<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg102.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="chapter" n="16"><p>Περὶ τῶν ἰδίων τοῦ λαμβδοειδοῦς ὀστοῦ μυῶν, ὅπερ καὶ
<lb/>υἱοειδὲς ὀνομάζεται.</p><p>Τὸ ἐπικείμενον ὀστοῦν τῇ κεφαλῇ τοῦ λάρυγγος ἔνιοι
<lb/>υἱοειδὲς, ἔνιοι δὲ λαμβδοειδὲς ὀνομάζουσιν. ἔστι δὲ ἡ μὲν
<lb/>εὐθεῖα τῶν γραμμῶν αὐτοῦ κατὰ τὸ μῆκος τεταγμένη τοῦ
<lb/>τραχήλου ὀστοῦν ἀτρέμα πλατύ. τέτταρες δὲ αἱ λοιπαὶ
<lb/>λοξαὶ κατὰ δύο συζυγίας ἀποφυόμεναι τοῦ προειμέρους ἐκ
<lb/>μὲν τῶν ἄνω μερῶν ἡ ἑτέρα συζυγία λεπτῶν τε καὶ ἰσχνῶν,
<lb/>ὡς γραφείου περάτων, ἡ λοιπὴ δὲ ἐκ τῶν κάτω μερῶν μετρίως
<lb/>πλατέων. ἄλλαι μὲν ἰσχναὶ δύο πλευραὶ δύο πλευραὶ διὰ συνδέσμων
<lb/>στρογγύλων καὶ λεπτῶν τοῖς πέρασι τῶν βελονοειδῶν
<lb/>ἐκφύσεων συνδοῦνται. τὰς δὲ λοιπὰς δύο τὰς κάτω συνάπτουσιν
<lb/>ἰσχυρῶς δεσμοὶ παρὰ τὸ ἀρυταινοειδῆ χόνδρον· καὶ
<lb/>μὴν καὶ δύο μύες πλατεῖς τῇ κάτω γένυι συνάπτουσι τὸ
<lb/>υἱοειδὲς ὀστοῦν. ἐκ μὲν τῶν πλαγίων μερῶν τῆς εὐθείας
<lb/>αὐτῶν γραμμῆς ἐκφυόμενοι, καταφυόμενοι δὲ εἰς τὰ πλάγια

<pb n="958"/>

μέρη τῆς γένυος μετὰ τὴν τῶν ἰδίων αὐτῆς μυῶν ἔκφυσιν,
<lb/>ἄλλοι δὲ δύο μύες ἐπ’ ἄκραν ἥκουσι τὴν γένυν ἀλλήλοις
<lb/>ἐπιζευγνύμενοι. ἀρχὴ δὲ αὐτῶν ἐστι τὸ ἄνω πέρας
<lb/>τῆς εὐθείας γραμμῆς τοῦ λαμβδοειδοῦς. ἕτεροι δὲ δύο μύες
<lb/>ἐκ μὲν τῆς ῥίζης ἄρχονται τοῦ γραφοειδοῦς, ἐμπεφύκασι δὲ
<lb/>ταῖς ὀρθαῖς γραμμαῖς τοῦ λαμβδοειδοῦς τῷ κάτω πέρατι
<lb/>καθ’ ἑκάτερον μέρος εἶς· αὗται μὲν αἱ τρεῖς συζυγίαι τῶν
<lb/>μυῶν αὐτοῦ μόνου τοῦ λαμβδοειδοῦς εἰσιν ἴδιαι, βραχείας
<lb/>τινὰς αὐτῷ διδοῦσαι κινήσεις· ἡ μὲν ἀπὸ τῆς βάσεως τῶν
<lb/>βελονοειδῶν ἀρχομένη πρὸς τὴν ὀπίσω χώραν ἀπάγουσα.
<lb/>αἱ λοιπαὶ δὲ ἐπὶ τὰ πλάγια τῆς γένυος διορίζουσαι καὶ πρὸς
<lb/>τὴν γένυν ἀνατείνουσαι, οἱ δὲ ἄλλοι μύες οἱ ἀπὸ τοῦ ὑιοειδοῦς
<lb/>ὀστοῦ πεφυκότες ἑτέρων ἕνεκεν γεγόνασι μορίων μᾶλλον.
<lb/>οἱ μὲν εἰς ὠμοπλάτας ὑπὲρ τοῦ κινεῖν ἐκείνας, ὡς
<lb/>ἔμπροσθεν εἶπον, οἱ δὲ ἐπὶ τὴν γλῶσσαν, ὡς καὶ περὶ ταύτης
<lb/>εἰρήσεται. καὶ λοιπὸς ἐπ’ αὐτοῖς ὁ κατὰ τῆς φάρυγγος
<lb/>ἔξωθεν ἐπιβεβλημένος, εἴθ’ ἕνα τις αὐτὸν ἐθέλει προσαγορεύειν
<lb/>διφυῆ εἴτε δύο παραφυομένους ἀλλήλοις, ὅπερ ἄμεινον

<pb n="959"/>

εἷναί μοι δοκεῖ. προστέλλουσι δὲ οὗτοι τὴν τραχεῖαν
<lb/>ἀρτηρίαν καὶ τὸ λαμβδοειδὲς ἀντισπῶσι κάτω.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="17"><p>Περὶ τῶν τὴν γλῶσσαν κινούντων μυῶν.</p><p>Ὡς μὲν ὁ διδάσκαλος ἡμῶν Πέλοψ ἐν γλώττης ἀνατομῇ
<lb/>γράφει, μύες ἓξ καὶ δέκα βοείας εἰσὶ γλώττης, ἡμῖν δὲ
<lb/>νῦν, ὡς ἐν ἀρχῇ προείρηται, γυμνασθῆναι πρόκειται περὶ
<lb/>πιθήκων εἰς σῶμα διὰ τὴν πρὸς ἄνθρωπον ὁμοιότητα. τῶν
<lb/>τοίνυν κινούντων τὴν γλῶσσαν μυῶν οἱ δύο μὲν ἀπὸ τῶν
<lb/>βάσεων τῶν βελονοειδῶν ἐκφύσεων ἀρξάμενοι, στενοὶ καὶ
<lb/>μακροὶ προήκοντες εἰς τὰ πλάγια μέρη τῆς γλώττης ἑκατέρωθεν
<lb/>εἶς ἐμφύονται, λοξῶν κινήσεων ἐξηγούμενοι, οἱ δὲ
<lb/>ὑπόλοιποι πάντες ἐκφύονται μὲν ἐκ τοῦ περιέχοντος ὀστοῦ
<lb/>τὴν κεφαλὴν τοῦ λάρυγγος, ὃ καλοῦμεν ὑιοειδές τε καὶ
<lb/>λαμβδοειδὲς, ἐμβάλλουσι δὲ εἰς τὴν γλῶσσαν οἱ τέσσαρες
<lb/>μὲν κατὰ δύο συζυγίας ἐναργῶς κινοῦντες αὐτὴν, ὁ πέμπτος
<lb/>δὲ ὁ διφυὴς ἐκ τοῦ ἄνωθεν πέρατος ἀρχόμενος τῆς εὐθείας

<pb n="960"/>

γραμμῆς τοῦ ὑιοειδοῦς ὑποπέφυκε τῇ γλώττῃ κατὰ τὸ μῆκος
<lb/>αὐτῆς ἀφικόμενος, ἕως ἄκρας τῆς κάτω γένους ἐπὶ τὸ
<lb/>καλούμενον γένειον, ἔνθα συμπέφυκεν αὐτῆς τὰ ὀστᾶ. οὗτος
<lb/>ὁ μῦς ἀντισπᾷ μὲν ἄνω τῇ γενειάδι ἀντιτεταγμένος τοῖς
<lb/>κατασπῶσιν ἐπὶ τὸ στέρνον αὐτό. σαφῆ δὲ οὐδεμίαν ἐπὶ
<lb/>τῆς γλώττης ἐργάζεται κίνησιν· ἀλλ’ οἵ γε ἐναργῶς αὐτὴν
<lb/>κινοῦντες οἱ λοιποὶ τέσσαρές εἰσιν. ἐκφύονται δὲ οἱ δύο
<lb/>μὲν ἐκ τῶν ἄνω μερῶν τοῦ εἰδοῦς, ὅθεν περ καὶ ὁ προειρημένος
<lb/>ὁ διφυὴς ἤδη πως ἐν τοῖς πλαγίοις αὐτοῦ μᾶλλον,
<lb/>οἱ δὲ ὑπόλοιποι δύο τούτων ἐφεξῆς ἔκ τε τῶν πλαγίων τῆς
<lb/>εὐθείας γραμμῆς καὶ τῶν ταπεινῶν αὐτοῦ πλευρῶν. ἐμφύονται
<lb/>δὲ οἱ μὲν μείζους εἰς τὴν μέσην χώραν τῆς γλώττης
<lb/>ἀλλήλων ψαύοντες ἄχρι παντὸς, ἐξήκουσι δὲ πρὸς τὸ
<lb/>δεδεμένον αὐτῆς τὸ πρόσω. οἱ δὲ ἐλάττους εἰς τὰ πλάγια
<lb/>μεταξὺ τούτων τε καὶ τῶν ἀφ’ ἑκατέρας βάσεως τῆς βελονοειδοῦς
<lb/>ἐκφύσεως ἡκόντων. αἱ κινήσεις δὲ ἑκάστου τούτων

<pb n="961"/>

ἀνάλογον τῇ θέσει· λοξαὶ μὲν τῶν λοξῶν, εὐθεῖαι δὲ
<lb/>τῶν εὐθειῶν, ὥσπερ γε καὶ τῶν πρώτων ῥηθέντων πλαγίων
<lb/>πλάγιαι· καὶ δὴ καὶ καλείσθωσαν ἕνεκεν σαφοῦς διδασκαλίας
<lb/>οἱ μὲν ἀπὸ τῶν βελονοειδῶν ἐκφύσεων ἀνιόντες μύες
<lb/>πλάγιοι. λοξοὶ δὲ οἱ τῶν λοξῶν μερῶν ἀποφυόμενοι τοῦ
<lb/>λαμβδοειδοῦς, εὐθεῖς δὲ οἱ τοῦ ἄνω πέρατος. ὑποβέβληνται
<lb/>δὲ τοῖς εἰρημένοις ἅπασι μυσὶν ἐκ τῶν κάτω μερῶν οἱ
<lb/>τὰς ἐγκαρσίας ἔχοντες ἶνας, ἀποπεφυκότες μὲν ὅλῃ τῇ
<lb/>γλώσσῃ, καταφυόμενοι δὲ εἰς τὸ τῆς γένυος ὀστοῦν σχεδὸν
<lb/>ὅλον πλὴν τοῦ γενείου. δύνανται δὲ οἱ μύες οὗτοι ἐπᾶραι
<lb/>τε καὶ κυρτῶσαι τὴν γλῶσσαν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="18"><p>Περὶ τῶν τῆς φάρυγγος μυῶν.</p><p>Χώρα τις πρόκειται κοινὴ στομάχου τε καὶ φάρυγγος,
<lb/>εἰς ἣν ἑκατέρου τὸ στόμα ἀνήκει. καλοῦσι δὲ αὐτὴν μὲν
<lb/>τὴν χώραν ἰσθμὸν, ἐπειδὴ στενὴ καὶ προμήκης ἐστὶ, τὸ περιέχον

<pb n="962"/>

δὲ αὐτὴν σῶμα φάρυγγα, καθ’ ἣν ἑκατέρωθεν εἷς
<lb/>ἐστι μῦς ἔν τε τῷ φωνεῖν καὶ καταπίνειν ἐνεργῶν, ἡ κεφαλὴ
<lb/>δὲ αὐτῶν πλησίον τέτακται τοῖς κάτωθεν ἀνιοῦσιν
<lb/>εἰς τὰ πλάγια τῆς γλώσσης μυσίν.</p></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="19"><p>Περὶ τῶν τράχηλον κινούντων μυῶν.</p><p>Οἱ μὲν οὖν τραχήλου καὶ κεφαλῆς μύες κοινοὶ ἔμπροσθεν
<lb/>εἴρηται· τρεῖς μὲν αἱ πρῶται συζυγίαι τῶν ἓξ τῶν
<lb/>κατ’ ἰνίον, ἑτέρα δὲ μία τῶν ὑποβεβλημένων τῷ στομάχῳ.
<lb/>συνελόντι γὰρ εἰπεῖν, ὁπόσοι τῆς κεφαλῆς ἐκφυόμενοι τῷ
<lb/>τραχήλῳ παντὶ καταφύονται, κινοῦσιν ἄμφω τὰ μόρια.
<lb/>περὶ δὲ τῶν ἰδίων τοῦ τραχήλου μυῶν ἐν τῷδε ῥηθήσεται.
<lb/>δύο καθ’ ἑκάτερον μέρος αὐτοῦ εἰσιν, ὁ μὲν ὀπίσθιός πως
<lb/>μᾶλλον, ὁ δὲ ἐμπρόσθιος· ἐκφύεται δὲ ὁ μὲν ὀπίσθιος ἐκ
<lb/>τῆς πλαγίας ἐξοχῆς τοῦ πρώτου σπονδύλου κατ’ αὐτὸ μάλιστα
<lb/>τὸ κυρτότατον αὐτῆς. ἐκ γὰρ τῆς πρόσω μᾶλλον ὁ
<lb/>ἐπὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ὠμοπλάτης ἀνατεινόμενος, ὑπὲρ οὖ ἔμπροσθεν

<pb n="963"/>

εἶπον, ἔχει τὴν ἔκφυσιν. ὁ δὲ ὀπίσθιος τοῦ τραχήλου
<lb/>μῦς οὗτος, ὑπὲρ οὗ νῦν πρόκειται λέγειν, ἄχρι τῆς
<lb/>ὠμοπλάτης καθήκει ἐμπεφυκὼς ἐξ ἁπάντων τῶν σπονδύλων
<lb/>διὰ συνδέσμων ἰσχυρῶν ὡς δοκεῖν πολλοὺς εἶναι μῦς καὶ
<lb/>τὸ κάτω πέρας αὐτοῦ συνεχὲς ἀκριβῶς ἐστι τῷ κατὰ τὰ
<lb/>σιμὰ τῆς ὠμοπλάτης τοῦ θώρακος μυί. ὁ δὲ ἕτερος ὁ πρόσθιος
<lb/>τοῦ τραχήλου μῦς οὗτος ἄρχεται μὲν ἐκ τῆς διατετρημένης
<lb/>ἀποφύσεως τοῦ δευτέρου σπονδύλου, συνεκφύεται
<lb/>δὲ καὶ τοῖς ἄλλοις τοῖς κατὰ τὸν τράχηλον· ἐντεῦθεν δὲ
<lb/>διὰ τῶν μασχαλῶν ἄχρι τῆς πέμπτης πλευρᾶς τῷ θώρακι
<lb/>ἀφικνεῖται ψαύων ἔστιν ὅτε καὶ τῆς ἕκτης. καταφύεται δέ
<lb/>τις μοῖρα καὶ εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ πλευρὰν τὴν ἐφεξῆς
<lb/>τῇ κλειδί. στρογγύλος πως μᾶλλον οὗτος ὁ μῦς ἐστι καὶ
<lb/>μακρός. ἐνέργεια δὲ αὐτοῦ καθαρὰ μὲν ἐπιπέφυκε τῷ τραχήλῳ
<lb/>κάμπτειν τοῦτον, ὡς ἐπὶ τὰ πρόσω λοξόν· καθὰ δὲ
<lb/>εἰς τὰς πλευρὰς τοῦ θώρακος ἀφικνεῖται, διαστέλλειν ἐκεῖνον.
<lb/>ὅθεν ἄμεινον ἤτοι δύο μύες ἀλλήλοις ἡνωμένους

<pb n="964"/>

ὁμοίως τοῖς προειρημένοις ὑπολαμβάνειν αὐτοὺς ἢ εἴπερ
<lb/>ἔνα χρὴ τιθέναι, τοῦ θώρακος νομίζειν αὐτόν. ἐκεῖνος μὲν
<lb/>γὰρ ἐναργῶς φαίνεται διαστέλλων τὸν θώρακα, τὸν τράχηλον
<lb/>δὲ ἐπινεύων αὐτὸς οὐχ ὁμοίως ἐναργῶς φαίνεται. ἀντιτεταγμένην
<lb/>δὲ αὐτῷ κίνησιν ὁ προειρημένοις ἔχει κάμπτων
<lb/>καὶ αὐτὸς εἰς τὰ πλάγια καὶ πρὸς τοὐπίσω μᾶλλον
<lb/>ὅλον τὸν τράχηλον. εἰ δὲ ἀμφότεροι ταθεῖεν ἅμα τὴν μέσην
<lb/>καμπτὴν ἐπὶ τὰ πλάγια τοῦ σύμπαντος ἐργάζονται τραχήλου.
<lb/>εἰ δὲ οἱ πρόσθιοι μύες μόνοι ταθεῖεν οἱ ἑκατέρωθεν,
<lb/>ὅ τε ἐκ τῶν δεξιῶν καὶ ὁ ἐκ τῶν ἀριστερῶν ὅλον εἰς
<lb/>τὰ πρόσω τὸν τράχηλον ἐπινεύειν ἀναγκάζουσιν· ὁ δὲ ὄπισθεν
<lb/>ἀνανεύειν ὅλον ὀπίσω. εἰ δὲ καὶ πάντες ἅμα ταθεῖεν
<lb/>οἱ τέσσαρες ἰσόῤῥοπος εἰς ἅπαντα τὰ μέρη γένοιτο ἂν οὕτως
<lb/>ὁ τράχηλος, ὡς κἀν τῷ τετάνῳ συμβαίνει πάθει.</p><pb n="965"/></div><div type="textpart" subtype="chapter" n="20"><p>Περὶ τοῦ κατὰ τὰ σιμὰ τῶν ὠμοπλατῶν τὸν θώρακα διαστέλλοντος
<lb/>μυός.</p><p>Τὸν διαστέλλοντα τὸν θώρακα μεγάλην διαστολὴν μῦν,
<lb/>ἕνα καθ’ ἑκάτερον ὑπάρχοντα μέρος εἴτε κοινὸν τῆς ὠμοπλάτης
<lb/>καὶ θώρακος ὀνομάζειν ἐθελήσειέ τις, εἴτε τοῦ θώρακος
<lb/>μόνου τὸν κατ’ ὠμοπλάτην οὐ διοίσει. ἐκφύεται δὲ
<lb/>ἀπὸ τῆς βάσεως αὐτῆς ἐπιτεταμένος ἅπαντι τῷ θώρακι.
<lb/>τουτὶ μὲν οὖν αὐτοῦ κατακέκρυπται τὸ μέρος, ὥστε οὐκ ἂν
<lb/>αὐτὸ θεάσαις πρὶν ἀφελεῖν τὴν ὠμοπλάτην. τὸ δὲ ἀπὸ
<lb/>τοῦδε σύμπαν ἐστὶ φανερὸν ἐπιπεφυκὸς τῷ θώρακι μέχρι
<lb/>τοῦ καθήκοντος ἐπὶ τὴν ἕκτην πλευρὰν μυὸς ἀπὸ τοῦ τραχήλου,
<lb/>ἀλλὰ καὶ τῶν νόθων πλευρῶν ἐπιβαίνει δυοῖν ὁ μῦς
<lb/>οὗτος ἐγγὺς ἤδη τῶν χονδρωδῶν ἀποφύσεων. ἔστι δὲ οὐ
<lb/>συνεχὴς αὐτοῦ ἡ κατάφυσις, ἀλλ’ οἷον εἰς μικρούς τινας
<lb/>ἐσχισμένη μῦς ἕνα καθ’ ἑκάστην πλευρὰν, ἐφεξῆς δὲ τοῖς
<lb/>τούτου πέρασιν ἅπασι τοῖς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκφύσεως ὁ μέγιστος

<pb n="966"/>

ἔχει τῶν κατ’ ἐπιγάστριον μυῶν ἐσχισμέναις ὁμοίως
<lb/>καὶ αὐτὸς ἐκφύσεσιν ἀνηρτημένος.</p></div></div></body></text></TEI>