<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="4"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>Δ.</head><p>Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐναίμων ζῴων, ὅσα τε κοινὰ ἔχουσι <lb/>μέρη καὶ ὅσα ἴδια ἕκαστον
							γένος, καὶ τῶν ἀνομοιομερῶν καὶ <lb/>τῶν ὁμοιομερῶν, καὶ ὅσα ἐντὸς καὶ ὅσα ἐκτός,
							εἴρηται πρότερον· <lb/>περὶ δὲ τῶν ἀναίμων ζῴων νυνὶ λεκτέον. Ἔστι δὲ <lb/>γένη πλείω,
							ἓν μὲν τὸ τῶν καλουμένων μαλακίων· ταῦτα δ’ <pb n="94"/> ἐστὶν ὅσα ἄναιμα ὄντα ἐκτὸς
							ἔχει τὸ σαρκῶδες, ἐντὸς δ’ εἴ τι <lb/>ἔχει στερεόν, καθάπερ καὶ τὰ ἔναιμα, οἷον τὸ τῶν
							σηπιῶν <lb/>γένος. Ἒν δὲ τὸ τῶν μαλακοστράκων· ταῦτα δ’ ἐστὶν <lb/>ὅσων ἐκτὸς τὸ
							στερεόν, ἐντὸς δὲ τὸ μαλακὸν καὶ σαρκῶδες· <lb/>τὸ δὲ σκληρὸν αὐτῶν ἐστὶν οὐ θραυστὸν
							ἀλλὰ θλαστόν, <lb/>οἷόν ἐστι τό τε τῶν καράβων γένος καὶ τὸ τῶν καρκίνων. <lb/>Ἔτι δὲ
							τὰ ὀστρακόδερμα· τοιαῦτα δ’ ἐστὶν ὧν ἐντὸς μὲν τὸ <lb/>σαρκῶδές ἐστιν, ἐκτὸς δὲ τὸ
							στερεόν, θραυστὸν ὂν καὶ κατακτόν, <lb/>ἀλλ’ οὐ θλαστόν· τοιοῦτον δὲ τὸ τῶν κοχλιῶν
							γένος <lb/>καὶ τὸ τῶν ὀστρέων ἐστίν. Τέταρτον δὲ τὸ τῶν ἐντόμων, ὃ πολλὰ <lb/>καὶ
							ἀνόμοια περιείληφε εἴδη ζῴων. Ἔστι δ’ ἔντομα ὅσα <lb/>κατὰ τοὔνομα ἐστὶν ἐντομὰς
							ἔχοντα ἢ ἐν τοῖς ὑπτίοις ἢ ἐν τοῖς <lb/>πρανέσιν ἢ ἐν ἀμφοῖν, καὶ οὔτε ὀστῶδες ἔχει ἓν
							κεχωρισμένον <lb/>οὔτε σαρκῶδες, ἀλλὰ μέσον ἀμφοῖν· τὸ σῶμα γὰρ ὁμοίως <lb/>καὶ ἔσω
							καὶ ἔξω σκληρόν ἐστιν αὐτῶν. Ἔστι δ’ ἔντομα καὶ <lb/>ἄπτερα, οἷον ἴουλος καὶ
							σκολόπενδρα, καὶ πτερωτά, οἷον μέλιττα <lb/>καὶ μηλολόνθη καὶ σφήξ· καὶ ταὐτὸ δὲ γένος
							ἐστὶ <lb/>καὶ πτερωτὸν καὶ ἄπτερον, οἷον μύρμηκές εἰσι καὶ πτερωτοὶ <lb/>καὶ ἄπτεροι,
							καὶ αἱ καλούμεναι πυγολαμπίδες. Τῶν μὲν οὖν <lb/>μαλακίων καλουμένων τὰ μὲν ἔξω μόρια
							τάδ’ ἐστίν, ἓν μὲν οἱ <lb/>ὀνομαζόμενοι πόδες, δεύτερον δὲ τούτων ἐχομένη ἡ κεφαλή,
							<lb/>τρίτον δὲ τὸ κύτος, ὃ περιέχει τἀντὸς, καὶ καλοῦσιν αὐτὸ <lb/>κεφαλήν τινες, οὐκ
							ὀρθῶς καλοῦντες· ἔτι δὲ πτερύγια κύκλῳ <lb/>περὶ τὸ κύτος. Συμβαίνει δ’ ἐν πᾶσι τοῖς
							μαλακίοις μεταξὺ <lb/>τῶν ποδῶν καὶ τῆς γαστρὸς εἶναι τὴν κεφαλήν. Πόδας μὲν <pb n="95"/> οὖν ὀκτὼ πάντ’ ἔχει, καὶ τούτους δικοτύλους πάντα, πλὴν <lb/>ἑνὸς γένους
							πολυπόδων. Ἰδίᾳ δ’ ἔχουσιν αἵ τε σηπίαι καὶ <lb/>αἱ τευθίδες καὶ οἱ τεῦθοι δύο
							προβοσκίδας μακρὰς ἐπ’ <lb/>ἄκρων, τραχύτητα ἐχούσας δικότυλον, αἷς προσάγονταί τε
							<lb/>καὶ λαμβάνουσιν εἰς τὸ στόμα τὴν τροφήν, καὶ ὅταν χειμὼν <lb/>ᾖ, βαλλόμεναι πρός
							τινα πέτραν ὥσπερ ἀγκύρας ἀποσαλεύουσιν. <lb/>Τοῖς δ’ ὥσπερ πτερυγίοις, οἷς ἔχουσι
							περὶ τὸ <lb/>κύτος, νέουσιν. Ἐπὶ δὲ τῶν ποδῶν αἱ κοτυληδόνες ἅπασιν <lb/>εἰσίν. Ὁ μὲν
							οὖν πολύπους καὶ ὡς ποσὶ καὶ ὡς χερσὶ χρῆται <lb/>ταῖς πλεκτάναις. Προσάγεται μὲν οὖν
							ταῖς δυσὶ ταῖς <lb/>ὑπὲρ τοῦ στόματος· τῇ δ’ ἐσχάτῃ τῶν πλεκτανῶν, ἥ ἐστιν
							<lb/>ὀξυτάτη τε καὶ μόνη παράλευκος αὐτῶν καὶ ἐξ ἄκρου δικρόα <lb/>(ἔστι δ’ αὕτη ἐπὶ
							τῇ ῥάχει· καλεῖται δὲ ῥάχις τὸ λεῖον, οὖ <lb/>πρόσω αἱ κοτυληδόνες εἰσίν), ταύτῃ δὲ τῇ
							πλεκτάνῃ χρῆται <lb/>ἐν ταῖς ὀχείαις. Πρὸ τοῦ κύτους δ’ ὑπὲρ τῶν πλεκτανῶν <lb/>ἔχουσι
							κοῖλον αὐλόν, ᾧ τὴν θάλατταν ἀφιᾶσι δεξάμενοι τῷ <lb/>κύτει, ὅταν τι τῷ στόματι
							λαμβάνωσιν. Μεταβάλλει δὲ <lb/>τοῦτον ὁτὲ μὲν εἰς τὰ δεξιὰ ὁτὲ δὲ εἰς τὰ εὐώνυμα·
							ἀφιᾶσι <lb/>δὲ καὶ τὸν θόλον ταύτῃ. Νεῖ δὲ πλάγιος, ἐπὶ τὴν καλουμένην <lb/>κεφαλὴν
							ἐκτείνων τοὺς πόδας· οὕτω δὲ νέοντι συμβαίνει <lb/>προορᾶν μὲν εἰς τὸ πρόσθεν (ἐπάνω
							γάρ εἰσιν οἱ ὀφθαλμοί), <lb/>τὸ δὲ στόμα ἔχει ὄπισθεν. Τὴν δὲ κεφαλήν, ἕως ἂν ζῇ,
							<lb/>σκληρὰν ἔχει καθάπερ ἐμπεφυσημένην. Ἅπτεται δὲ καὶ κατέχει <lb/>ταῖς πλεκτάναις
							ὑπτίαις, καὶ ὁ μεταξὺ τῶν ποδῶν <lb/>ὑμὴν διατέταται πᾶς· ἐὰν δ’ εἰς τὴν ἄμμον ἐμπέσῃ,
							οὐκέτι <lb/>δύναται κατέχειν. Ἔχουσι δὲ διαφορὰν οἵ τε πολύποδες καὶ <pb n="96"/> τὰ
							εἰρημένα τῶν μαλακίων· τῶν μὲν γὰρ πολυπόδων τὸ <lb/>μὲν κύτος μικρόν, οἱ δὲ πόδες
							μακροί εἰσι, τῶν δὲ τὸ μὲν <lb/>κύτος μέγα, οἱ δὲ πόδες βραχεῖς, ὥστε μὴ πορεύεσθαι
							ἐπ’ <lb/>αὐτοῖς. Αὐτῶν δὲ πρὸς αὑτά, τὸ μὲν μακρότερόν ἐστιν ἡ <lb/>τευθίς, ἡ δὲ σηπία
							πλατύτερον. Τῶν δὲ τευθίδων οἱ τεῦθοι <lb/>καλούμενοι ἐπὶ πολὺ μείζους· γίγνονται γὰρ
							καὶ πέντε <lb/>πήχεων τὸ μέγεθος. Γίγνονται δὲ καὶ σηπίαι ἔνιαι διπήχεις, <lb/>καὶ
							πολυπόδων πλεκτάναι τηλικαῦται καὶ μείζους ἔτι τὸ <lb/>μέγεθος. Ἔστι δὲ τὸ γένος
							ὀλίγον τῶν τεύθων. Διαφέρουσι <lb/>δὲ τῷ σχήματι τῶν τευθίδων οἱ τεῦθοι· πλατύτερον
							γάρ <lb/>ἐστι τὸ ὀξὺ τῶν τεύθων, ἔτι δὲ τὸ κύκλῳ πτερύγιον περὶ <lb/>ἅπαν ἐστὶ τὸ
							κύτος· τῇ δὲ τευθίδι ἐλλείπει. Ἔστι δὲ πελάγιον, <lb/>ὥσπερ καὶ ἡ τευθίς. Μετὰ δὲ τοὺς
							πόδας ἡ κεφαλή <lb/>ἐστιν ἁπάντων ἐν μέσῳ τῶν ποδῶν τῶν καλουμένων πλεκτανῶν.
							<lb/>Ταύτης δὲ τὸ μέν ἐστι στόμα, ἐν ᾧ εἰσὶ δύο ὀδόντες· <lb/>ὑπὲρ δὲ τούτων ὀφθαλμοὶ
							μεγάλοι δύο, ὧν τὸ μεταξὺ μικρὸς <lb/>χόνδρος ἔχων ἐγκέφαλον μικρόν. Ἐν δὲ τῷ στόματί
							ἐστι <lb/>μικρὸν σαρκῶδες· γλῶτταν δ’ οὐκ ἔχει αὐτῶν οὐδέν, ἀλλὰ <lb/>τούτῳ χρῆται
							ἀντὶ γλώττης. Μετὰ δὲ τοῦτο ἔξωθεν μὲν <lb/>ἔστιν ἰδεῖν τὸ φαινόμενον κύτος. Ἔστι δ’
							αὐτοῦ ἡ σὰρξ <lb/>σχιστή, οὐκ εἰς εὐθὺ μέν τοι ἀλλὰ κύκλῳ· δέρμα δ’ ἔχουσι <lb/>πάντα
							τὰ μαλάκια περὶ ταύτην. Μετὰ δὲ τὸ στόμα ἔχουσιν <lb/>οἰσοφάγον μακρὸν καὶ στενόν,
							ἐχόμενον δὲ τούτου πρόλοβον <lb/>μέγαν καὶ περιφερῆ ὀρνιθώδη. Τούτου δ’ ἔχεται ἡ
							κοιλία <lb/>οἷον ἤνυστρον· τὸ δὲ σχῆμα ὅμοιον τῇ ἐν τοῖς κήρυξιν ἑλίκῃ. <lb/>Ἀπὸ δὲ
							ταύτης ἄνω πάλιν φέρει πρὸς τὸ στόμα ἔντερον <lb/>λεπτόν· παχύτερον δ’ ἐστὶ τοῦ
							στομάχου τὸ ἔντερον. <pb n="97"/> Σπλάγχνον δ’ οὐδὲν ἔχει τῶν μαλακίων, ἀλλ’ ἢν
							καλοῦσι <lb/>μύτιν, καὶ ἐπὶ ταύτῃ θολόν. Τοῦτον δὲ πλεῖστον αὐτῶν <lb/>καὶ μέγιστον ἡ
							σηπία ἔχει· ἀφίησι μὲν οὖν ἅπαντα, ὅταν <lb/>φοβηθῇ, μάλιστα δὲ ἡ σηπία. Ἡ μὲν οὖν
							μύτις κεῖται ὑπὸ <lb/>τὸ στόμα, καὶ δι’ αὐτῆς τείνει ὁ στόμαχος· ᾗ δὲ τὸ ἔντερον
							<lb/>ἀνατείνει, κάτωθεν ὁ θολός, καὶ τῷ αὐτῷ ὑμένι περιεχόμενον <lb/>ἔχει τὸν πόρον τῷ
							ἐντέρῳ, καὶ ἀφίησι κατὰ ταὐτὸν <lb/>τόν τε θολὸν καὶ τὸ περίττωμα· ἔχουσι δὲ καὶ
							τριχώδη <lb/>ἄττα ἐν τῷ σώματι. Τῇ μὲν οὖν σηπίᾳ καὶ τῇ τευθίδι καὶ τῷ <lb/>τεύθῳ
							ἐντός ἐστι τὰ στερεὰ ἐν τῷ πρανεῖ τοῦ σώματος, ἃ <lb/>καλοῦσι τὸ μὲν σήπιον τὸ δὲ
							ξίφος. Διαφέρει δέ· τὸ μὲν <lb/>γὰρ σήπιον ἰσχυρὸν καὶ πλατύ ἐστι, μεταξὺ ἀκάνθης καὶ
							<lb/>ὀστοῦ, ἔχον ἐν αὑτῷ ψαθυρότητα σομφήν, τὸ δὲ τῶν τευθίδων <lb/>λεπτὸν καὶ
							χονδρωδέστερον. Τῷ δὲ σχήματι διαφέρουσιν <lb/>ἀλλήλων ὥσπερ καὶ τὰ κύτη. Οἱ δὲ
							πολύποδες οὐκ ἔχουσιν <lb/>ἔσω τερεὸν τοιοῦτον οὐδέν, ἀλλὰ περὶ τὴν κεφαλὴν χονδρῶδες,
							<lb/>ὃ γίνεται, ἐάν τις αὐτῶν παλαιωθῇ, σκληρόν. Τὰ δὲ <lb/>θήλεα τῶν ἀρρένων
							διαφέρουσιν· οἱ μὲν γὰρ ἄρρενες ἔχουσι <lb/>πόρον ὑπὸ τὸν στόμαχον, ἀπὸ τοῦ ἐγκεφάλου
							τείνοντα πρὸς <lb/>τὰ κάτω τοῦ κύτους· ἔστι δὲ πρὸς ὃ τείνει, ὅμοιον μαστῷ· <lb/>ἐν δὲ
							ταῖς θηλείαις δύο τε ταῦτ’ ἐστὶ καὶ ἄνω. Ἀμφοτέροις <lb/>δ’ ὑπὸ ταῦτα ἐρυθρὰ ἄττα
							σωμάτια πρόσεστιν. Τὸ <lb/>δ’ ᾠὸν ὁ μὲν πολύπους ἓν καὶ ἀνώμαλον ἔξωθεν καὶ μέγα
							<lb/>ἴσχει· ἔσω δὲ τὸ ὑγρόν, ὁμόχρουν ἅπαν καὶ λεῖον, χρῶμα <lb/>δὲ λευκόν· τὸ δὲ
							πλῆθος τοῦ ᾠοῦ τοσοῦτον ὥστε πληροῦν <lb/>ἀγγεῖον μεῖζον τῆς τοῦ πολύποδος κεφαλῆς. Ἡ
							δὲ σηπία <pb n="98"/> δύο τε τὰ κύτη καὶ πολλὰ ᾠὰ ἐν τούτοις, χαλάζαις ὅμοια
							<lb/>λευκαῖς. Ἕκαστα δὲ τούτων ὡς κεῖται τῶν μορίων, θεωρείσθω <lb/>ἐκ τῆς ἐν ταῖς
							ἀνατομαῖς διαγραφῆς. Πάντα δὲ τὰ <lb/>ἄρρενα ταῦτα τῶν θηλειῶν διαφέρει, καὶ μάλιστα ἡ
							σηπία· <lb/>τά τε γὰρ πρανῆ τοῦ κύτους πάντα μελάντερα τῶν ὑπτίων <lb/>τραχύτερά τε
							ἔχει ὁ ἄρρην τῆς θηλείας, καὶ διαποίκιλα <lb/>ῥάβδοις, καὶ τὸ ὀρροπύγιον ὀξύτερον.
							Ἔστι δὲ γένη πλείω <lb/>πολυπόδων, ἓν μὲν τὸ μάλιστ’ ἐπιπολάζον καὶ μέγιστον αὐτῶν
							<lb/>(εἰσὶ δὲ πολὺ μείζους οἱ πρόσγειοι τῶν πελαγίων), ἔτι δ’ <lb/>ἄλλοι μικροί,
							ποικίλοι, οἳ οὐκ ἐσθίονται. Ἄλλα τε δύο, <lb/>ἥ τε καλουμένη ἑλεδώνη, μήκει τε
							διαφέρουσα τῷ τῶν ποδῶν <lb/>καὶ τῷ μονοκότυλον εἶναι μόνην τῶν μαλακίων (τὰ γὰρ
							<lb/>ἄλλα πάντα δικότυλά ἐστι), καὶ ἣν καλοῦσιν οἱ μὲν βολίταιναν <lb/>οἱ δ’ ὄζολιν.
							Ἔτι δ’ ἄλλοι δύο ἐν ὀστρείοις, ὅ τε <lb/>καλούμενος ὑπό τινων ναυτίλος καὶ ποντίλος,
							ὑπ’ ἐνίων δ’ <lb/>ᾠὸν πολύποδος· τὸ δ’ ὄστρακον αὐτοῦ ἐστὶν οἷον κτεὶς κοῖλος <lb/>καὶ
							οὐ συμφυής. Οὗτος νέμεται πολλάκις παρὰ τὴν <lb/>γῆν, εἶθ’ ὑπὸ τῶν κυμάτων ἐκκλύζεται
							εἰς τὸ ξηρόν, καὶ περιπεσόντος <lb/>τοῦ ὀστρέου ἁλίσκεται καὶ ἐν τῇ γῇ ἀποθνήσκει.
							<lb/>Εἰσὶ δ’ οὗτοι μικροί, τὸ εἶδος ὅμοιοι ταῖς βολιταίναις. <lb/>Καὶ ἄλλος ἐν ὀστράκῳ
							οἷον κοχλίας, ὃς οὐκ ἐξέρχεται ἐκ τοῦ <lb/>ὀστράκου, ἀλλ’ ἔνεστιν ὥσπερ ὁ κοχλίας, καὶ
							ἔξω ἐνίοτε τὰς <lb/>πλεκτάνας προτείνει. Περὶ μὲν οὖν τῶν μαλακίων εἴρηται. </p></div></div></div></body></text></TEI>