<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="13"><p>Τῶν δ’ ἐνύδρων ζῴων τὸ τῶν ἰχθύων γένος ἓν ἀπὸ τῶν <lb/>ἄλλων ἀφώρισται, πολλὰς
							περιέχον ἰδέας. Κεφαλὴν μὲν <lb/>γὰρ ἔχει καὶ τὰ πρανῆ καὶ τὰ ὕπτια, ἐν ᾧ τόπῳ ἡ
							γαστὴρ <lb/>καὶ τὰ σπλάγχνα· καὶ ὀπίσθιον οὐραῖον συνεχὲς ἔχει καὶ <lb/>ἄσχιστον·
							τοῦτο δ’ οὐ πᾶσιν ὅμοιον. Αὐχένα δ’ οὐδεὶς ἔχει <lb/>ἰχθύς, οὐδὲ κῶλον οὐθέν, οὐδ’
							ὄρχεις ὅλως, οὔτ’ ἐντὸς οὔτ’ <lb/>ἐκτός, οὐδὲ μαστούς. Τοῦτο μὲν οὖν ὅλως οὐδ’ ἄλλο
							οὐθὲν <lb/>τῶν μὴ ζῳοτοκούντων, οὐδὲ τὰ ζῳοτοκοῦντα πάντα, ἀλλ’ ὅσα <lb/>εὐθὺς ἐν
							αὑτοῖς ζῳοτοκεῖ καὶ μὴ ᾠοτοκεῖ πρῶτον. Καὶ γὰρ <lb/>ὁ δελφὶς ζῳοτοκεῖ, διὸ ἔχει
							μαστοὺς δύο, οὐκ ἄνω δ’ ἀλλὰ <lb/>πλησίον τῶν ἄρθρων. Ἔχει δ’ οὐχ ὥσπερ τὰ τετράποδα
							<lb/>ἐπιφανεῖς θηλάς, ἀλλ’ οἷον ῥύακας δύο, ἑκατέρωθεν ἐκ τῶν <lb/>πλαγίων ἕνα, ἐξ ὧν
							τὸ γάλα ῥεῖ· καὶ θηλάζεται ὑπὸ τῶν <lb/>τέκνων παρακολουθούντων· καὶ τοῦτο ὦπται ἤδη
							ὑπό τινων <lb/>φανερῶς. Οἱ δ’ ἰχθύες, ὥσπερ εἴρηται, οὔτε μαστοὺς ἔχουσιν <lb/>οὔτε
							αἰδοίων πόρον ἐκτὸς οὐθένα φανερόν. Ἴδιον δ’ ἔχουσι τό <lb/>τε τῶν βραγχίων, ᾗ τὸ ὕδωρ
							ἀφιᾶσι δεξάμενοι κατὰ τὸ στόμα, <lb/>καὶ τὰ πτερύγια, οἱ μὲν πλεῖστοι τέτταρα, οἱ δὲ
							προμήκεις <lb/>δύο, οἷον ἐγχέλυς, ὄντα πρὸς τὰ βράγχια. Ὁμοίως δὲ καὶ <lb/>κεστρεῖς,
							οἷον ἐν Σιφαῖς οἱ ἐν τῇ λίμνῃ, δύο, καὶ ἡ καλουμένη <lb/>ταινία ὡσαύτως. Ἔνια δὲ τῶν
							προμήκων οὐδὲ πτερύγια <lb/>ἔχει, οἷον σμύραινα, οὐδὲ τὰ βράγχια διηρθρωμένα ὁμοίως
							<lb/>τοῖς ἄλλοις ἰχθύσιν. Αὐτῶν δὲ τῶν ἐχόντων βράγχια τὰ <lb/>μὲν ἔχει ἐπικαλύμματα
							τοῖς βραγχίοις, τὰ δὲ σελάχη <lb/>πάντα ἀκάλυπτα. Καὶ τὰ μὲν ἔχοντα καλύμματα πάντα ἐκ
							<lb/>πλαγίου ἔχει τὰ βράγχια, τῶν δὲ σελαχῶν τὰ μὲν πλατέα <lb/>κάτω ἐν τοῖς ὑπτίοις,
							οἷον νάρκη καὶ βάτος, τὰ δὲ προμήκη <lb/>ἐν τοῖς πλαγίοις, οἷον πάντα τὰ γαλεώδη. Ὁ δὲ
							βάτραχος <lb/>ἐκ πλαγίου μὲν ἔχει, καλυπτόμενα δ’ οὐκ ἀκανθώδει <pb n="48"/> καλύμματι
							ὥσπερ οἱ μὴ σελαχώδεις, ἀλλὰ δερματώδει. <lb/>Ἔτι δὲ τῶν ἐχόντων βράγχια τῶν μὲν ἁπλᾶ
							ἐστὶ τὰ <lb/>βράγχια, τῶν δὲ διπλᾶ· τὸ δ’ ἔσχατον πρὸς τὸ σῶμα <lb/>πάντων ἁπλοῦν. Καὶ
							πάλιν τὰ μὲν ὀλίγα βράγχια ἔχει, <lb/>τὰ δὲ πλῆθος βραγχίων· ἴσα δ’ ἐφ’ ἑκάτερα
							πάντες. Ἔχει <lb/>δ’ ὁ ἐλάχιστα ἔχων ἓν ἐφ’ ἑκάτερα βράγχιον, διπλοῦν δὲ <lb/>τοῦτο,
							οἷον κάπρος· οἱ δὲ δύο ἐφ’ ἑκάτερα, τὸ μὲν ἁπλοῦν <lb/>τὸ δὲ διπλοῦν, οἷον γόγγρος καὶ
							σκάρος· οἱ δὲ τέτταρα <lb/>ἐφ’ ἑκάτερα ἁπλᾶ, οἷον ἔλλοψ, συναγρίς, σμύραινα, ἐγχέλυς·
							<lb/>οἱ δὲ τέτταρα μὲν δίστοιχα δὲ πλὴν τοῦ ἐσχάτου, οἷον <lb/>κίχλη καὶ πέρκη καὶ
							γλάνις καὶ κυπρῖνος. Ἔχουσι δὲ καὶ οἱ <lb/>γαλεώδεις διπλᾶ πάντες, καὶ πέντ’ ἐφ’
							ἑκάτερα· ὁ δὲ ξιφίας <lb/>ὀκτὼ διπλᾶ. Περὶ μὲν οὖν πλήθους βραγχίων ἐν <lb/>τοῖς
							ἰχθύσι τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Ἔτι δὲ πρὸς τἆλλα <lb/>ζῷα οἱ ἰχθύες διαφέρουσι πρὸς τῇ
							διαφορᾷ τῇ περὶ τὰ <lb/>βράγχια· οὔτε γὰρ ὥσπερ τῶν πεζῶν ὅσα ζῳοτόκα ἔχει
							<lb/>τρίχας, οὔθ’ ὥσπερ ἔνια τῶν ᾠοτοκούντων τετραπόδων <lb/>φολίδας, οὔθ’ ὡς τὸ τῶν
							ὀρνέων γένος πτερωτόν, ἀλλ’ οἱ <lb/>μὲν πλεῖστοι αὐτῶν λεπιδωτοί εἰσιν, ὀλίγοι δέ
							τινες τραχεῖς, <lb/>ἐλάχιστον δ’ ἐστὶ πλῆθος αὐτῶν τὸ λεῖον. Τῶν μὲν οὖν <lb/>σελαχῶν
							τὰ μὲν τραχέα ἐστὶ τὰ δὲ λεῖα, γόγγροι δὲ καὶ <lb/>ἐγχέλυες καὶ θύννοι τῶν λείων.
							Καρχαρόδοντες δὲ πάντες <lb/>οἱ ἰχθύες ἔξω τοῦ σκάρου· καὶ πάντες ἔχουσιν ὀξεῖς τοὺς
							<lb/>ὀδόντας καὶ πολυστοίχους, καὶ ἔνιοι ἐν τῇ γλώττῃ. Καὶ <lb/>γλῶτταν σκληρὰν καὶ
							ἀκανθώδη ἔχουσι, καὶ προσπεφυκυῖαν <lb/>οὕτως ὥστ’ ἐνίοτε μὴ δοκεῖν ἔχειν. Τὸ δὲ στόμα
							οἱ μὲν <lb/>ἀνερρωγός, ὥσπερ ἔνια τῶν ζῳοτόκων καὶ τετραπόδων. <lb/>Τῶν δ’ αἰσθητηρίων
							τῶν μὲν ἄλλων οὐθὲν ἔχουσι φανερὸν <pb n="49"/> οὔτ’ αὐτὸ οὔτε τοὺς πόρους, οὔτ’ ἀκοῆς
							οὔτ’ ὀσφρήσεως· <lb/>ὀφθαλμοὺς δὲ πάντες ἔχουσιν ἄνευ βλεφάρων, οὐ σκληρόφθαλμοι
							<lb/>ὄντες. Ἔναιμον μὲν οὖν ἐστὶν ἅπαν τὸ τῶν <lb/>ἰχθύων γένος, εἰσὶ δ’ αὐτῶν οἱ μὲν
							ᾠοτόκοι οἱ δὲ ζῳοτόκοι, <lb/>οἱ μὲν λεπιδωτοὶ πάντες ᾠοτόκοι, τὰ δὲ σελάχη πάντα
							<lb/>ζῳοτόκα πλὴν βατράχου. </p></div></div></div></body></text></TEI>