<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="12"><p>Ὁμοίως δ’ ἔνια μόρια καὶ οἱ ὄρνιθες τοῖς εἰρημένοις ἔχουσι <lb/>ζῴοις· καὶ γὰρ
							κεφαλὴν καὶ αὐχένα πάντ’ ἔχει καὶ νῶτον καὶ <lb/>τὰ ὕπτια τοῦ σώματος καὶ τὸ ἀνάλογον
							τῷ στήθει· σκέλη <lb/>δὲ δύο καθάπερ ἄνθρωπος μάλιστα τῶν ζῴων· πλὴν κάμπτει <lb/>εἰς
							τοὔπισθεν ὁμοίως τοῖς τετράποσιν, ὥσπερ εἴρηται πρότερον. <lb/>Χεῖρας δ’ οὐδὲ πόδας
							προσθίους ἔχει, ἀλλὰ πτέρυγας <lb/>ἴδιον πρὸς τὰ ἄλλα ζῷα. Ἔτι δὲ τὸ ἰσχίον ὅμοιον
							<lb/>μηρῷ μακρὸν καὶ προσπεφυκὸς μέχρι ὑπὸ μέσην τὴν γαστέρα, <lb/>ὥστε δοκεῖν
							διαιρούμενον μηρὸν εἶναι, τὸν δὲ μηρὸν <lb/>μεταξὺ τῆς κνήμης, ἕτερόν τι μέρος.
							Μεγίστους δὲ τοὺς <lb/>μηροὺς ἔχει τὰ γαμψώνυχα τῶν ὀρνίθων, καὶ τὸ στῆθος
							<lb/>ἰσχυρότερον τῶν ἄλλων. Πολυώνυχοι δ’ εἰσὶ πάντες οἱ <lb/>ὄρνιθες, ἔτι δὲ
							πολυσχιδεῖς τρόπον τινὰ πάντες· τῶν μὲν <lb/>γὰρ πλείστων διῄρηνται οἱ δάκτυλοι, τὰ δὲ
							πλωτὰ στεγανόποδά <lb/>ἐστι, διηρθρωμένους δ’ ἔχει καὶ χωριστοὺς δακτύλους. <lb/>Εἰσὶ
							δ’ ὅσοι αὐτῶν μετεωρίζονται πάντες τετραδάκτυλοι· <lb/>τρεῖς μὲν γὰρ εἰς τὸ ἔμπροσθεν
							ἕνα δ’ εἰς τὸ <lb/>ὄπισθεν κείμενον ἔχουσιν οἱ πλεῖστοι ἀντὶ πτέρνης· ὀλίγοι <lb/>δέ
							τινες δύο μὲν ἔμπροσθεν δύο δ’ ὄπισθεν, οἷον ἡ καλουμένη <lb/>ἴυγξ. Αὕτη δ’ ἐστὶ μικρῷ
							μὲν μείζων σπίζης, τὸ δ’ εἶδος <lb/>ποικίλον, ἴδια δ’ ἔχει τά τε περὶ τοὺς δακτύλους
							καὶ τὴν <lb/>γλῶτταν ὁμοίαν τοῖς ὄφεσιν· ἔχει γὰρ ἐπὶ μῆκος ἔκτασιν <lb/>καὶ ἐπὶ
							τέτταρας δακτύλους, καὶ πάλιν συστέλλεται εἰς <lb/>ἑαυτήν. Ἔτι δὲ περιστρέφει τὸν
							τράχηλον εἰς τοὐπίσω <lb/>τοῦ λοιποῦ σώματος ἠρεμοῦντος, καθάπερ οἱ ὄφεις. Ὄνυχας
							<lb/>δ’ ἔχει μεγάλους μὲν ὁμοίως μέντοι πεφυκότας τοῖς τῶν <lb/>κολοιῶν· τῇ δὲ φωνῇ
							τρίζει. Στόμα δ’ οἱ ὄρνιθες ἔχουσι <lb/>μὲν ἴδιον δέ· οὔτε γὰρ χείλη οὔτ’ ὀδόντας
							ἔχουσιν, ἀλλὰ <pb n="46"/> ῥύγχος, οὔτ’ ὦτα οὔτε μυκτῆρας, ἀλλὰ τοὺς πόρους τούτων
							<lb/>τῶν αἰσθήσεων, τῶν μὲν μυκτήρων ἐν τῷ ῥύγχει, τῆς δ’ <lb/>ἀκοῆς ἐν τῇ κεφαλῇ.
							Ὀφθαλμοὺς δὲ πάντες καθάπερ καὶ <lb/>τἆλλα ζῷα δύο, ἄνευ βλεφαρίδων. Μύουσι δ’ οἱ
							βαρεῖς <lb/>τῷ κάτω βλεφάρῳ, σκαρδαμύττουσι δ’ ἐκ τοῦ κανθοῦ δέρματι <lb/>ἐπιόντι
							πάντες, οἱ δὲ γλαυκώδεις τῶν ὀρνίθων καὶ τῷ <lb/>ἄνω βλεφάρῳ. Τὸ δ’ αὐτὸ τοῦτο ποιοῦσι
							καὶ τὰ φολιδωτά, <lb/>οἷον οἱ σαῦροι καὶ τἆλλα τὰ ὁμοιογενῆ τούτοις τῶν ζῴων·
							<lb/>μύουσι γὰρ τῇ κάτω βλεφαρίδι πάντες, οὐ μέντοι σκαρδαμύττουσί <lb/>γε ὥσπερ οἱ
							ὄρνιθες. Ἔτι δ’ οὔτε φολίδας οὔτε <lb/>τρίχας ἔχουσιν, ἀλλὰ πτερά· τὰ δὲ πτερὰ ἔχει
							καυλὸν <lb/>ἅπαντα. Καὶ οὐρὰν μὲν οὐκ ἔχουσιν, ὀρροπύγιον δέ, οἱ <lb/>μὲν μακροσκελεῖς
							καὶ στεγανόποδες βραχύ, οἱ δ’ ἐναντίοι <lb/>μέγα. Καὶ οὗτοι μὲν πρὸς τῇ γαστρὶ τοὺς
							πόδας ἔχοντες <lb/>πέτονται, οἱ δὲ μικρορροπύγιοι ἐκτεταμένους. Καὶ γλῶτταν
							<lb/>ἅπαντες, ταύτην δ’ ἀνομοίαν· οἱ μὲν γὰρ μακρὰν οἱ δὲ <lb/>πλατεῖαν. Μάλιστα δὲ
							τῶν ζῴων μετὰ τὸν ἄνθρωπον γράμματα <lb/>φθέγγεται ἔνια τῶν ὀρνίθων γένη· τοιαῦτα δ’
							ἐστὶ <lb/>τὰ πλατύγλωττα αὐτῶν μάλιστα. Τὴν δ’ ἐπιγλωττίδα <lb/>ἐπὶ τῆς ἀρτηρίας οὐθὲν
							τῶν ᾠοτοκούντων ἔχει, ἀλλὰ συνάγει <lb/>καὶ διοίγει τὸν πόρον ὥστε μηθὲν καθεῖναι τῶν
							ἐχόντων <lb/>βάρος ἐπὶ τὸν πλεύμονα. Γένη δ’ ἔνια τῶν ὀρνίθων ἔχει <lb/>καὶ πλῆκτρα·
							γαμψώνυχον δ’ ἅμα καὶ πλῆκτρον ἔχον οὐθέν. <lb/>Ἔστι δὲ τὰ μὲν γαμψώνυχα τῶν πτητικῶν,
							τὰ δὲ πληκτροφόρα <lb/>τῶν βαρέων. Ἔτι δ’ ἔνια τῶν ὀρνέων λόφον ἔχουσι, <lb/>τὰ μὲν
							αὐτῶν τῶν πτερῶν ἐπανεστηκότα, ὁ δ’ ἀλεκτρυὼν <lb/>μόνος ἴδιον· οὔτε γὰρ σάρξ ἐστιν
							οὔτε πόρρω σαρκὸς <lb/>τὴν φύσιν. </p></div></div></div></body></text></TEI>