<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="3"><p>Συέννεσις μὲν οὖν καὶ Διογένης οὕτως εἰρήκασιν, Πόλυβος <lb/>δὲ ὧδε. Τὰ δὲ τῶν φλεβῶν
							τέτταρα ζεύγη ἐστίν, ἓν μὲν ἀπὸ <lb/>τοῦ ἐξόπισθεν τῆς κεφαλῆς διὰ τοῦ αὐχένος ἔξωθεν
							παρὰ τὴν ῥάχιν <lb/>ἔνθεν καὶ ἔνθεν μέχρι τῶν ἰσχίων εἰς τὰ σκέλη, ἔπειτα διὰ τῶν
							<lb/>κνημῶν εἰς τὸ ἔξω τῶν σφυρῶν καὶ εἰς τοὺς πόδας· διὸ καὶ τὰς <lb/>φλεβοτομίας
							ποιοῦνται τῶν περὶ τὸν νῶτον ἀλγημάτων καὶ ἰσχίον <lb/>ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ τῶν ἔξωθεν
							σφυρῶν. Ἕτεραι δὲ φλέβες ἐκ τῆς <lb/>κεφαλῆς παρὰ τὰ ὦτα διὰ τοῦ αὐχένος, αἳ καλοῦνται
							σφαγίτιδες, <pb n="67"/> ἔνδοθεν παρὰ τὴν ῥάχιν ἑκάτεραι φέρουσαι παρὰ τὰς <lb/>ψοιὰς
							εἰς τοὺς ὄρχεις και εἰς τοὺς μηρούς, καὶ διὰ τῶν ἰγνύων <lb/>τοῦ ἔνδοθεν μορίου καὶ
							διὰ τῶν κνημῶν ἐπὶ τὰ σφυρὰ τὰ εἴσω καὶ <lb/>τοὺς πόδας· διὸ καὶ τὰς φλεβοτομίας
							ποιοῦνται τῶν περὶ τὰς ψοιὰς <lb/>καὶ τοὺς ὄρχεις ἀλγημάτων ἀπὸ τῶν ἰγνύων καὶ τῶν
							σφυρῶν. Τὸ <lb/>δὲ τρίτον ζεῦγος ἐκ τῶν κροτάφων διὰ τοῦ αὐχένος ὑπὸ τὰς ὠμοπλάτας
							<lb/>εἰς τὸν πλεύμονα ἀφικνοῦνται, αἱ μὲν ἐκ τῶν δεξιῶν εἰς τὰ <lb/>ἀριστερὰ ὑπὸ τὸν
							μαστὸν καὶ εἰς τὸν σπλῆνά τε καὶ εἰς τὸν νεφρόν, <lb/>αἱ δ’ ἀπὸ τῶν ἀριστερῶν εἰς τὸν
							δεξιὸν ἐκ τοῦ πνεύμονος ὑπὸ τὸν <lb/>μαστὸν καὶ ἧπαρ καὶ εἰς τὸν νεφρόν· ἄμφω δὲ
							τελευτῶσιν εἰς τὸν <lb/>ὄρχιν. Αἱ δὲ τέταρται ἀπὸ τοῦ ἔμπροσθεν τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν
							<lb/>ὀφθαλμῶν ὑπὸ τὸν αὐχένα καὶ τὰς κλεῖς· ἐντεῦθεν δὲ τείνουσι <lb/>διὰ τῶν
							βραχιόνων ἄνωθεν εἰς τὰς καμπάς, εἶτα διὰ τῶν πήχεων <lb/>ἐπὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὰς
							συγκαμπάς, καὶ διὰ τῶν βραχιόνων τοῦ <lb/>κάτωθεν μορίου εἰς τὰς μασχάλας, καὶ ἐπὶ τῶν
							πλευρῶν ἄνωθεν, <lb/>ἕως ἡ μὲν ἐπὶ τὸν σπλῆνα ἡ δ’ ἐπὶ τὸ ἧπαρ ἀφίκηται· εἶθ’ ὑπὲρ
							<lb/>τῆς γαστρὸς εἰς τὸ αἰδοῖον ἄμφω τελευτῶσιν.</p><p>Τὰ μὲν οὖν ὑπὸ τῶν ἄλλων εἰρημένα σχεδὸν ταῦτ’ ἐστίν· <lb/>εἰσὶ δὲ καὶ τῶν περὶ φύσιν
							οἳ τοιαύτην μὲν οὐκ ἐπραγματεύθησαν <lb/>ἀκριβολογίαν περὶ τὰς φλέβας, πάντες δ’
							<lb/>ὁμοίως τὴν ἀρχὴν αὐτῶν ἐκ τῆς κεφαλῆς καὶ τοῦ ἐγκεφάλου <lb/>ποιοῦσι, λέγοντες οὐ
							καλῶς. Χαλεπῆς δ’ οὔσης, ὥσπερ <lb/>εἴρηται, τῆς θεωρίας ἐν μόνοις τοῖς
							ἀποπεπνιγμένοις τῶν <lb/>ζῴων προλεπτυνθεῖσιν ἔστιν ἱκανῶς καταμαθεῖν, εἴ τινι περὶ
							<lb/>τῶν τοιούτων ἐπιμελές. Ἔχει δὲ τοῦτον τὸν τρόπον ἡ τῶν <lb/>φλεβῶν φύσις. Δύο
							φλέβες εἰσὶν ἐν τῷ θώρακι κατὰ τὴν <lb/>ῥάχιν ἐντός, ἔστι δὲ κειμένη αὐτῶν ἡ μὲν
							μείζων ἐν τοῖς <lb/>ἔμπροσθεν, ἡ δ’ ἐλάττων ὄπισθεν ταύτης, καὶ ἡ μὲν μείζων <lb/>ἐν
							τοῖς δεξιοῖς μᾶλλον, ἡ δ’ ἐλάττων ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, ἣν <pb n="68"/> καλοῦσί τινες
							ἀορτὴν ἐκ τοῦ τεθεᾶσθαι καὶ ἐν τοῖς τεθνεῶσι <lb/>τὸ νευρῶδες αὐτῆς μόριον. Αὗται δ’
							ἔχουσι τὰς ἀρχὰς ἀπὸ <lb/>τῆς καρδίας· διὰ μὲν γὰρ τῶν ἄλλων σπλάγχνων, ᾗ τυγχάνουσι
							<lb/>τείνουσαι, ὅλαι δι’ αὐτῶν διέρχονται σωζόμεναι καὶ <lb/>οὖσαι φλέβες, ἡ δὲ καρδία
							ὥσπερ μόριον αὐτῶν ἐστί, καὶ <lb/>μᾶλλον τῆς ἐμπροσθίας καὶ μείζονος, διὰ τὸ ἄνω μὲν
							καὶ <lb/>κάτω τὰς φλέβας εἶναι ταύτας, ἐν μέσῳ δ’ αὐτῶν τὴν καρδίαν. <lb/>Ἔχουσι δ’ αἱ
							καρδίαι πᾶσαι μὲν κοιλίας ἐν αὑταῖς, <lb/>ἀλλ’ αἱ μὲν τῶν σφόδρα μικρῶν ζῴων μόλις
							φανερὰν τὴν <lb/>μεγίστην ἔχουσι, τὰ δὲ μέσα τῷ μεγέθει τῶν ζῴων καὶ τὴν <lb/>ἑτέραν,
							τὰ δὲ μέγιστα τὰς τρεῖς. Ἔστι δὲ τῆς καρδίας <lb/>τὸ ὀξὺ ἐχούσης εἰς τὸ πρόσθεν,
							καθάπερ εἴρηται πρότερον, <lb/>ἡ μεγίστη μὲν κοιλία ἐν τοῖς δεξιοῖς καὶ ἀνωτάτω
							<lb/>αὐτῆς, ἡ δ’ ἐλαχίστη ἐν τοῖς ἀριστεροῖς, ἡ δὲ μέση μεγέθει <lb/>τούτων ἐν τῷ μέσῳ
							ἀμφοῖν· ἀμφότεραι δὲ πολλῷ ἐλάττους <lb/>εἰσὶ τῆς μεγίστης. Συντέτρηνται μέντοι πᾶσαι
							αὗται <lb/>πρὸς τὸν πλεύμονα, ἀλλ’ ἄδηλοι διὰ σμικρότητα τῶν <lb/>πόρων πλὴν μιᾶς. Ἡ
							μὲν οὖν μεγάλη φλὲψ ἐκ τῆς μεγίστης <lb/>ἤρτηται κοίλιας τῆς ἄνω καὶ ἐν τοῖς δεζιοῖς,
							εἶτα διὰ <lb/>τοῦ κοίλου τοῦ μέσου τείνεται πάλιν φλέψ, ὡς οὔσης τῆς <lb/>κοιλίας
							μορίου τῆς φλεβὸς ἐν ᾧ λιμνάζει τὸ αἷμα. Ἡ δὲ <lb/>ἀορτὴ ἀπὸ τῆς μέσης· πλὴν οὐχ οὕτως
							ἀλλὰ κατὰ στενωτέραν <lb/>σύριγγα πολλῷ κοινωνεῖ. Καὶ ἡ μὲν φλὲψ διὰ τῆς <lb/>καρδίας,
							εἰς δὲ τὴν ἀορτὴν ἀπὸ τῆς καρδίας τείνει. Καὶ <lb/>ἔστιν ἡ μὲν μεγάλη, φλὲψ ὑμενώδης
							καὶ δερματώδης, ἡ δ’ <lb/>ἀορτὴ στενωτέρα μὲν ταύτης, σφόδρα δὲ νευρώδης· καὶ
							ἀποτεινομένη <lb/>πόρρω πρός τε τὴν κεφαλὴν καὶ πρὸς τὰ κάτω <lb/>μόρια στενή τε
							γίνεται καὶ νευρώδης πάμπαν. Τείνει δὲ <lb/>πρῶτον μὲν ἄνω ἀπὸ τῆς καρδίας τῆς μεγάλης
							φλεβὸς <pb n="69"/> μόριον πρὸς τὸν πλεύμονα καὶ τὴν σύναψιν τῆς ἀορτῆς, <lb/>ἄσχιστος
							καὶ μεγάλη οὖσα φλέψ. Σχίζεται δ’ ἀπ’ αὐτῆς <lb/>μόρια δύο, τὸ μὲν ἐπὶ τὸν πλεύμονα,
							τὸ δ’ ἐπὶ τὴν ῥάχιν καὶ <lb/>τὸν ὕστατον τοῦ τραχήλου σφόνδυλον. Ἡ μὲν οὖν ἐπὶ τὸν
							<lb/>πλεύμονα τείνουσα φλὲψ εἰς διμερῆ ὄντ’ αὐτὸν διχῇ σχίζεται <lb/>πρῶτον, εἶτα παρ’
							ἑκάστην σύριγγα καὶ ἕκαστον τρῆμα <lb/>τείνει, μείζων μὲν παρὰ τὰ μείζω, ἐλάττων δὲ
							παρὰ <lb/>τὰ ἐλάττω, οὕτως ὥστε μηδὲν εἶναι μόριον λαβεῖν ἐν ᾧ οὐ <lb/>τρῆμά τ’ ἔνεστι
							καὶ φλέβιον· τὰ γὰρ τελευταῖα τῷ μεγέθει <lb/>ἄδηλα διὰ τὴν μικρότητά ἐστιν, ἀλλὰ πᾶς
							ὁ πλεύμων <lb/>φαίνεται μεστὸς ὢν αἵματος. Ἐπάνω δ’ οἱ ἀπὸ τῆς φλεβός <lb/>εἰσι πόροι
							τῶν ἀπὸ τῆς ἀρτηρίας συρίγγων τεινουσῶν. <lb/>Ἡ δ’ ἐπὶ τὸν σφόνδυλον τοῦ τραχήλου
							τείνουσα φλὲψ καὶ <lb/>τὴν ῥάχιν πάλιν παρὰ τὴν ῥάχιν τείνει· ἣν καὶ Ὅμηρος ἐν
							<lb/>τοῖς ἔπεσιν εἴρηκε ποιήσας</p><lg><l>ἀπὸ δὲ φλέβα πᾶσαν ἔκερσεν,</l><l>ἥ τ’ ἀνὰ νῶτα θέουσα διαμπερὲς αὐχέν’ ἱκάνει.</l></lg><p>Ἀπὸ δὲ ταύτης τείνουσι παρά τε τὴν πλευρὰν ἑκάστην <lb/>φλέβια καὶ πρὸς ἕκαστον τὸν
							σφόνδυλον, κατὰ δὲ τὸν <lb/>ὑπὲρ τῶν νεφρῶν σφόνδυλον σχίζεται διχῇ. Ταῦτα μὲν
							<lb/>οὖν τὰ μόρια ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβὸς τοῦτον ἔσχισται <lb/>τὸν τρόπον· ὑπεράνω δὲ
							τούτων ἀπὸ τῆς ἐκ τῆς καρδίας <lb/>τεταμένης πάλιν ἡ ὅλη σχίζεται εἰς δύο τόπους. Αἱ
							μὲν <lb/>γὰρ φέρουσιν εἰς τὰ πλάγια καὶ τὰς κλεῖδας, κἄπειτα διὰ <lb/>τῶν μασχαλῶν
							τοῖς μὲν ἀνθρώποις εἰς τοὺς βραχίονας, τοῖς <lb/>δὲ τετράποσιν εἰς τὰ πρόσθια σκέλη
							τείνουσι, τοῖς δὲ ὄρνισιν <lb/>εἰς τὰς πτέρυγας, τοῖς δ’ ἰχθύσιν εἰς τὰ πτερύγια τὰ
							<lb/>πρανῆ. Αἱ δ’ ἀρχαὶ τούτων τῶν φλεβῶν, ᾗ σχίζονται τὸ <lb/>πρῶτον, καλοῦνται
							σφαγίτιδες· ᾗ δὲ σχίζονται εἰς τὸν <pb n="70"/> αὐχένα ἀπὸ τῆς μεγάλης φλεβός, παρὰ
							τὴν ἀρτηρίαν τείνουσι <lb/>τὴν τοῦ πλεύμονος· ὧν ἐπιλαμβανομένων ἐνίοτε <lb/>ἔξωθεν
							ἄνευ πνιγμοῦ καταπίπτουσιν οἱ ἄνθρωποι μετ’ ἀναισθησίας, <lb/>τὰ βλέφαρα
							συμβεβληκότες. Οὕτω δὲ τείνουσαι, <lb/>καὶ μεταξὺ λαμβάνουσαι τὴν ἀρτηρίαν, φέρουσι
							μέχρι τῶν <lb/>ὤτων, ᾗ συμβάλλουσιν αἱ γένυες τῆς κεφαλῆς. Πάλιν δ’ <lb/>ἐντεῦθεν εἰς
							τέτταρας σχίζονται φλέβας, ὧν μία μὲν ἐπανακάμψασα <lb/>καταβαίνει διὰ τοῦ τραχήλου
							καὶ τοῦ ὤμου, καὶ <lb/>συμβάλλει τῇ πρότερον ἀποσχίσει τῆς φλεβὸς κατὰ τὴν <lb/>τοῦ
							βραχίονος καμπήν, τὸ δ’ ἕτερον μόριον εἰς τὴν χεῖρα <lb/>τελευτᾷ καὶ τοὺς δακτύλους·
							μία δ’ ἑτέρα ἀφ’ ἑκατέρου τοῦ <lb/>τόπου τοῦ περὶ τὰ ὦτα ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον τείνει, καὶ
							σχίζεται <lb/>εἰς πολλὰ καὶ λεπτὰ φλέβια εἰς τὴν καλουμένην μήνιγγα <lb/>τὴν περὶ τὸν
							ἐγκέφαλον. Αὐτὸς δ’ ὁ ἐγκέφαλος <lb/>ἄναιμος πάντων ἐστί, καὶ οὔτε μικρὸν οὔτε μέγα
							φλέβιον <lb/>τελευτᾷ εἰς αὐτόν. Τῶν δὲ λοιπῶν τῶν ἀπὸ τῆς φλεβὸς <lb/>ταύτης
							σχισθεισῶν φλεβῶν αἱ μὲν τὴν κεφαλὴν κύκλῳ περιλαμβάνουσιν, <lb/>αἱ δ’ εἰς τὰ
							αἰσθητήρια ἀποτελευτῶσι καὶ <lb/>τοὺς ὀδόντας λεπτοῖς πάμπαν φλεβίοις. </p></div></div></div></body></text></TEI>