Ποδὸς μὲν ἀρχὴν ὄνομ’ ἔχει, καθὼς λέγεις; Τροφεύς Τούτῳ σὺ πρόσθες ἐπὶ τέλει δεινὴν ἄγραν. Ὠκύπους Καὶ πῶς με τὸν δύστηνον ἔτι . . . . Τροφεύς Ζεινή περ οὖσα. φείδεται γὰρ οὐδενός. Ὠκύπους Σωτήρ, τί λέγεις; τί δέ με . . . . . ; Ἰατρός Ἄφες με μικρόν ἠλόγημαι σοῦ χάριν.