<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="3"><div type="textpart" subtype="chapter" n="11"><p>Ἡ δὲ φύσις τῆς τριχός ἐστι <lb/>σχιστή. Τῷ μᾶλλον δὲ καὶ ἧττον διαφέρουσι πρὸς
							ἀλλήλας. <lb/>Ἔνιαι δὲ τῇ σκληρότητι μεταβαίνουσαι κατὰ μικρὸν <lb/>οὐκέτι θριξὶν
							ἐοίκασιν ἀλλ’ ἀκάνθαις, οἷον αἱ τῶν <lb/>ἐχίνων τῶν χερσαίων, παραπλησίως τοῖς ὄνυξιν·
							καὶ γὰρ τὸ <lb/>τῶν ὀνύχων γένος ἐν ἐνίοις τῶν ζῴων οὐδὲν διαφέρει διὰ <lb/>τὴν
							σκληρότητα τῶν ὀστῶν. Δέρμα δὲ πάντων λεπτότατον <lb/>ἄνθρωπος ἔχει κατὰ λόγον τοῦ
							μεγέθους. Ἔνεστι <lb/>δ’ ἐν τοῖς δέρμασι πᾶσι γλισχρότης μυξώδης, ἐν μὲν τοῖς
							<lb/>ἐλάττων ἐν δὲ τοῖς πλείων, οἷον ἐν τοῖς τῶν βοῶν, ἐξ ἦς <lb/>ποιοῦσι τὴν κόλλαν·
							ἐνιαχοῦ δὲ καὶ ἐξ ἰχθύων ποιοῦσι κόλλαν. <lb/>Ἀναίσθητον δὲ τὸ δέρμα τεμνόμενόν ἐστι
							καθ’ αὑτό· <lb/>μάλιστα δὲ τοιοῦτον τὸ ἐν τῇ κεφαλῇ, διὰ τὸ τὸ μεταξὺ <lb/>ἀσαρκότατον
							εἶναι πρὸς τὸ ὀστοῦν. Ὅπου δ’ ἂν ᾖ καθ’ <pb n="80"/> αὑτὸ δέρμα, ἂν διακοπῇ, οὐ
							συμφύεται, οἷον γνάθου τὸ <lb/>λεπτὸν καὶ ἀκροποσθία καὶ βλεφαρίς. Τῶν συνεχῶν δὲ
							<lb/>τὸ δέρμα ἐν ἅπασι τοῖς ζῴοις, καὶ ταύτῃ διαλείπει ᾗ καὶ οἱ <lb/>κατὰ φύσιν πόροι
							ἐξικμάζονται, καὶ κατὰ τὸ στόμα καὶ <lb/>ὄνυχας. Δέρμα μὲν οὖν πάντ’ ἔχει τὰ ἔναιμα
							ζῷα, τρίχας <lb/>δ’ οὐ πάντα, ἀλλ’ ὥσπερ εἴρηται πρότερον. Μεταβάλλουσι <lb/>δὲ τὰς
							χρόας γηρασκόντων καὶ λευκαίνονται ἐν ἀνθρώπῳ· <lb/>τοῖς δ’ ἄλλοις γίνεται μέν, οὐκ
							ἐπιδήλως δὲ σφόδρα, <lb/>πλὴν ἐν ἵππῳ. Λευκαίνεται δὲ καὶ ἀπ’ ἄκρας ἡ θρίξ. Αἱ <lb/>δὲ
							πλεῖσται εὐθὺς φύονται λευκαὶ τῶν πολιῶν. Ἧι καὶ <lb/>δῆλον ὅτι οὐχ αὑότης ἐστὶν ἡ
							πολιότης, ὥσπερ τινές <lb/>φασιν· οὐδὲν γὰρ φύεται εὐθὺς αὗον. Ἐν δὲ τῷ ἐξανθήματι
							<lb/>ὃ καλεῖται λεύκη, πᾶσαι πολιαὶ γίγνονται· ἤδη δέ τισι <lb/>κάμνουσι μὲν πολιαὶ
							ἐγένοντο, ὑγιασθεῖσι δὲ ἀπορρυεισῶν <lb/>μέλαιναι ἀνεφύησαν. Γίνονταί τε μᾶλλον πολιαὶ
							σκεπαζομένων <lb/>τῶν τριχῶν ἢ διαπνεομένων. Πρῶτον δὲ πολιοῦνται <lb/>οἱ κρόταφοι τῶν
							ἀνθρώπων, καὶ τὰ πρόσθια πρότερα <lb/>τῶν ὀπισθίων· τελευταῖον δ’ ἡ ἥβη. Εἰσὶ δὲ τῶν
							<lb/>τριχῶν αἱ μὲν συγγενεῖς, αἱ δ’ ὕστερον κατὰ τὰς ἡλικίας <lb/>γινόμεναι ἐν ἀνθρώπῳ
							μόνῳ τῶν ζῴων, συγγενεῖς μὲν αἱ ἐν <lb/>τῇ κεφαλῇ καὶ ταῖς βλεφαρίσι καὶ ταῖς ὀφρύσιν,
							ὑστερογενεῖς <lb/>δὲ αἱ ἐπὶ τῆς ἥβης πρῶτον, ἔπειτα αἱ ἐπὶ τῆς <lb/>μασχάλης, τρίται
							δ’ αἱ ἐπὶ τοῦ γενείου· ἴσοι γὰρ οἱ τόποι <lb/>εἰσὶν ἐν οἷς αἱ τρίχες ἐγγίνονται αἵ τε
							συγγενεῖς καὶ αἱ <lb/>ὑστερογενεῖς. Λείπουσι δὲ καὶ ῥέουσι κατὰ τὴν ἡλικίαν αἱ <lb/>ἐκ
							τῆς κεφαλῆς καὶ μάλιστα καὶ πρῶται. Τούτων δὲ αἱ <lb/>ἔμπροσθεν μόναι· τὰ γὰρ ὄπισθεν
							οὐδεὶς γίνεται φαλακρός. <pb n="81"/> Ἡ μὲν οὖν κατὰ κορυφὴν λειότης φαλακρότης
							<lb/>καλεῖται, ἡ δὲ κατὰ τὰς ὀφρῦς ἀναφαλαντίασις· οὐδέτερον <lb/>δὲ τούτων συμβαίνει
							οὐδενὶ πρὶν ἢ ἀφροδισιάζειν ἄρξηται. <lb/>Οὐ γίνεται δ’ οὔτε παῖς φαλακρὸς οὔτε γυνὴ
							οὔτε <lb/>οἱ ἐκτετμημένοι· ἀλλ’ ἐὰν μὲν ἐκτμηθῇ πρὸ ἥβης, οὐ φύονται <lb/>αἱ
							ὑστερογενεῖς, ἐὰν δ’ ὕστερον, αὗται μόναι ἐκρέουσι, πλὴν <lb/>τῆς ἥβης. Γυνὴ δὲ τὰς
							ἐπὶ τῷ γενείῳ οὐ φύει τρίχας· πλὴν <lb/>ἐνίαις γίγνονται ὀλίγαι, ὅταν τὰ καταμήνιᾳ
							στῇ, καὶ οἷον <lb/>ἐν Καρίᾳ ταῖς ἱερείαις, ὃ δοκεῖ συμβαίνειν σημεῖον τῶν μελλόντων.
							<lb/>Αἱ δ’ ἄλλαι γίγνονται μέν, ἐλάττους δέ. Γίγνονται <lb/>δὲ καὶ ἄνδρες καὶ γυναῖκες
							ἐκ γενετῆς ἐνδεεῖς τῶν ὑστερογενῶν <lb/>τριχῶν ἅμα καὶ ἄγονοι, ὅσοιπερ ἂν καὶ ἥβης
							στερηθῶσιν. <lb/>Αἱ μὲν οὖν ἄλλαι τρίχες αὔξονται κατὰ λόγον ἢ <lb/>πλέον ἢ ἔλαττον,
							μάλιστα μὲν αἱ ἐν τῇ κεφαλῇ, εἶτα <lb/>πώγωνι, καὶ οἱ λεπτότριχοι μάλιστα. Δασύνονται
							δέ τισι <lb/>καὶ αἱ ὀφρύες γινομένοις πρεσβυτέροις, οὕτως ὥστ’ ἀποκείρεσθαι, <lb/>διὰ
							τὸ ἐπὶ συμφύσει ὀστῶν κεῖσθαι, ἃ γηρασκόντων <lb/>διιστάμενα διίησι πλείω ὑγρότητα. Αἱ
							δ’ ἐν ταῖς <lb/>βλεφαρίσιν οὐκ αὔξονται, ῥέουσι δέ, ὅταν ἀφροδισιάζειν <lb/>ἄρξωνται,
							καὶ μᾶλλον τοῖς μᾶλλον ἀφροδισιαστικοῖς· πολιοῦνται <lb/>δὲ βραδύτατα αὗται.
							Ἐκτιλλόμεναι δ’ αἱ τρίχες <lb/>μέχρι τῆς ἀκμῆς ἀναφύονται, εἶτα οὐκέτι. Ἔχει δὲ πᾶσα
							<lb/>θρὶξ ὑγρότητα πρὸς τῇ ῥίζῃ γλίσχραν, καὶ ἕλκει εὐθὺς <lb/>ἐκτιλθεῖσα τὰ κοῦφα
							θιγγάνουσα. Ὅσα δὲ ποικίλα τῶν <lb/>ζῴων κατὰ τὰς τρίχας, τούτοις καὶ ἐν τῷ δέρματι
							προϋπάρχει <lb/>ἡ ποικιλία καὶ ἐν τῷ τῆς γλώττης δέρματι. Περὶ <lb/>δὲ τὸ γένειον τοῖς
							μὲν συμβαίνει καὶ τὴν ὑπήνην καὶ τὸ <lb/>γένειον δασὺ ἔχειν, τοῖς δὲ ταῦτα μὲν λεῖα
							τὰς σιαγόνας δὲ <pb n="82"/> δασείας· ἧττον δὲ γίγνονται φαλακροὶ οἱ μαδιγένειοι.
							<lb/>Αὔξονται δ’ αἱ τρίχες ἔν τε νόσοις τισίν, οἷον ἐν ταῖς <lb/>φθίσεσι μᾶλλον, καὶ
							ἐν γήρᾳ καὶ τεθνεώτων, καὶ σκληρότεραι <lb/>γίγνονται ἀντὶ μαλακῶν· τὰ δ’ αὐτὰ ταῦτα
							συμβαίνει <lb/>καὶ περὶ τοὺς ὄνυχας. Ῥέουσι δὲ μᾶλλον αἱ τρίχες τοῖς
							<lb/>ἀφροδισιαστικοῖς αἱ συγγενεῖς· αἱ δ’ ὑστερογενεῖς γίνονται <lb/>θᾶττον. Οἱ δ’
							ἰξίαν ἔχοντες ἧττον φαλακροῦνται, κἂν <lb/>ὄντες φαλακροὶ λάβωσιν, ἔνιοι δασύνονται.
							Οὐκ αὐξάνεται <lb/>δὲ θρὶξ ἀποτμηθεῖσα, ἀλλὰ κάτωθεν ἀναφυομένη γίνεται <lb/>μείζων.
							Καὶ αἱ λεπίδες δὲ τοῖς ἰχθύσι σκληρότεραι γίνονται <lb/>καὶ παχύτεραι, τοῖς δὲ
							λεπτυνομένοις καὶ τοῖς γηράσκουσι <lb/>σκληρότεραι. Καὶ τῶν τετραπόδων δὲ γινομένων
							<lb/>πρεσβυτέρων τῶν μὲν αἱ τρίχες τῶν δὲ τὰ ἔρια βαθύτερα <lb/>μὲν γίνεται, ἐλάττω δὲ
							τῷ πλήθει· καὶ τῶν μὲν αἱ ὁπλαὶ <lb/>τῶν δ’ αἱ χηλαὶ γίνονται γηρασκόντων μείζους, καὶ
							τὰ <lb/>ῥύγχη τῶν ὀρνίθων. Αὔξονται δὲ καὶ αἱ χηλαί, ὥσπερ <lb/>καὶ οἱ ὄνυχες. </p></div></div></div></body></text></TEI>