<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0086.tlg014.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="1"><head>Β.</head><p>Τῶν δ’ ἄλλων ζῴων τὰ μόρια τὰ μὲν κοινὰ πάντων ἐστίν, <lb/>ὥσπερ εἴρηται πρότερον, τὰ
							δὲ γενῶν τινῶν. Ταὐτὰ δὲ <lb/>καὶ ἕτερά ἐστιν ἀλλήλων τὸν ἤδη πολλάκις εἰρημένον
							τρόπον. <lb/>Σχεδὸν γὰρ ὅσα γ’ ἐστὶ γένει ἕτερα τῶν ζῴων, <lb/>καὶ τὰ πλεῖστα τῶν
							μερῶν ἔχει ἕτερα τῷ εἴδει, καὶ τὰ μὲν <lb/>κατ’ ἀναλογίαν ἀδιάφορα μόνον, τῷ γένει δ’
							ἕτερα, τὰ δὲ <lb/>τῷ γένει μὲν ταὐτὰ τῷ εἴδει δ’ ἕτερα· πολλὰ δὲ τοῖς μὲν
							<lb/>ὑπάρχει, τοῖς δ’ οὐχ ὑπάρχει. Τὰ μὲν οὖν τετράποδα καὶ <lb/>ζῳοτόκα κεφαλὴν μὲν
							ἔχει καὶ αὐχένα καὶ τὰ ἐν τῇ κεφαλῇ <lb/>μόρια ἅπαντα, διαφέρει δὲ τὰς μορφὰς τῶν
							μορίων ἕκαστον. <lb/>Καὶ ὅ γε λέων τὸ τοῦ αὐχένος ἔχει ἓν ὀστοῦν, σφονδύλους <lb/>δ’
							οὐκ ἔχει· τὰ δὲ ἐντὸς ἀνοιχθεὶς ὅμοια πάντ’ ἔχει <lb/>κυνί. Ἔχει δὲ τὰ τετράποδα ζῷα
							καὶ ζῳοτόκα ἀντὶ τῶν <lb/>βραχιόνων σκέλη πρόσθια, πάντα μὲν τὰ τετράποδα, μάλιστα
							<lb/>δὲ ἀνάλογον ταῖς χερσὶ τὰ πολυσχιδῆ αὐτῶν· χρῆται <lb/>γὰρ πρὸς πολλὰ ὡς χερσίν.
							Καὶ τὰ ἀριστερὰ δ’ ἧττον <lb/>ἔχει ἀπολελυμένα τῶν ἀνθρώπων, πλὴν ἐλέφαντος· οὗτος
							<lb/>δὲ τά τε περὶ τοὺς δακτύλους ἀδιαρθρωτότερα ἔχει τῶν <lb/>ποδῶν, καὶ τὰ πρόσθια
							σκέλη πολλῷ μείζω. Ἔστι δὲ πενταδάκτυλον, <lb/>καὶ πρὸς τοῖς ὀπισθίοις σκέλεσι σφυρὰ
							ἔχει <lb/>βραχέα. Ἔχει δὲ μυκτῆρα τοιοῦτον καὶ τηλικοῦτον ὥστε <lb/>ἀντὶ χειρῶν ἔχειν
							αὐτόν· πίνει γὰρ καὶ ἐσθίει ὀρέγων τούτῳ <pb n="30"/> εἰς τὸ στόμα, καὶ τῷ ἐλεφαντιστῇ
							ἀνορέγει ἄνω. Τούτῳ <lb/>καὶ δένδρα ἀνασπᾷ, καὶ διὰ τοῦ ὕδατος βαδίζων τούτῳ ἀναφυσᾷ.
							<lb/>Τῷ δ’ ἄκρῳ ἐγκλίνει, οὐ κάμπτεται δέ· χονδρῶδες <lb/>γὰρ ἔχει. Μόνον δὲ καὶ
							ἀμφιδέξιον γίνεται τῶν ἄλλων <lb/>ζῴων ἄνθρωπος. Τῷ δὲ στήθει τῷ τοῦ ἀνθρώπου πάντα
							<lb/>τὰ ζῷα ἀνάλογον ἔχει τοῦτο τὸ μόριον, ἀλλ’ οὐχ ὅμοιον· <lb/>ὁ μὲν γὰρ πλατὺ τὸ
							στῆθος, τὰ δ’ ἄλλα στενόν. Μαστοὺς <lb/>δ’ οὐκ ἔχει οὐθὲν ἐν τῷ πρόσθεν ἀλλ’ ἢ
							ἄνθρωπος· ὁ δ’ <lb/>ἐλέφας ἔχει μὲν μαστοὺς δύο, ἀλλ’ οὐκ ἐν τῷ στήθει ἀλλὰ <lb/>πρὸς
							τῷ στήθει.</p><p>Τὰς δὲ κάμψεις τῶν κώλων καὶ τῶν ἔμπροσθεν καὶ τῶν <lb/>ὄπισθεν ὑπεναντίας ἔχουσι καὶ
							ἑαυταῖς καὶ ταῖς τοῦ ἀνθρώπου <lb/>καμπαῖς, πλὴν ἐλέφαντος. Τοῖς μὲν γὰρ ζῳοτόκοις
							<lb/>τῶν τετραπόδων κάμπτεται τὰ μὲν πρόσθια εἰς τὸ πρόσθεν <lb/>τὰ δ’ ὀπίσθια εἰς
							τοὔπισθεν, καὶ ἔχουσι τὰ κοῖλα τῆς <lb/>περιφερείας πρὸς ἄλληλα ἀντεστραμμένα· ὁ δ’
							ἐλέφας οὐχ <lb/>ὡς ἔλεγόν τινες, ἀλλὰ συγκαθίζει καὶ κάμπτει τὰ σκέλη, <lb/>πλὴν οὐ
							δύναται διὰ τὸ βάρος ἐπ’ ἀμφότερα ἅμα, ἀλλ’ <lb/>ἀνακλίνεται ἢ ἐπὶ τὰ εὐώνυμα ἢ ἐπὶ τὰ
							δεξιά, καὶ καθεύδει ἐν <lb/>τούτῳ τῷ σχήματι, κάμπτει δὲ τὰ ὀπίσθια σκέλη ὥσπερ
							<lb/>ἄνθρωπος. Τοῖς ᾠοτόκοις δέ, οἷον κροκοδείλῳ καὶ σαύρᾳ <lb/>καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς
							τοιούτοις ἅπασιν, ἀμφότερα τὰ σκέλη <lb/>καὶ τὰ πρόσθια καὶ τὰ ὀπίσθια εἰς τὸ πρόσθεν
							κάμπτεται, <lb/>μικρὸν εἰς τὸ πλάγιον παρεγκλίνοντα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοῖς <lb/>ἄλλοις
							τοῖς πολύποσιν· πλὴν τὰ μεταξὺ τῶν ἐσχάτων ἀεὶ <lb/>ἐπαμφοτερίζει καὶ τὴν κάμψιν ἔχει
							εἰς τὸ πλάγιον μᾶλλον. <pb n="31"/> Ὁ δ’ ἄνθρωπος ἄμφω τὰς καμπὰς τῶν κώλων ἐπὶ ταὐτὸ
							<lb/>ἔχει καὶ ἐξ ἐναντίας· τοὺς μὲν γὰρ βραχίονας εἰς τοὔπισθεν <lb/>κάμπτει, πλὴν
							μικρὸν ἐβλαίσωται ἐπὶ τὰ πλάγια τὰ ἐντός, <lb/>τὰ δὲ σκέλη εἰς τοὔμπροσθεν. Εἰς δὲ τὸ
							ὄπισθεν τά τε <lb/>πρόσθια καὶ τὰ ὀπίσθια οὐθὲν κάμπτει τῶν ζῴων. Ἐναντίως <lb/>δὲ
							τοῖς ἀγκῶσι καὶ τοῖς προσθίοις σκέλεσιν ἠ τῶν <lb/>ὤμων ἔχει καμπὴ πᾶσι, καὶ τῶν
							ὄπισθεν γονάτων ἡ τῶν <lb/>ἰσχίων, ὥστ’ ἐπεὶ ὁ ἄνθρωπος τοῖς πολλοῖς ἐναντίως κάμπτει,
							<lb/>καὶ οἱ τὰ τοιαῦτ’ ἔχοντες ἐναντίως. Παραπλησίους <lb/>δὲ τὰς καμπὰς ἔχει καὶ ὁ
							ὄρνις τοῖς τετράποσι ζῴοις· δίπους <lb/>γὰρ ὢν τὰ μὲν σκέλη εἰς τὸ ὄπισθεν κάμπτει,
							ἀντὶ <lb/>δὲ βραχιόνων καὶ σκελῶν τῶν ἔμπροσθεν πτέρυγας ἔχει, <lb/>ὧν ἡ κάμψις ἐστὶν
							εἰς τὸ πρόσθεν. Ἡ δὲ φώκη ὥσπερ <lb/>πεπηρωμένον ἐστὶ τετράπουν· εὐθὺς γὰρ ἔχει μετὰ
							τὴν <lb/>ὠμοπλάτην τοὺς πόδας ὁμοίους χερσίν, ὥσπερ καὶ οἱ τῆς <lb/>ἄρκτου·
							πενταδάκτυλοι γάρ εἰσι, καὶ ἕκαστος τῶν δακτύλων <lb/>καμπὰς ἔχει τρεῖς καὶ ὄνυχα οὐ
							μέγαν· οἱ δ’ ὀπίσθιοι πόδες <lb/>πενταδάκτυλοι μέν εἰσι, καὶ τὰς καμπὰς καὶ τοὺς
							ὄνυχας <lb/>ὁμοίους ἔχουσι τοῖς προσθίοις, τῷ δὲ σχήματι παραπλήσιοι <lb/>ταῖς τῶν
							ἰχθύων οὐραῖς εἰσίν.</p><p>Αἱ δὲ κινήσεις τῶν ζῴων τῶν μὲν τετραπόδων καὶ πολυπόδων <lb/>κατὰ διάμετρόν εἰσι,
							καὶ ἑστᾶσιν οὕτως· ἡ δ’ ἀρχὴ <lb/>ἀπὸ τῶν δεξιῶν πᾶσιν. Κατὰ σκέλος δὲ βαδίζουσιν ὅ τε
							<lb/>λέων καὶ αἱ κάμηλοι ἀμφότεραι, αἵ τε Βακτριαναὶ καὶ αἱ <lb/>Ἀράβιαι. Τὸ δὲ κατὰ
							σκέλος ἐστὶν ὅτε οὐ προβαίνει τῷ <lb/>ἀριστερῷ τὸ δεξιόν, ἀλλ’ ἐπακολουθεῖ.</p><p>Ἔχουσι δὲ τὰ τετράποδα ζῷα, ὅσα μὲν ὁ ἄνθρωπος μόρια <lb/>ἔχει ἐν τῷ πρόσθεν, κάτω ἐν
							τοῖς ὑπτίοις, τὰ δὲ ὀπίσθια ἐν <pb n="32"/> τοῖς πρανέσιν. Ἔτι δὲ τὰ πλεῖστα κέρκον
							ἔχει· καὶ γὰρ ἡ <lb/>φώκη μικρὰν ἔχει, ὁμοίαν τῇ τοῦ ἐλάφου. Περὶ δὲ τῶν
							<lb/>πιθηκοειδῶν ζῴων ὕστερον διορισθήσεται.</p><p>Πάντα δ’ ὅσα τετράποδα καὶ ζῳοτόκα, δασέα ὡς εἰπεῖν <lb/>ἐστί, καὶ οὐχ ὥσπερ ὁ
							ἄνθρωπος ὀλιγότριχον καὶ μικρότριχον <lb/>πλὴν τῆς κεφαλῆς, τὴν δὲ κεφαλὴν δασύτατον
							τῶν <lb/>ζῴων. Ἔτι δὲ τῶν μὲν ἄλλων ζῴων τῶν ἐχόντων τρίχας <lb/>τὰ πρανῆ δασύτερα, τὰ
							δ’ ὕπτια ἢ λεῖα πάμπαν ἢ ἧττον <lb/>δασέα· ὁ δ’ ἄνθρωπος τοὐναντίον. Καὶ βλεφαρίδας ὁ
							μὲν <lb/>ἄνθρωπος ἐπ’ ἄμφω ἔχει, καὶ ἐν μασχάλαις ἔχει τρίχας <lb/>καὶ ἐπὶ τῆς ἥβης·
							τῶν δ’ ἄλλων οὐθὲν οὔτε τούτων οὐδέτερον <lb/>οὔτε τὴν κάτω βλεφαρίδα, ἀλλὰ κάτωθεν
							τοῦ <lb/>βλεφάρου ἐνίοις μαναὶ τρίχες πεφύκασιν. Αὐτῶν δὲ τῶν <lb/>τετραπόδων καὶ
							τρίχας ἐχόντων τῶν μὲν ἅπαν τὸ σῶμα δασύ, <lb/>καθάπερ ὑὸς καὶ ἄρκτου καὶ κυνός· τὰ δὲ
							δασύτερα τὸν <lb/>αὐχένα ὁμοίως πάντῃ, οἷον ὅσα χαίτην ἔχει, ὥσπερ λέων· τὰ <lb/>δ’
							ἐπὶ τῷ πρανεῖ τοῦ αὐχένος ἀπὸ τῆς κεφαλῆς μέχρι τῆς <lb/>ἀκρωμίας, οἷον ὅσα λοφιὰν
							ἔχει, ὥσπερ ἵππος καὶ ὀρεὺς καὶ <lb/>τῶν ἀγρίων καὶ κερατοφόρων βόνασος. Ἔχει δὲ καὶ ὁ
							<lb/>ἱππέλαφος καλούμενος ἐπὶ τῇ ἀκρωμίᾳ χαίτην καὶ τὸ θηρίον <lb/>τὸ πάρδιον
							ὀνομαζόμενον· ἀπὸ δὲ τῆς κεφαλῆς ἐπὶ <lb/>τὴν ἀκρωμίαν λεπτὴν ἑκάτερον· ἰδίᾳ δὲ ὁ
							ἱππέλαφος πώγωνα <lb/>ἔχει κατὰ τὸν λάρυγγα. Ἔστι δ’ ἀμφότερα κερατοφόρα <lb/>καὶ
							διχαλά· ἡ δὲ θήλεια ἱππέλαφος οὐκ ἔχει κέρατα. <lb/>Τὸ δὲ μέγεθός ἐστι τούτου τοῦ ζῴου
							ἐλάφῳ προσεμφερές. <lb/>Γίνονται δ’ οἱ ἱππέλαφοι ἐν Ἀραχώταις, οὗπερ καὶ οἱ βόες
							<lb/>οἱ ἄγριοι. Διαφέρουσι δ’ οἱ ἄγριοι τῶν ἡμέρων ὅσον περ <lb/>οἱ ὕες οἱ ἄγριοι πρὸς
							τοὺς ἡμέρους· μέλανές τε γάρ εἰσι <pb n="33"/> καὶ ἰσχυροὶ τῷ εἴδει καὶ ἐπίγρυποι, τὰ
							δὲ κέρατα ἐξυπτιάζοντα <lb/>ἔχουσι μᾶλλον· τὰ δὲ τῶν ἱππελάφων κέρατα παραπλήσια
							<lb/>τοῖς τῆς δορκάδος ἐστίν. Ὁ δ’ ἐλέφας ἥκιστα <lb/>δασύς ἐστι τῶν τετραπόδων.
							Ἀκολουθοῦσι δὲ κατὰ τὸ <lb/>σῶμα καὶ αἱ κέρκοι δασύτητι καὶ ψιλότητι, ὅσων αἱ κέρκοι
							<lb/>μέγεθος ἔχουσιν· ἔνια γὰρ μικρὰν ἔχει πάμπαν.</p><p>Αἱ δὲ κάμηλοι ἴδιον ἔχουσι παρὰ τἆλλα τετράποδα τὸν <lb/>καλούμενον ὕβον ἐπὶ τῷ νώτῳ.
							Διαφέρουσι δ’ αἱ Βάκτριαι <lb/>τῶν Ἀραβίων· αἱ μὲν γὰρ δύο ἔχουσιν ὕβους, αἱ δ’ ἕνα
							μόνον, <lb/>ἄλλον δ’ ἔχουσιν ὕβον τοιοῦτον οἷον ἄνω ἐν τοῖς κάτω, <lb/>ἐφ’ οὗ, ὅταν
							κατακλιθῇ εἰς γόνατα, ἐστήρικται τὸ ἄλλο <lb/>σῶμα. Θηλὰς δ’ ἔχει τέτταρας ἡ κάμηλος
							ὥσπερ βοῦς, καὶ <lb/>κέρκον ὁμοίαν ὄνῳ, καὶ τὸ αἰδοῖον ὄπισθεν. Καὶ γόνυ δ’ <lb/>ἔχει
							ἐν ἑκάστῳ τῷ σκέλει ἕν, καὶ τὰς καμπὰς οὐ πλείους, <lb/>ὥσπερ λέγουσί τινες, ἀλλὰ
							φαίνεται διὰ τὴν ὑπόστασιν τῆς <lb/>κοιλίας. Καὶ ἀστράγαλον ὅμοιον μὲν βοΐ, ἰσχνὸν δὲ
							<lb/>καὶ μικρὸν ὡς κατὰ τὸ μέγεθος. Ἔστι δὲ διχαλὸν καὶ <lb/>οὐκ ἄμφωδον, διχαλὸν δὲ
							ὧδε. Ἐκ μὲν τοῦ ὄπισθεν μικρὸν <lb/>ἔσχισται μέχρι τῆς δευτέρας καμπῆς τῶν δακτύλων·
							τὸ δ’ <lb/>ἔμπροσθεν ἔσχισται μικρά, ὅσον ἄχρι τῆς πρώτης καμπῆς <lb/>τῶν δακτύλων ἐπ’
							ἄκρῳ τέτταρα· καὶ ἔστι τι καὶ διὰ <lb/>μέσου τῶν σχισμάτων, ὥσπερ τοῖς χησίν. Ὁ δὲ
							πούς ἐστι <lb/>κάτωθεν σαρκώδης, ὥσπερ καὶ οἱ ἄρκτων· διὸ καὶ τὰς εἰς <lb/>πόλεμον
							ἰούσας ὑποδοῦσι καρβατίναις, ὅταν ἀλγήσωσιν.</p><p>Πάντα δὲ τὰ τετράποδα ὀστώδη τὰ σκέλη ἔχει καὶ <lb/>νευρώδη καὶ ἄσαρκα· ὅλως δὲ καὶ
							τἆλλα ζῷα ἅπαντα, ὅσα <lb/>ἔχει πόδας, ἐκτὸς ἀνθρώπου. Ἔστι δὲ καὶ ἀνίσχια· καὶ <pb n="34"/> γὰρ οἱ ὄρνιθες ἔτι μᾶλλον τοῦτο πεπόνθασιν. Ὁ δ’ ἄνθρωπος <lb/>τοὐναντίον·
							σαρκώδη γὰρ ἔχει σχεδὸν μάλιστα τοῦ σώματος <lb/>τὰ ἰσχία καὶ τοὺς μηροὺς καὶ τὰς
							κνήμας· αἱ γὰρ καλούμεναι <lb/>γαστροκνημίαι ἐν ταῖς κνήμαις εἰσὶ σαρκώδεις.</p><p>Τῶν δὲ τετραπόδων καὶ ἐναίμων καὶ ζῳοτόκων τὰ μέν <lb/>ἐστι πολυσχιδῆ, ὥσπερ αἱ τοῦ
							ἀνθρώπου χεῖρες καὶ οἱ <lb/>πόδες (πολυδάκτυλα γὰρ ἔνιά ἐστιν, οἷον κύων, λέων,
							πάρδαλις), <lb/>τὰ δὲ δισχιδῆ, καὶ ἀντὶ τῶν ὀνύχων χηλὰς ἔχει, <lb/>ὥσ περ πρόβατον
							καὶ αἲξ καὶ ἔλαφος καὶ ἵππος ὁ ποτάμιος· <lb/>τὰ δ’ ἀσχιδῆ, οἷον τὰ μώνυχα, ὥσπερ
							ἵππος καὶ ὀρεύς. <lb/>Τὸ δὲ τῶν ὑῶν γένος ἐπαμφοτερίζει· εἰσὶ γὰρ καὶ ἐν Ἰλλυριοῖς
							<lb/>καὶ ἐν Παιονίᾳ καὶ ἄλλοθι μώνυχες ὕες. Τὰ μὲν <lb/>οὖν διχαλὰ δύο ἔχει σχίσεις
							ὄπισθεν· τοῖς δὲ μώνυξι τοῦτ’ <lb/>ἐστὶ συνεχές. Ἔστι δὲ καὶ τὰ μὲν κερατοφόρα τῶν
							<lb/>ζῴων τὰ δ’ ἄκερα. Τὰ μὲν οὖν πλεῖστα τῶν ἐχόντων <lb/>κέρατα διχαλὰ κατὰ φύσιν
							ἐστίν, οἷον βοῦς καὶ ἔλαφος καὶ <lb/>αἴξ· μώνυχον δὲ καὶ δίκερων οὐθὲν ἡμῖν ὦπται.
							Μονοκέρατα <lb/>δὲ καὶ μώνυχα ὀλίγα, οἷον ὁ Ἰνδικὸς ὄνος. Μονόκερων <lb/>δὲ καὶ
							διχαλὸν ὄρυξ. Καὶ ἀστράγαλον δ’ ὁ Ἰνδικὸς <lb/>ὄνος ἔχει τῶν μωνύχων μόνον· ἡ γὰρ ὗς,
							ὥσπερ <lb/>ἐλέχθη πρότερον, ἐπαμφοτερίζει, διὸ καὶ οὐ καλλιαστράγαλόν <lb/>ἐστιν. Τῶν
							δὲ διχαλῶν πολλὰ ἔχει ἀστράγαλον. <lb/>Πολυσχιδὲς δὲ οὐθὲν ὦπται τοιοῦτον ἔχον
							ἀστράγαλον, <lb/>ὥσπερ οὐδ’ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἡ μὲν λὺγξ ὅμοιον ἡμιαστραγαλίῳ, <lb/>ὁ δὲ
							λέων, οἷόν περ πλάττουσι, λαβυρινθώδη. <pb n="35"/> Πάντα δὲ τὰ ἔχοντα ἀστράγαλον ἐν
							τοῖς ὄπισθεν ἔχει <lb/>σκέλεσιν. Ἔχει δ’ ὀρθὸν τὸν ἀστράγαλον ἐν τῇ καμπῇ, <lb/>τὸ μὲν
							πρανὲς ἔξω, τὸ δ’ ὕπτιον εἴσω, καὶ τὰ μὲν κῷα <lb/>ἐντὸς ἐστραμμένα πρὸς ἄλληλα, τὰ δὲ
							χῖα καλούμενα ἔξω, <lb/>καὶ τὰς κεραίας ἄνω. Ἡ μὲν οὖν θέσις τῶν ἀστραγάλων <lb/>τοῖς
							ἔχουσι πᾶσι τοῦτον ἔχει τὸν τρόπον. Διχαλὰ δ’ ἅμα <lb/>καὶ χαίτην ἔχοντα καὶ κέρατα
							δύο κεκαμμένα εἰς αὑτά ἐστιν <lb/>ἔνια τῶν ζῴων, οἷον ὁ βόνασος, ὃς γίνεται περὶ τὴν
							Παιονίαν <lb/>καὶ τὴν Μαιδικήν. Πάντα δὲ ὅσα κερατοφόρα, <lb/>τετράποδά ἐστιν, εἰ μή
							τι κατὰ μεταφορὰν λέγεται ἔχειν <lb/>κέρας καὶ λόγου χάριν, ὥσπερ τοὺς περὶ Θήβας
							ὄφεις οἱ <lb/>Αἰγύπτιοί φασιν, ἔχοντας ἐπανάστασιν ὅσον προφάσεως <lb/>χάριν. Τῶν δ’
							ἐχόντων κέρας δι’ ὅλου μὲν ἔχει στερεὸν μόνον <lb/>ἔλαφος, τὰ δ’ ἄλλα κοῖλα μέχρι
							τινός, τὸ δ’ ἔσχατον <lb/>στερεόν. Τὸ μὲν οὖν κοῖλον ἐκ τοῦ δέρματος πέφυκε μᾶλλον·
							<lb/>περὶ δὲ τοῦτο περιήρμοσται τὸ στερεὸν ἐκ τῶν ὀστῶν, <lb/>οἷον τὰ κέρατα τῶν βοῶν.
							Ἀποβάλλει δὲ τὰ κέρατα μόνον <lb/>ἔλαφος κατ’ ἔτος, ἀρξάμενος ἀπὸ διετοῦς, καὶ πάλιν
							φύει· <lb/>τὰ δ’ ἄλλα συνεχῶς ἔχει, ἐὰν μή τι βίᾳ πηρωθῇ.</p><p>Ἔτι δὲ περί τε τοὺς μαστοὺς ὑπεναντίως ἐν τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις ὑπάρχει πρὸς αὐτά τε
							καὶ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, καὶ <lb/>περὶ τὰ ὄργανα τὰ χρήσιμα πρὸς τὴν ὀχείαν. Τὰ μὲν γὰρ
							<lb/>ἔμπροσθεν ἔχει τοὺς μαστοὺς ἐν τῷ στήθει ἢ πρὸς τῷ στήθει, <lb/>καὶ δύο μαστοὺς
							καὶ δύο θηλάς, ὥσπερ ἄνθρωπος καὶ ἐλέφας, <lb/>καθάπερ εἴρηται πρότερον. Καὶ γὰρ ὁ
							ἐλέφας ἔχει <lb/>τοὺς μαστοὺς δύο περὶ τὰς μασχάλας· ἔχει δὲ καὶ ἡ θήλεια <lb/>τοὺς
							μαστοὺς μικροὺς παντελῶς καὶ οὐ κατὰ λόγον τοῦ <lb/>σώματος, ὥστ’ ἐκ τοῦ πλαγίου μὴ
							πάνυ ὁρᾶν· ἔχουσι δὲ καὶ <pb n="36"/> οἱ ἄρρενες μαστούς, ὥσπερ αἱ θήλειαι, μικροὺς
							παντελῶς. <lb/>Ἡ δ’ ἄρκτος τέτταρας. Τὰ δὲ δύο μὲν μαστοὺς ἔχει, ἐν <lb/>τοῖς μηροῖς
							δ’ ἔχει, καὶ τὰς θηλὰς δύο, ὥσπερ πρόβατον· <lb/>τὰ δὲ τέτταρας θηλάς, ὥσπερ βοῦς. Τὰ
							δ’ οὔτ’ ἐν τῷ <lb/>στήθει ἔχει τοὺς μαστοὺς οὔτ’ ἐν τοῖς μηροῖς, ἀλλ’ ἐν τῇ
							<lb/>γαστρί, οἷον κύων καὶ ὗς, καὶ πολλούς, οὐ πάντας δ’ ἴσους. <lb/>Τὰ μὲν οὖν ἄλλα
							πλείους ἔχει, ἡ δὲ πάρδαλις τέτταρας ἐν <lb/>τῇ γαστρί, ἡ δὲ λέαινα δύο ἐν τῇ γαστρί.
							Ἔχει δὲ καὶ <lb/>ἡ κάμηλος μαστοὺς δύο καὶ θηλὰς τέτταρας, ὥσπερ ὁ βοῦς. <lb/>Τῶν δὲ
							μωνύχων τὰ ἄρρενα οὐκ ἔχουσι μαστούς, πλὴν ὅσα <lb/>ἐοίκασι τῇ μητρί, ὅπερ συμβαίνει
							ἐπὶ τῶν ἵππων.</p><p>Τὰ δ’ αἰδοῖα τῶν μὲν ἀρρένων τὰ μὲν ἔξω ἔχει, οἷον ἄνθρωπος <lb/>καὶ ἵππος καὶ ἄλλα
							πολλά, τὰ δ’ ἐντός, ὥσπερ δελφίς· <lb/>καὶ τῶν ἔξω δ’ ἐχόντων τὰ μὲν εἰς τὸ πρόσθεν,
							ὥσπερ <lb/>καὶ τὰ εἰρημένα, καὶ τούτων τὰ μὲν ἀπολελυμένα καὶ τὸ <lb/>αἰδοῖον καὶ τοὺς
							ὄρχεις, ὥσπερ ἄνθρωπος, τὰ δὲ πρὸς τῇ <lb/>γαστρὶ καὶ τοὺς ὄρχεις καὶ τὸ αἰδοῖον, καὶ
							τὰ μὲν μᾶλλον <lb/>τὰ δ’ ἧττον ἀπολελυμένα· οὐ γὰρ ὡσαύτως ἀπολέλυται κάπρῳ <lb/>καὶ
							ἵππῳ τοῦτο τὸ μόριον. Ἔχει δὲ καὶ ὁ ἐλέφας τὸ <lb/>αἰδοῖον ὅμοιον μὲν ἵππῳ, μικρὸν δὲ
							καὶ οὐ κατὰ λόγον <lb/>τοῦ σώματος, τοὺς δ’ ὄρχεις οὐκ ἔξω φανερούς, ἀλλ’ ἐντὸς
							<lb/>περὶ τοὺς νεφρούς· διὸ καὶ ἐν τῇ ὀχείᾳ ἀπαλλάττεται ταχέως. <lb/>Ἡ δὲ θήλεια τὸ
							αἰδοῖον ἔχει ἐν ᾧ τόπῳ τὰ οὔθατα <lb/>τῶν προβάτων ἐστίν. ὅταν δ’ ὀργᾷ ὀχεύεσθαι,
							ἀνασπᾷ <lb/>ἄνω καὶ ἐκτρέπει πρὸς τὸν ἔξω τόπον, ὥστε ῥᾳδίαν εἶναι <lb/>τῷ ἄρρενι τὴν
							ὀχείαν· ἀνέρρωγε δὲ ἐπιεικῶς ἐπὶ πολὺ τὸ <pb n="37"/> αἰδοῖον. Τοῖς μὲν οὖν πλείστοις
							αὐτῶν τὰ αἰδοῖα τοῦτον <lb/>ἔχει τὸν τρόπον· ἔνια δ’ ὀπισθουρητικά ἐστιν, οἷον λὺγξ
							<lb/>καὶ λέων καὶ κάμηλος καὶ δασύπους. Τὰ μὲν οὖν ἄρρενα <lb/>ὑπεναντίως ἔχει
							ἀλλήλοις, καθάπερ εἴρηται, τὰ δὲ θήλεα <lb/>πάντα ὀπισθουρητικά ἐστιν· καὶ γὰρ ὁ θῆλυς
							ἐλέφας ἔχει <lb/>τὰ αἰδοῖα ὑπὸ τοῖς μηροῖς, καθάπερ καὶ τἆλλα. Τῶν δ’ <lb/>αἰδοίων
							διαφορὰ πολλή ἐστιν. Τὰ μὲν γὰρ ἔχει χονδρῶδες <lb/>τὸ αἰδοῖον καὶ σαρκῶδες, ὥσπερ
							ἄνθρωπος· τὸ μὲν οὖν σαρκῶδες <lb/>οὐκ ἐμφυσᾶται, τὸ δὲ χονδρῶδες ἔχει αὔξησιν. Τὰ
							<lb/>δὲ νευρώδη, οἷον καμήλου καὶ ἐλάφου, τὰ δ’ ὀστώδη, ὥσπερ <lb/>ἀλώπεκος καὶ λύκου
							καὶ ἰκτίδος καὶ γαλῆς· καὶ γὰρ ἡ γαλῆ <lb/>ὀστοῦν ἔχει τὸ αἰδοῖον.</p><p>Πρὸς δὲ τούτοις ὁ μὲν ἄνθρωπος τελεωθεὶς τὰ ἄνω ἔχει <lb/>ἐλάττω τῶν κάτωθεν, τὰ δ’
							ἄλλα ζῷα, ὅσα ἔναιμα, τοὐναντίον. <lb/>Λέγομεν δὲ ἄνω τὸ ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι τοῦ μορίου
							<lb/>ᾗ ἡ τοῦ περιττώματός ἐστιν ἔξοδος, κάτω δὲ τὸ ἀπὸ τούτου <lb/>λοιπόν. Τοῖς μὲν
							οὖν ἔχουσι πόδας τὸ ὀπίσθιόν ἐστι σκέλος <lb/>τὸ κάτωθεν μέρος πρὸς τὸ μέγεθος, τοῖς
							δὲ μὴ ἔχουσιν οὐραὶ <lb/>καὶ κέρκοι καὶ τὰ τοιαῦτα. Τελεούμενα μὲν οὖν τοιαῦτ’
							<lb/>ἐστίν, ἐν δὲ τῇ αὐξήσει διαφέρει· ὁ μὲν γὰρ ἄνθρωπος <lb/>μείζω τὰ ἄνω ἔχει νέος
							ὢν ἢ τὰ κάτω, αὐξανόμενος δὲ μεταβάλλει <lb/>τοὐναντίον (διὸ καὶ μόνον οὐ τὴν αὐτὴν
							ποιεῖται <lb/>κίνησιν τῆς πορείας νέος ὢν καὶ τελεωθείς, ἀλλὰ τὸ πρῶτον <lb/>παιδίον
							ὂν ἕρπει τετραποδίζον), τὰ δ’ ἀνάλογον ἀποδίδωσι <lb/>τὴν αὔξησιν, οἷον κύων. Ἔνια δὲ
							τὸ πρῶτον ἐλάττω <lb/>τὰ ἄνω, τὰ δὲ κάτω μείζω ἔχει, αὐξανόμενα δὲ τὰ ἄνω γίνεται
							<lb/>μείζω, ὥσπερ τὰ λοφοῦρα· τούτων γὰρ οὐδὲν γίνεται <lb/>μεῖζον ὕστερον τὸ ἀπὸ τῆς
							ὁπλῆς μέχρι τοῦ ἰσχίου.</p><pb n="38"/><p>Ἔστι δὲ καὶ περὶ τοὺς ὀδόντας πολλὴ διαφορὰ τοῖς ἄλλοις <lb/>ζῴοις καὶ πρὸς αὑτὰ καὶ
							πρὸς τὸν ἄνθρωπον. Ἔχει <lb/>μὲν γὰρ πάντα ὀδόντας ὅσα τετράποδα καὶ ἔναιμα καὶ
							ζῳοτόκα, <lb/>ἀλλὰ πρῶτον τὰ μέν ἐστιν ἀμφώδοντα τὰ δ’ οὔ. <lb/>Ὅσα μὲν γάρ ἐστι
							κερατοφόρα, οὐκ ἀμφώδοντά ἐστιν· οὐ <lb/>γὰρ ἔχει τοὺς προσθίους ὀδόντας ἐπὶ τῆς ἄνω
							σιαγόνος. <lb/>Ἔστι δ’ ἔναι οὐκ ἀμφώδοντα καὶ ἀκέρατα, οἷον κάμηλος. <lb/>Καὶ τὰ μὲν
							χαυλιόδοντας ἔχει, ὥσπερ οἱ ἄρρενες ὕες, τὰ <lb/>δ’ οὐκ ἔχει. Ἔτι δὲ τὰ μέν ἐστι
							καρχαρόδοντα αὐτῶν, <lb/>οἷον λέων καὶ πάρδαλις καὶ κύων, τὰ δὲ ἀνεπάλλακτα, οἷον
							<lb/>ἵππος καὶ βοῦς· καρχαρόδοντα γάρ ἐστιν ὅσα ἐπαλλάττει <lb/>τοὺς ὀδόντας τοὺς
							ὀξεῖς. Ἄμα δὲ χαυλιόδοντα καὶ κέρας <lb/>οὐδὲν ἔχει ζῷον, οὐδὲ καρχαρόδουν καὶ τούτων
							θάτερον. <lb/>Τὰ δὲ πλεῖστα τοὺς προσθίους ἔχει ὀξεῖς, τοὺς δ’ ἐντὸς <lb/>πλατεῖς. Ἡ
							δὲ φώκη καρχαρόδουν ἐστὶ πᾶσι τοῖς ὀδοῦσιν, <lb/>ὡς ἐπαλλάττουσα τῷ γένει τῶν ἰχθύων·
							οἱ γὰρ ἰχθύες <lb/>πάντες σχεδὸν καρχαρόδοντές εἰσιν. Διστοίχους δὲ ὀδόντας <lb/>οὐδὲν
							ἔχει τούτων τῶν γενῶν. Ἔστι δέ τι, εἰ δεῖ πιστεῦσαι <lb/>Κτησίᾳ· ἐκεῖνος γὰρ τὸ ἐν
							Ἰνδοῖς θηρίον, ᾧ ὄνομα <lb/>εἶναι μαρτιχόραν, τοῦτ’ ἔχειν ἐπ’ ἀμφότερά φησι
							τριστοίχους <lb/>τοὺς ὀδόντας· εἶναι δὲ μέγεθος μὲν ἡλίκον λέοντα <lb/>καὶ δασὺ
							ὁμοίως, καὶ πόδας ἔχειν ὁμοίους, πρόσωπον δὲ <lb/>καὶ ὦτα ἀνθρωποειδές, τὸ δ’ ὄμμα
							γλαυκόν, τὸ δὲ χρῶμα <lb/>κινναβάρινον, τὴν δὲ κέρκον ὁμοίαν τῇ τοῦ σκορπίου τοῦ
							<lb/>χερσαίου, ἐν ᾗ κέντρον ἔχειν καὶ τὰς ἀποφυάδας ἀπακοντίζειν, <lb/>φθέγγεσθαι δ’
							ὅμοιον φωνῇ ἅμα σύριγγος καὶ <lb/>σάλπιγγος, ταχὺ δὲ θεῖν οὐχ ἧττον τῶν ἐλάφων, καὶ
							εἶναι <pb n="39"/> ἄγριον καὶ ἀνθρωποφάγον. Ἄνθρωπος μὲν οὖν βάλλει <lb/>τοὺς ὀδόντας,
							βάλλει δὲ καὶ ἄλλα τῶν ζῴων, οἷον ἵππος καὶ <lb/>ὀρεὺς καὶ ὄνος. Βάλλει δ’ ἄνθρωπος
							τοὺς προσθίους, τοὺς <lb/>δὲ γομφίους οὐθὲν βάλλει τῶν ζῴων. Ὗς δ’ ὅλως οὐθένα
							<lb/>βάλλει τῶν ὀδόντων. </p></div></div></div></body></text></TEI>