lb/>Ἐξ ἄκρου δ’ ἑκάτερος ἐσχισμένος ὥσπερ σιαγὼν <lb/>ὀδόντας ἔχων καὶ κάτωθεν καὶ
							ἄνωθεν, πλὴν ὁ μὲν δεξιὸς <lb/>μικροὺς ἅπαντας καὶ καρχαρόδοντας, ὁ δ’ ἀριστερὸς ἐξ
							<lb/>ἄκρου μὲν καρχαρόδοντας, τοὺς δ’ ἐντὸς ὥσπερ γομφίους, <pb n="101"/> ἐκ μὲν τοῦ
							κάτω μέρους τέτταρας καὶ συνεχεῖς, ἄνωθεν <lb/>δὲ τρεῖς καὶ οὐ συνεχεῖς. Κινοῦσι δὲ τὸ
							ἄνω μέρος ἀμφότεροι, <lb/>καὶ προσπιέζουσι πρὸς τὸ κάτω· βλαισοὶ δ’ ἀμφότεροι <lb/>τῇ
							θέσει, καθάπερ πρὸς τὸ λαβεῖν καὶ πιέσαι πεφυκότες. <lb/>Ἐπάνω δὲ τῶν μεγάλων ἄλλοι
							δύο δασεῖς, μικρὸν <lb/>ὑποκάτω τοῦ στόματος, καὶ ὑποκάτω τούτων τὰ βραγχιώδη <lb/>τὰ
							περὶ τὸ στόμα, δασέα καὶ πολλά. Ταῦτα δ’ ἀεὶ <lb/>διατελεῖ κινῶν· κάμπτει δὲ καὶ
							προσάγεται τοὺς δύο πόδας <lb/>πρὸς τὸ στόμα τοὺς δασεῖς. Ἔχουσι δὲ καὶ παραφυάδας
							<lb/>λεπτὰς οἱ πρὸς τῷ στόματι πόδες. Ὀδόντας δ’ ἔχει δύο καθάπερ <lb/>ὁ κάραβος,
							ἐπάνω δὲ τούτων τὰ κέρατα μακρά, βραχύτερα <lb/>δὲ καὶ λεπτότερα πολὺ ἢ ὁ κάραβος, καὶ
							ἄλλα <lb/>τέτταρα τὴν μὲν μορφὴν ὅμοια τούτοις, βραχύτερα δὲ καὶ <lb/>λεπτότερα.
							Τούτων δ’ ἐπάνω τοὺς ὀφθαλμοὺς μικροὺς καὶ <lb/>βραχεῖς, οὐχ ὥσπερ ὁ κάραβος μεγάλους.
							Τὸ δ’ ἐπάνω τῶν <lb/>ὀφθαλμῶν ὀξὺ καὶ τραχύ, καθαπερανεὶ μέτωπον, μεῖζον <lb/>ἢ ὁ
							κάραβος. Ὅλως δὲ τὸ μὲν πρόσωπον ὀξύτερον, τὸν δὲ <lb/>θώρακα εὐρύτερον ἔχει πολὺ τοῦ
							καράβου, καὶ τὸ ὅλον σῶμα <lb/>σαρκωδέστερον καὶ μαλακώτερον. Τῶν δ’ ὀκτὼ ποδῶν οἱ
							<lb/>μὲν τέτταρες ἐξ ἄκρου δίκροοί εἰσιν, οἱ δὲ τέτταρες οὔ. Τὰ <lb/>δὲ περὶ τὸν
							τράχηλον καλούμενον διῄρηται μὲν ἔξωθεν πενταχῇ, <lb/>καὶ ἕκτον ἐστὶ τὸ πλατὺ καὶ
							ἔσχατον, πέντε πλάκας <lb/>ἔχον· τὰ δ’ ἐντός, εἰς ἃ προεντίκτουσιν αἱ θήλειαι, δασέα
							<lb/>τέτταρα. Καθ’ ἕκαστον δὲ τῶν εἰρμηένων πρὸς τὰ ἔξω ἄκανθαν <lb/>ἔχει βραχεῖαν καὶ
							ὀρθήν. Τὸ δ’ ὅλον σῶμα καὶ τὰ περὶ <lb/>τὸν θώρακα λεῖα ἔχει, οὐχ ὥσπερ ὁ κάραβος
							τραχύς· <pb n="102"/> ἀλλ’ ἐν τοῖς μεγάλοις ποσὶ τὰ ἔξωθεν ἀκάνθας ἔχει μείζους.
							<lb/>Τῆς δὲ θηλείας πρὸς τὸν ἄρρενα οὐδεμία διαφορὰ φαίνεται· <lb/>καὶ γὰρ ὁ ἄρρην καὶ
							ἡ θήλεια ὁποτέραν ἂν τύχῃ τῶν χηλῶν <lb/>ἔχουσι μείζω, ἴσας μέντοι ἀμφοτέρας οὐδέτερος
							οὐδέποτε. <lb/>Τὴν δὲ θάλατταν δέχονται μὲν παρὰ τὸ στόμα πάντα <lb/>τὰ τοιαῦτα,
							ἀφιᾶσι δ’ ἐπιλαμβάνοντα μικρὸν τούτου <lb/>μόριον οἱ καρκίνοι, οἱ δὲ κάραβοι παρὰ τὰ
							βραγχιοειδῆ· <lb/>ἔχουσι δὲ τὰ βραγχιοειδῆ πολλὰ οἱ κάραβοι. Κοινὸν δὲ <lb/>πάντων
							τούτων ἐστίν· ὀδόντας τε πάντ’ ἔχει δύο (καὶ γὰρ <lb/>οἱ κάραβοι τοὺς πρώτους δύο
							ἔχουσι) καὶ τὸ στόμα σαρκωδέστερον <lb/>ἀντὶ γλώττης, εἶτα κοιλίαν τοῦ στόματος
							ἐχομένην <lb/>εὐθύς, πλὴν οἱ κάραβοι μικρὸν στόμαχον πρὸ τῆς κοιλίας, <lb/>εἶτ’ ἐκ
							ταύτης ἔντερον εὐθύ. Τελευτᾷ δὲ τοῦτο τοῖς μὲν καραβοειδέσι <lb/>καὶ καρίσι κατ’
							εὐθυωρίαν πρὸς τὴν οὐράν, ᾗ τὸ <lb/>περίττωμα ἀφιᾶσι καὶ τὰ ᾠὰ ἐκτίκτουσιν, τοῖς δὲ
							καρκίνοις, <lb/>ᾗ τὸ ἐπίπτυγμα ἔχουσι, κατὰ μέσον τὸ ἐπίπτυγμα. <lb/>Ἐκτὸς δὲ καὶ
							οὗτοι, ᾗ τὰ ᾠὰ ἐκτίκτουσιν. Ἔτι τὰ θήλεα <lb/>αὐτῶν παρὰ τὸ ἔντερον τὴν τὸν ᾠῶν χώραν
							ἔχουσιν. Καὶ <lb/>τὴν καλουμένην δὲ μύτιν ἢ μήκωνα πλείω ἢ ἐλάττω πάντ’ <lb/>ἔχει
							ταῦτα. Τὰς δὲ ἰδίας ἤδη διαφορὰς καθ’ ἕκαστον δεῖ θεωρεῖν. <lb/>Οἱ μὲν οὖν κάραβοι,
							ὥσπερ εἴρηται, δύο ἔχουσιν ὀδόντας <lb/>μεγάλους καὶ κοίλους, ἐν οἷς ἔνεστι χυμὸς
							ὅμοιος τῇ <lb/>μύτιδι, μεταξὺ δὲ τῶν ὀδόντων σαρκίον γλωττοειδές. Ἀπὸ <lb/>δὲ τοῦ
							στόματος ἔχει οἰσοφάγον βραχὺν καὶ κοιλίαν τούτου <lb/>ἐχομένην ὑμενώδη, ἧς πρὸς τῷ
							στόματι ὀδόντες εἰσὶ τρεῖς, οἱ <lb/>μὲν δύο κατ’ ἀλλήλους, ὁ δὲ εἷς ὑποκάτω. Τῆς δὲ
							κοιλίας <lb/>ἐκ τοῦ πλαγίου ἔντερόν ἐστιν ἁπλοῦν καὶ ἰσοπαχὲς δι’ <pb n="103"/> ὅλου
							μέχρι πρὸς τὴν ἔξοδον τοῦ περιττώματος. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν πάντα ἔχουσι καὶ οἱ κάραβοι
							καὶ αἱ καρίδες καὶ οἱ <lb/>καρκίνοι· καὶ γὰρ ὀδόντας δύο ἔχουσιν οἱ καρκίνοι. Ἔτι
							<lb/>δ’ οἵ γε κάραβοι πόρον ἔχουσι ἀπὸ τοῦ στήθους ἠρτημένον <lb/>μέχρι πρὸς τὴν
							ἔξοδον τοῦ περιττώματος· οὗτος δ’ ἐστὶ τῇ <lb/>μὲν θηλείᾳ ὑστερικός, τῷ δ’ ἄρρενι
							θορικός. Ἔστι δ’ ὁ πόρος <lb/>οὗτος πρὸς τῷ κοίλῳ τῆς σαρκός, ὥστε μεταξὺ εἶναι τὴν
							<lb/>σάρκα· τὸ μὲν γὰρ ἔντερον πρὸς τῷ κυρτῷ ἐστίν, ὁ δὲ πόρος <lb/>πρὸς τῷ κοίλῳ,
							ὁμοίως ἔχοντα ταῦτα ὥσπερ τοῖς τετράποσιν. <lb/>Διαφέρει δ’ οὐθὲν ὁ τοῦ ἄρρενος ἢ τῆς
							θηλείας· <lb/>ἀμφότεροι γάρ εἰσι λεπτοὶ καὶ λευκοὶ καὶ ὑγρότητα ἔχοντες <lb/>ἐν αὑτοῖς
							ὠχράν, ἔτι δ’ ἠρτημένοι ἀμφότεροι ἐκ τοῦ στήθους. <lb/>Ἔχουσι δ’ οὕτω τὸ ᾠὸν καὶ αἱ
							καρίδες καὶ τὰς ἑλίκας. <lb/>Ἴδια δ’ ἔχει ὁ ἄρρην πρὸς τὴν θήλειαν ἐν τῇ σαρκὶ κατὰ τὸ
							<lb/>στῆθος δύο λεύκ’ ἄττα καθ’ αὑτά, ὅμοια τὸ χρῶμα καὶ τὴν <lb/>σύστασιν ταῖς τῆς
							σηπίας προβοσκίσιν· εἱλιγμένα δ’ ἐστὶ <lb/>ταῦτα ὥσπερ ἡ τοῦ κήρυκος μήκων. Ἡ δ’ ἀρχὴ
							τούτων <lb/>ἐστὶν ἀπὸ τῶν κοτυληδόνων, αἵ εἰσιν ὑποκάτω τῶν ἐσχάτων <lb/>ποδῶν. Ἔχει
							δὲ καὶ ἐν τούτῳ σάρκα ἐρυθρὰν καὶ αἱματώδη <lb/>τὴν χρόαν, τῇ δ’ ἁφῇ γλίσχραν καὶ οὐχ
							ὁμοίαν τῇ σαρκί. <lb/>Ἀπὸ δὲ τοῦ περὶ τὰ στήθη κηρυκώδους ἄλλος ἐστὶν <lb/>ἑλιγμός,
							ὥσπερ ἁρπεδόνη τὸ πάχος· ὧν ὑποκάτω δύο ἄττα <lb/>ψαθυρά ἐστι προσηρτημένα τῷ ἐντέρῳ
							θορικά. Ταῦτα <lb/>μὲν οὖν ὁ ἄρρην ἔχει· ἡ δὲ θήλεια ᾠὰ ἴσχει τὸ χρῶμα <lb/>ἐρυθρά, ὧν
							ἡ πρόσφυσίς ἐστι πρὸς τῇ κοιλίᾳ καὶ τοῦ ἐντέρου <lb/>ἑκατέρωθι μέχρι εἰς τὰ σαρκώδη,
							ὑμένι λεπτῷ <lb/>περιεχόμενα. Τὰ μὲν οὖν μόρια ὅσα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς ἔχουσι, <lb/>ταῦτά
							ἐστιν. </p></div></div></div></body></text></TEI>