<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="10"><p>Περὶ δὲ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως τῶν ζῴων, ὅτι μὲν ὅσα <lb/>πεζὰ καὶ ἔναιμα πάντα
							καθεύδει καὶ ἐγρήγορεν, φανερὸν <lb/>ποιοῦσι κατὰ τὴν αἴσθησιν. Πάντα γὰρ ὅσα ἔχει
							βλεφαρίδας, <lb/>μύοντα ποιεῖται τὸν ὕπνον. Ἔτι δ’ ἐνυπνιάζειν <lb/>φαίνονται οὐ μόνον
							ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ἵπποι καὶ κύνες καὶ <lb/>βόες, ἔτι δὲ πρόβατα καὶ αἶγες καὶ πᾶν τὸ
							τῶν ζῳοτόκων <lb/>καὶ τετραπόδων γένος· δηλοῦσι δ’ οἱ κύνες τῷ ὑλαγμῷ. <lb/>Περὶ δὲ
							τῶν ᾠοτοκούντων τοῦτο μὲν ἄδηλον, ὅτι δὲ καθεύδουσι, <lb/>φανερόν. Ὁμοίως δὲ καὶ τὰ
							ἔνυδρα, οἷον οἵ τε <lb/>ἰχθύες καὶ τὰ μαλάκια καὶ τὰ μαλακόστρακα κάραβοί τε <lb/>καὶ
							τὰ τοιαῦτα. Βραχύυπνα μὲν οὖν ἐστὶ ταῦτα πάντα, <lb/>φαίνεται δὲ καθεύδοντα. Σημεῖον
							δὲ κατὰ μὲν τὰ ὄμματα <lb/>οὐκ ἔστι λαβεῖν (οὐδὲν γὰρ ἔχει βλέφαρα αὐτῶν), ἀλλὰ <pb n="128"/> ταῖς ἀτρεμίαις. Ἁλίσκονται γὰρ οἱ ἰχθύες, εἰ μὴ διὰ <lb/>τοὺς φθεῖρας καὶ
							τοὺς καλουμένους ψύλλους, κἂν ὥστε τῇ <lb/>χειρὶ λαμβάνειν ῥᾳδίως· νῦν δ’, ἂν
							χρονίζωσιν, οὗτοι τῆς <lb/>νυκτὸς κατεσθίουσι προσπίπτοντες, πολλοὶ τὸ πλῆθος ὄντες.
							<lb/>Γίνονται δ’ ἐν τῷ βυθῷ τῆς θαλάττης, καὶ τοσοῦτοι τὸ <lb/>πλῆθος ὥστε καὶ τὸ
							δέλεαρ, ὅ τι ἂν ἰχθύος ᾖ, ἐὰν χρονίσῃ <lb/>ἐπὶ τῆς γῆς, κατεσθίουσιν· καὶ ἀνέλκουσι
							πολλάκις οἱ ἁλιεῖς <lb/>περὶ τὸ δέλεαρ ὥσπερ σφαῖραν συνεχομένων αὐτῶν. <lb/>Ἀλλ’ ἐκ
							τῶν τοιῶνδε μᾶλλον ἔστι τεκμήρασθαι ὅτι καθεύδουσιν· <lb/>πολλάκις γὰρ ἔστιν
							ἐπιπεσόντα τοῖς ἰχθύσι <lb/>λαθεῖν οὕτως ὥστε καὶ τῇ χειρὶ λαβεῖν ἢ πατάξαντα λαθεῖν·
							<lb/>ὑπὸ δὲ τὸν καιρὸν τοῦτον ἠρεμοῦσι σφόδρα, καὶ κινοῦσιν <lb/>οὐθὲν πλὴν ἠρέμα τὸ
							οὐραῖον. Δῆλον δὲ γίνεται ὅτι <lb/>καθεύδει καὶ ταῖς φοραῖς, ἄν τι κινηθῇ ἡσυχαζόντων·
							φέρεται <lb/>γὰρ ὥσ περ ἐξ ὕπνου ὄντα. Ἔτι δ’ ἐν ταῖς πυρίαις <lb/>ἁλίσκονται διὰ τὸ
							καθεύδειν. Πολλάκις δὲ καὶ οἱ θυννοσκόποι <lb/>περιβάλλονται καθεύδοντας· δῆλον δ’ ἐκ
							τοῦ ἡσυχάζοντας <lb/>καὶ τὰ λευκὰ ὑποφαίνοντας ἁλίσκεσθαι. Καθεύδουσι <lb/>δὲ τῆς
							νυκτὸς μᾶλλον ἢ τῆς ἡμέρας οὕτως ὥστε βαλλόντων <lb/>μὴ κινεῖσθαι. Τὰ δὲ πλεῖστα
							καθεύδουσι τῆς γῆς ἢ τῆς <lb/>ἄμμου ἢ λίθου τινὸς ἐχόμενοι ἐν τῷ βυθῷ, ἢ ἀποκρύψαντες
							<lb/>ὑπὸ πέτραν ἢ θῖνα ἑαυτούς, οἱ δὲ πλατεῖς ἐν τῇ ἄμμῳ· <lb/>γινώσκονται δὲ τῇ
							σχηματίσει τῆς ἄμμου, καὶ λαμβάνονται <lb/>τυπτόμενοι τοῖς τριώδουσιν. Λαμβάνονται δὲ
							καὶ λάβραξ <lb/>καὶ χρύσοφρυς καὶ κεστρεὺς καὶ ὅσοι τοιοῦτοι τριώδοντι <pb n="129"/>
							ἡμέρας πολλάκις διὰ τὸ καθεύδειν· εἰ δὲ μή, οὐθὲν <lb/>δοκεῖ τῶν τοιούτων ληφθῆναι ἂν
							τριώδοντι. Τὰ δὲ σελάχη <lb/>οὕτω καθεύδει ἐνίοτε ὥστε καὶ λαμβάνεσθαι τῇ χειρί.
							Δελφὶς <lb/>δὲ καὶ φάλαινα, καὶ ὅσα αὐλὸν ἔχει, ὑπερέχοντα τὸν <lb/>αὐλὸν καθεύδει τῆς
							θαλάττης, δι’ οὗ καὶ ἀναπνέουσιν ἠρέμα <lb/>κινοῦντες τὰς πτέρυγας· καὶ δελφῖνός γε
							καὶ ῥέγχοντος <lb/>ἤδη ἠκρόανταί τινες. Καθεύδει δὲ καὶ τὰ μαλάκια τὸν <lb/>αὐτὸν
							τρόπον ὅνπερ οἱ ἰχθύες· ὁμοίως δὲ καὶ τὰ μαλακόστρακα <lb/>τούτοις. Καὶ τὰ ἔντομα δὲ
							τῶν ζῴων ὅτι τυγχάνει <lb/>ὕπνου, διὰ τοιούτων σημείων ἐστὶ φανερόν· ἡσυχάζουσί τε
							<lb/>γὰρ καὶ ἀκινητίζουσιν ἐπιδήλως. Μάλιστα δ’ ἐπὶ τῶν <lb/>μελιττῶν τοῦτο δῆλον·
							ἠρεμοῦσί τε γὰρ καὶ παύονται <lb/>βομβοῦσαι τῆς νυκτός. Δῆλον δὲ καὶ ἐπὶ τῶν ἐν ποσὶ
							<lb/>μάλιστα τῶν τοιούτων· οὐ γὰρ μόνον διὰ τὸ μὴ ὀξὺ βλέπειν <lb/>ἡσυχάζουσι τῆς
							νυκτός (ἅπαντα γὰρ ἀμυδρῶς βλέπουσι τὰ <lb/>σκληρόφθαλμα), ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ φῶς τὸ τῶν
							λύχνων <lb/>ἡσυχάζοντα φαίνονται οὐδὲν ἧττον. Ἐνυπνιάζει δὲ τῶν <lb/>ζῴων μάλιστα
							ἄνθρωπος. Καὶ νέοις μὲν οὖσι καὶ παιδίοις <lb/>ἔτι πάμπαν οὐ γίνεται ἐνύπνιον, ἀλλ’
							ἄρχεται τοῖς πλείστοις <lb/>περὶ τέτταρα ἔτη ἢ πέντε· ἤδη δὲ γεγόνασι καὶ <lb/>ἄνδρες
							καὶ γυναῖκες οἳ ὅλως οὐθὲν πώποτε ἐνύπνιον εἶδον. <lb/>Συνέβη δέ τισι τῶν τοιούτων
							προϊούσης τῆς ἡλικίας ἰδεῖν <lb/>ἐνύπνιον, καὶ μετὰ ταῦτα γενέσθαι περὶ τὸ σῶμα
							μεταβολὴν <lb/>τοῖς μὲν εἰς θάνατον τοῖς δ’ εἰς ἀρρωστίαν.</p><p>Περὶ μὲν οὖν αἰσθήσεως καὶ ὕπνου καὶ ἐγρηγόρσεως <lb/>τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον· </p></div></div></div></body></text></TEI>