<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="15"><p>Τὰ <lb/>δ’ ἐντὸς πῶς ἔχει, λεκτέον ἐν τοῖς ἐναίμοις ζῴοις πρῶτον· <lb/>τούτῳ γὰρ
							διαφέρει τὰ μέγιστα γένη πρὸς τὰ λοιπὰ τῶν <lb/>ἄλλων ζῴων, τῷ τὰ μὲν ἔναιμα τὰ δ’
							ἄναιμα εἶναι. Ἔστι <pb n="50"/> δὲ ταῦτα ἄνθρωπός τε καὶ τὰ ζῳοτόκα τῶν τετραπόδων,
							<lb/>ἔτι δὲ καὶ τὰ ᾠοτόκα τῶν τετραπόδων καὶ ὄρνις καὶ ἰχθὺς <lb/>καὶ κῆτος, καὶ εἴ τι
							ἄλλο ἀνώνυμόν ἐστι διὰ τὸ μὴ εἶναι <lb/>γένος ἀλλ’ ἁπλοῦν τὸ εἶδος ἐπὶ τῶν καθ’
							ἕκαστον, οἷον <lb/>ὄφις καὶ κροκόδειλος. Ὅσα μὲν οὖν ἐστὶ τετράποδα καὶ <lb/>ζῳοτόκα,
							στόμαχον μὲν καὶ ἀρτηρίαν πάντ’ ἔχει, καὶ <lb/>κείμενα τὸν αὐτὸν τρόπον ὥσπερ ἐν τοῖς
							ἀνθρώποις· ὁμοίως <lb/>δὲ καὶ ὅσα ᾠοτοκεῖ τῶν τετραπόδων, καὶ ἐν τοῖς ὄρνισιν·
							<lb/>ἀλλὰ τοῖς εἴδεσι τῶν μορίων τούτων διαφέρουσιν. Ὅλως <lb/>δὲ πάντα ὅσα τὸν ἀέρα
							δεχόμενα ἀναπνεῖ καὶ ἐκπνεῖ, πάντ’ <lb/>ἔχει πνεύμονα καὶ ἀρτηρίαν καὶ στόμαχον, καὶ
							τὴν θέσιν τοῦ <lb/>στομάχου καὶ τῆς ἀρτηρίας ὁμοίως, ἀλλ’ οὐχ ὅμοια, τὸν δὲ
							<lb/>πλεύμονα οὔθ’ ὅμοιον οὔτε τῇ θέσει ὁμοίως ἔχοντα. Ἔτι <lb/>δὲ καρδίαν ἅπαντ’ ἔχει
							ὅσα αἷμα ἔχει, καὶ τὸ διάζωμα, ὃ <lb/>καλοῦνται φρένες· ἀλλ’ ἐν τοῖς μικροῖς διὰ
							λεπτότητα καὶ <lb/>σμικρότητα οὐ φαίνεται ὁμοίως, πλὴν ἐν τῇ καρδίᾳ. Ἴδιον <lb/>δ’
							ἐστὶν ἐπὶ τῶν βοῶν· ἔστι γάρ τι γένος βοῶν, ἀλλ’ οὐ <lb/>πάντες, ὃ ἔχει ἐν τῇ καρδίᾳ
							ὀστοῦν. Ἔχει δὲ καὶ ἡ τῶν <lb/>ἵππων καρδία ὀστοῦν. Πλεύμονα δ’ οὐ πάντα, οἷον
							<lb/>ἰχθὺς οὐκ ἔχει, οὐδ’ εἴ τι ἄλλο τῶν ζῴων ἔχει βράγχια. <lb/>Καὶ ἧπαρ ἅπαντ’ ἔχει
							ὅσαπερ αἷμα. Σπλῆνα δὲ τὰ <lb/>πλεῖστα ἔχει ὅσαπερ καὶ αἷμα. Τὰ δὲ πολλὰ τῶν μὴ
							<lb/>ζῳοτόκων ἀλλ’ ᾠοτόκων μικρὸν ἔχει τὸν σπλῆνα οὕτως <lb/>ὥστε λανθάνειν ὀλίγου τὴν
							αἴσθησιν, ἔν τε τοῖς ὄρνισι τοῖς <lb/>πλείστοις, οἷον ἐν περιστερᾷ καὶ ἰκτίνῳ καὶ
							ἱέρακι καὶ <lb/>γλαυκί· ὁ δ’ αἰγοκέφαλος ὅλως οὐκ ἔχει. Καὶ ἐπὶ τῶν ᾠοτόκων <pb n="51"/> τόκων δὲ καὶ τετραπόδων τὸν αὐτὸν τρόπον ἔχει· μικρὸν <lb/>γὰρ πάμπαν ἔχουσι· καὶ
							ταῦτα, οἷον χελώνη, ἑμύς, φρύνη, <lb/>σαῦρος, κροκόδειλος, βάτραχος. Χολὴν δὲ τῶν ζῴων
							τὰ <lb/>μὲν ἔχει τὰ δ’ οὐκ ἔχει ἐπὶ τῷ ἥπατι. Τῶν μὲν ζῳοτόκων <lb/>καὶ τετραπόδων
							ἔλαφος οὐκ ἔχει οὐδὲ πρόξ, ἔτι δὲ ἵππος, <lb/>ὀρεύς, ὄνος, φώκη καὶ τῶν ὑῶν ἔνιοι. Τῶν
							δ’ ἐλάφων αἱ <lb/>Ἀχαΐναι καλούμεναι δοκοῦσιν ἔχειν ἐν τῇ κέρκῳ χολήν· <lb/>ἔστι δ’ ὃ
							λέγουσι τὸ μὲν χρῶμα ὅμοιον χολῇ, οὐ μέντοι <lb/>ὅλον ὑγρὸν οὕτως, ἀλλ’ ὅμοιον τῷ τοῦ
							σπληνὸς τὰ ἐκτός. <lb/>Σκώληκας μέντοι πάντες ἔχουσιν ἐν τῇ κεφαλῇ ζῶντας· ἐγγίνονται
							<lb/>δὲ ὑποκάτω τοῦ ὑπογλωττίου ἐν τῷ κοίλῳ καὶ περὶ <lb/>τὸν σφόνδυλον, ᾗ ἡ κεφαλὴ
							προσπέφυκε, τὸ μέγεθος οὐκ <lb/>ἐλάττους ὄντες τῶν μεγίστων εὐλῶν· ἐγγίνονται δ’
							ἀθρόοι <lb/>καὶ συνεχεῖς, τὸν ἀριθμὸν δ’ εἰσὶ μάλιστα περὶ εἴκοσι. <lb/>Χολὴν μὲν οὖν
							οὐκ ἔχουσιν οἱ ἔλαφοι, ὥσπερ εἴρηται· τὸ δ’ <lb/>ἔντερον αὐτῶν ἐστὶ πικρὸν οὕτως ὥστε
							μηδὲ τοὺς κύνας ἐθέλειν <lb/>ἐσθίειν, ἂν μὴ σφόδρα πίων ᾖ ὁ ἔλαφος. Ἔχει δὲ καὶ <lb/>ὁ
							ἐλέφας τὸ ἧπαρ ἄχολον μέν, τεμνομένου μέντοι περὶ τὸν <lb/>τόπον οὗ τοῖς ἔχουσιν
							ἐπιφύεται ἡ χολή, ῥεῖ ὑγρότης χολώδης <lb/>ἢ πλείων ἢ ἐλάττων. Τῶν δὲ δεχομένων τὴν
							θάλατταν <lb/>καὶ ἐχόντων πλεύμονα δελφὶς οὐκ ἔχει χολήν. Οἱ <lb/>δ’ ὄρνιθες καὶ οἱ
							ἰχθύες πάντες ἔχουσι, καὶ τὰ ᾠοτόκα καὶ <lb/>τετράποδα, καὶ ὡς ἐπίπαν εἰπεῖν ἢ πλείω ἢ
							ἐλάττω· ἀλλ’ οἱ <lb/>μὲν πρὸς τῷ ἥπατι τῶν ἰχθύων, οἷον οἵ τε γαλεώδεις καὶ
							<lb/>γλάνις καὶ ῥίνη καὶ λειόβατος καὶ νάρκη καὶ τῶν μακρῶν <lb/>ἐγχέλυς καὶ βελόνη
							καὶ ζύγαινα. Ἔχει δὲ καὶ ὁ καλλιώνυμος <lb/>ἐπὶ τῷ ἥπατι, ὅσπερ ἔχει μεγίστην τῶν
							ἰχθύων ὡς <pb n="52"/> κατὰ μέγεθος. Οἱ δὲ πρὸς τοῖς ἐντέροις ἔχουσιν, ἀποτεταμένην
							<lb/>ἀπὸ τοῦ ἥπατος πόροις ἐνίοις πάνυ λεπτοῖς. Ἡ μὲν <lb/>οὖν ἀμία παρὰ τὸ ἔντερον
							παρατεταμένην ἰσομήκη ἔχει, <lb/>πολλάκις δὲ καὶ ἐπαναδίπλωμα· οἱ δ’ ἄλλοι πρὸς τοῖς
							ἐντέροις, <lb/>οἱ μὲν πορρώτερον οἱ δ’ ἐγγύτερον, οἷον βάτραχος, <lb/>ἔλλοψ, συναγρίς,
							σμύραινα, ξιφίας. Πολλάκις δὲ καὶ τὸ <lb/>αὐτὸ γένος ἐπ’ ἀμφότερα φαίνεται ἔχον, οἷον
							γόγγροι οἱ <lb/>μὲν πρὸς τῷ ἥπατι, οἱ δὲ κάτω ἀπηρτημένην. Ὁμοίως δ’ <lb/>ἔχει τοῦτο
							καὶ ἐπὶ τῶν ὀρνίθων· ἔνιοι γὰρ πρὸς τῇ κοιλίᾳ <lb/>ἔχουσιν, οἱ δὲ πρὸς τοῖς ἐντέροις
							τὴν χολήν, οἷον περιστερά, <lb/>κόραξ, ὄρτυξ, χελιδών, στρουθός. Ἔνιοι δ’ ἅμα πρὸς τῷ
							<lb/>ἥπατι ἔχουσι καὶ πρὸς τῇ κοιλίᾳ, οἷον αἰγοκέφαλος, οἱ δ’ <lb/>ἅμα πρὸς τῷ ἥπατι
							καὶ τοῖς ἐντέροις, οἷον ἱέραξ καὶ ἰκτῖνος. </p></div></div></div></body></text></TEI>