<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Περὶ δὲ μυελοῦ· καὶ γὰρ τοῦτο ἓν τῶν ὑγρῶν ἐνίοις τῶν <lb/>ἐναίμων ὑπάρχει ζῴων.
							Πάντα δὲ ὅσα φύσει ὑπάρχει ὑγρὰ <lb/>ἐν τῷ σώματι, ἐν ἀγγείοις ὑπάρχει, ὥσπερ καὶ αἷμα
							ἐν φλεψὶ <lb/>καὶ μυελὸς ἐν ὀστοῖς, τὰ δὲ ἐν ὑμενώδεσι, καὶ δέρμασι καὶ <lb/>κοιλίαις.
							Γίνεται δὲ ἐν μὲν τοῖς νέοις αἱματώδης πάμπαν ὁ <lb/>μυελός, πρεσβυτέρων δὲ γενομένων
							ἐν μὲν τοῖς πιμελώδεσι <lb/>πιμελώδης, ἐν δὲ τοῖς στεατώδεσι στεατώδης. Οὐ πάντα δ’
							<lb/>ἔχει τὰ ὀστᾶ μυελόν, ἀλλὰ τὰ κοῖλα, καὶ τούτων ἐνίοις <lb/>οὐκ ἔνεστιν· τὰ γὰρ
							τοῦ λέοντος ὀστᾶ τὰ μὲν οὐκ ἔχει, τὰ <lb/>δ’ ἔχει πάμπαν μικρόν, διόπερ ἔνιοι οὔ φασιν
							ὅλως ἔχειν <lb/>μυελὸν τοὺς λέοντας, ὥσπερ εἴρηται πρότερον. Καὶ ἐν <lb/>τοῖς ὑείοις
							δ’ ὀστοῖς ἐλάττων ἐστίν, ἐνίοις δ’ αὐτῶν πάμπαν <lb/>οὐκ ἔνεστιν.</p><p>Ταῦτα μὲν οὖν τὰ ὑγρὰ σχεδὸν ἀεὶ σύμφυτά ἐστι τοῖς <lb/>ζῴοις, ὑστερογενῆ δὲ γάλα τε
							καὶ γονή. Τούτων δὲ τὸ <lb/>μὲν ἀποκεκριμένον ἅπασιν, ὅταν ἐνῇ, ἔνεστι, τὸ γάλα·
							<lb/>ἡ δὲ γονὴ οὐ πᾶσιν ἀλλ’ ἐνίοις οἱ καλούμενοι θοροὶ τοῖς <lb/>ἰχθύσιν. Ἔχει δέ,
							ὅσα ἔχει τὸ γάλα, ἐν τοῖς μαστοῖς. <lb/>Μαστοὺς δ’ ἔχει ὅσα ζῳοτοκεῖ καὶ ἐν αὑτοῖς καὶ
							ἔξω, οἷον <lb/>ὅσα τε τρίχας ἔχει, ὥσπερ ἄνθρωπος καὶ ἵππος, καὶ τὰ <lb/>κήτη, οἷον
							δελφὶς καὶ φώκη καὶ φάλαινα· καὶ γὰρ ταῦτα <lb/>μαστοὺς ἔχει καὶ γάλα. Ὅσα δ’ ἔξω
							ζῳοτοκεῖ μόνον ἢ <lb/>ᾠοτοκεῖ, οὐκ ἔχει οὔτε μαστοὺς οὔτε γάλα, οἷον ἰχθὺς καὶ
							<lb/>ὄρνις. Πᾶν δὲ γάλα ἔχει ἰχῶρα ὑδατώδη, ὃ καλεῖται ὀρρός, <lb/>καὶ σωματῶδες, ὃ
							καλεῖται τυρός· ἔχει δὲ πλείω τυρὸν τὸ <lb/>παχύτερον τῶν γαλάκτων. Τὸ μὲν οὖν τῶν μὴ
							ἀμφωδόντων <pb n="90"/> γάλα πήγνυται (διὸ καὶ τυρεύεται τῶν ἡμέρων), τῶν δ’
							ἀμφωδόντων <lb/>οὐ πήγνυται, ὥσπερ οὐδ’ ἡ πιμελή, καὶ ἔστι <lb/>λεπτὸν καὶ γλυκύ. Ἔστι
							δὲ λεπτότατον μὲν γάλα καμήλου, <lb/>δεύτερον δ’ ἵππου, τρίτον δὲ ὄνου· παχύτατον δὲ
							τὸ <lb/>βόειον. Ὑπὸ μὲν οὖν τοῦ ψυχροῦ οὐ πήγνυται τὸ γάλα, <lb/>ἀλλὰ διορροῦται
							μᾶλλον· ὑπὸ δὲ τοῦ πυρὸς πήγνυται καὶ <lb/>παχύνεται. Οὐ γίνεται δὲ γάλα, πρὶν ἢ
							ἔγκυον γένηται, <lb/>οὐδενὶ τῶν ζῴων ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. Ὅταν δ’ ἔγκυον ᾖ, γίνεται
							<lb/>μέν, ἄχρηστον δὲ τὸ πρῶτον καὶ ὕστερον. Μὴ <lb/>ἐγκύοις δ’ οὔσαις ὀλίγον μὲν ἀπ’
							ἐδεσμάτων τινῶν, οὐ μὴν <lb/>ἀλλὰ καὶ βδαλλομέναις ἤδη πρεσβυτέραις προῆλθε, καὶ
							<lb/>τοσοῦτον ἤδη τισὶν ὥστ’ ἐκτιτθεῦσαι παιδίον. Καὶ οἱ <lb/>περὶ τὴν Οἴτην δέ, ὅσαι
							ἂν μὴ ὑπομένωσι τὴν ὀχείαν <lb/>τῶν αἰγῶν, λαμβάνοντες κνίδην τρίβουσι τὰ οὔθατα βίᾳ
							<lb/>διὰ τὸ ἀλγεινὸν εἶναι· τὸ μὲν οὖν πρῶτον αἱματῶδες ἀμέλγονται, <lb/>εἶθ’ ὑπόπυον,
							τὸ δὲ τελευταῖον γάλα ἤδη οὐδὲν ἔλαττον <lb/>τῶν ὀχευομένων. Τῶν δ’ ἀρρένων ἔν τε τοῖς
							ἄλλοις <lb/>ζῴοις καὶ ἐν ἀνθρώπῳ ἐν οὐδενὶ μὲν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ γίνεται <lb/>γάλα, ὅμως
							δὲ γίνεται ἔν τισιν, ἐπεὶ καὶ ἐν Λήμνῳ αἲξ ἐκ <lb/>τῶν μαστῶν, οὓς ἔχει δύο ὁ ἄρρην
							παρὰ τὸ αἰδοῖον, γάλα <lb/>ἠμέλγετο τοσοῦτον ὥστε γίνεσθαι τροφαλίδα, καὶ πάλιν
							<lb/>ὀχεύσαντος τῷ ἐκ τούτου γενομένῳ συνέβαινε ταὐτόν. Ἀλλὰ <lb/>τὰ μὲν τοιαῦτα ὡς
							σημεῖα ὑπολαμβάνουσιν, ἐπεὶ καὶ τῷ ἐν <lb/>Λήμνῳ ἀνεῖλεν ὁ θεὸς μαντευσαμένῳ ἐπίκτησιν
							ἔσεσθαι <lb/>χρημάτων. Ἐν δὲ τοῖς ἀνδράσι μεθ’ ἥβην ἐνίοις ἐκθλίβεται <lb/>ὀλίγον·
							βδαλλομένοις δὲ καὶ πολὺ ἤδη τισὶ προῆλθεν. <lb/>Ὑπάρχει δ’ ἐν τῷ γάλακτι λιπαρότης, ἣ
							καὶ ἐν τοῖς πεπηγόσι <pb n="91"/> γίνεται ἐλαιώδης. Εἰς δὲ τὸ προβάτειον ἐν Σικελίᾳ,
							<lb/>καὶ ὅπου πλεῖον, αἴγειον μιγνύουσιν. Πήγνυται δὲ μάλιστα <lb/>οὐ μόνον τὸ τυρὸν
							ἔχον πλεῖστον, ἀλλὰ καὶ τὸ αὐχμηρότερον <lb/>ἔχον. Τὰ μὲν οὖν πλέον ἔχει γάλα ἢ ὅσον
							<lb/>εἰς τὴν ἐκτροφὴν τῶν τέκνων, καὶ χρήσιμον εἰς τύρευσιν καὶ <lb/>ἀπόθεσιν, μάλιστα
							μὲν τὸ προβάτειον καὶ τὸ αἴγειον, <lb/>ἔπειτα τὸ βόειον· τὸ δ’ ἵππειον καὶ τὸ ὄνειον
							μίγνυται εἰς <lb/>τὸν Φρύγιον τυρόν. Ἔνεστι δὲ τυρὸς πλείων ἐν τῷ βοείῳ <lb/>ἢ ἐν τῷ
							αἰγείῳ· γίνεσθαι γάρ φασιν οἱ νομεῖς ἐκ μὲν ἀμφορέως <lb/>αἰγείου γάλακτος τροφαλίδας
							ὀβολιαίας μιᾶς δεούσης <lb/>εἴκοσιν, ἐκ δὲ βοείου τριάκοντα. Τὰ δ’ ὅσον τοῖς τέκνοις
							<lb/>ἱκανόν, πλῆθος δ’ οὐδὲν οὔτε χρήσιμον εἰς τύρευσιν, οἷον <lb/>πάντα τὰ πλείους
							ἔχοντα μαστοὺς δυοῖν· οὐδενὸς γὰρ τούτων <lb/>οὔτε πλῆθός ἐστι γάλακτος οὔτε τυρεύεται
							τὸ γάλα. Πήγνυσι <lb/>δὲ τὸ γάλα ὀπός τε συκῆς καὶ πυετία. Ὁ μὲν οὖν <lb/>ὀπὸς εἰς
							ἔριον ἐξοπισθείς, ὅταν ἐκπλυθῇ πάλιν τὸ ἔριον εἰς <lb/>γάλα ὀλίγον· τοῦτο γὰρ
							κεραννύμενον πήγνυσιν. Ἡ δὲ <lb/>πυετία γάλα ἐστίν· τῶν γὰρ ἔτι θηλαζόντων ἐστὶν ἐν τῇ
							<lb/>κοιλίᾳ. </p></div></div></div></body></text></TEI>