<TEI xmlns="http://www.tei-c.org/ns/1.0" xmlns:py="http://codespeak.net/lxml/objectify/pytype" py:pytype="TREE"><text><body><div type="edition" xml:lang="grc" n="urn:cts:greekLit:tlg0057.tlg101.1st1K-grc1"><div type="textpart" subtype="book" n="2"><div type="textpart" subtype="chapter" n="28"><quote type="lemma"><milestone unit="ed2page" n="65"/>Ἐπιδεῖν τὰ μὲν ὀρθὰ ἐς ὀρθὸν, τὰ δὲ
                            λοξὰ λοξῶς <lb/>ἐν σχήματι ἀπόνῳ, ἐν ᾧ μήτε ἀπόσφιγξις μήτε ἀπόστασις
                            <lb/>ἔσται. ἐξ οὗ ὅταν μεταλλάσσῃ ἐς ἀνάληψιν ἢ <lb/>θέσιν, οὐ
                            μεταλλάξουσι, ἀλλ’ ὅμοια ταῦτα ἕξουσι, μύας, <lb/>φλέβας, νεῦρα, ὀστέα,
                            εὔθετα, εὔσχετα.</quote><p>Οὐ τὰ πεπονθότα μόρια τοῦ σώματος ὀρθὰ καὶ λοξὰ <lb/>λέγει νῦν, ἀλλὰ τὰ
                            ἀποστήματα, περὶ ὧν ποιεῖται τὴν διδασκαλίαν <lb/>ἐπὶ παραδείγματος ἐξ
                            αὐτῶν ἑνὸς τοῦ κόλπου. <lb/>πάντως γὰρ οὗτος ἤτοι γε ὀρθός ἐστιν ἢ λοξὸς
                            πρὸς τὸ μῆκος <lb/>ἐν ᾧ γέγονεν. ὀρθὸν μὲν οὖν ἄκουέ μου τὸν κατάντη,
                            <lb/>λοξὸν δὲ τὸν μὴ τοιοῦτον. ὠνόμασε δὲ ὀρθὸν κόλπον οὗ <lb/>τὸ μὲν
                            στόμιον ἐν τοῖς κάτω μέρεσίν ἐστιν, ὁ δὲ πυθμὴν ἐν <lb/>τοῖς ἄνω, λοξὸν
                            δὲ οὖ πρὸς τὸ πλάγιον ἐκκλίνεται. γίγνονται <lb/>δὲ δηλονότι καὶ τούτοις
                            ἐναντίως διακείμενοι κόλποι· <lb/>κάτωθεν μὲν ἔχοντες πυθμένα, τὸ
                            στόμιον δὲ ἄνωθεν. ἀλλ’ <lb/>ἡμεῖς αὐτοὶ τούτους ἄρτι διαιροῦμεν κατὰ
                            τὸν πυθμένα τῆς <pb n="798"/> ἐκροῆς τῶν ἰχώρων ἕνεκεν. εἰ δὲ φθάνοι τὸ
                            στόμιον οὐκ <lb/>ἀκριβῶς ἐν τοῖς κάτω μέρεσι τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἐν τοῖς
                            <lb/>πλαγίοις ὑπάρχον, ἐξευρίσκειν, ἐπιτήδειον δὲ σχῆμα τοῦ μορίου
                            <lb/>χρὴ καὶ τρόπον ἐπιδέσεως ἐκκρίνεσθαι τοὺς ἰχῶρας <lb/>αὐτοῦ.
                            τοσαύτη γὰρ ἐν τοῖς τοιούτοις ἐστὶν ἡ δύναμις τοῦ <lb/>σχήματος, ὥσθ’
                            ἡμεῖς πολλάκις τὸ δοκοῦν ἄνωθεν εἶναι <lb/>στόμιον, ἐποιήσαμεν κάτωθεν
                            ὑπαλλάξαντες τὸ σχῆμα. μηρὸν <lb/>οὖν ἐν αὐτῷ κόλπον ἔχοντα, τὸ στόμιον
                            μὲν ἔχοντα πλησίον <lb/>βουβῶνος, τὸν πυθμένα δὲ ἐγγὺς τοῦ γόνατος
                            ἰασάμεθα <lb/>μετὰ σχήματος οὕτως, ὡς ὑψηλότερον εἶναι τὸ γόνυ <lb/>τοῦ
                            βουβῶνος. ἐγένετο δὲ τοῦτο ῥᾳδίως τε καὶ ἀνωδύνως <lb/>ὑπαυχενίου
                            μαλακοῦ κατὰ τὴν ἰγνύαν ὑποτεθέντος. οὕτω <lb/>δὲ καὶ κατὰ γαστροκνημίαν
                            κόλπους ἰασάμεθα, τὸ στόμιον <lb/>ἔχοντας τῆς ἰγνύας πλησίον, ὑψηλότερον
                            ἄκρον τὸν πόδα <lb/>τῆς ἰγνύας καταθέμενοι. καὶ πῆχυν δ’ ἀναβάντες
                            ταινίᾳ <lb/>κατὰ τὸν ὅμοιον τρόπον, ὡς ὑψηλοτέραν εἶναι καὶ ἄκραν
                            <lb/>τὴν χεῖρα ἀγκῶνος ἰασάμεθα πολλάκις ἔχοντα κόλπον. <lb/>ἀγκῶνος δὲ
                            πεπονθότος οὕτως, ὡς ἐπειλῆφθαι τὸν ἀμφ’ ﻿<pb n="799"/> αὐτὸν κόλπον ἐκ
                            μὲν τῶν ἄνω μερῶν τοῦ βραχίονος, ἐκ δὲ <lb/>τῶν κάτω τοῦ πήχεος.
                            ἐπιτηδειότατον σχῆμα τὸ νῦν εἰρημένον <lb/>ἐστὶν, ἐν ᾦ ταπεινότερον
                            ἑκατέρου τῶν ὀστῶν ἀγκὼν <lb/>γίγνεται. λέγω δὲ ἑκατέρου πήχεος καὶ
                            βραχίονος· καὶ δύο <lb/>γε ἐπιδέσμοις ἐνταῦθα χρώμεθα, τελευτῶσι μὲν
                            ἀμφοτέροις <lb/>ἐπὶ τὸ κατ’ ἀγκῶνα στόμιον, ἀρχομένοις δὲ ἀπὸ τῶν παθῶν,
                            <lb/>ἐὰν μὲν ἀκριβῶς ὀρθὸς ὁ κόλπος ᾖ τὴν ἐπίδεσιν ἀπαρέγκλιτον
                            <lb/>ποιήσεις. καθάπερ εἰ καὶ κατεαγὸς ἐπιδεῖς τὸ <lb/>κῶλον, ἀποδεῖς τε
                            ὁμοίως ἔχον. ἐὰν δὲ ἐγκεκλιμένον ἐστὶ <lb/>πρὸς τὸ πλάγιον, ἡ ἐπίδεσίς
                            σου τὴν ἔγκλισιν τοῦ κόλπου <lb/>μιμείσθω καὶ τὸ σχῆμα μιμείσθω
                            τοιοῦτος, <milestone unit="ed2page" n="66"/>ὡς <lb/>ἐκρεῖν τοὺς ἰχῶρας·
                            ἐν ᾧ δὲ ἂν μέλλῃς ἀποτίθεσθαι σχήματι <lb/>τὸ πεπονθὸς μόριον, ἐν τούτῳ
                            καὶ τὴν ἐπίδεσιν ποιοῦ, <lb/>γιγνώσκων μεγίστην ἑπομένην βλάβην τοῖς
                            μετεσχηματισμένοις. <lb/>ἀναγκαῖον γὰρ ἐν αὐτοῖς ἔνια μὲν τῶν
                            κεκυρτωμένων <lb/>προσταλῆναι, ἔνια δὲ ὑψωθῆναι προσεσταλμένα.
                            συμβήσεται <lb/>οὖν ἐξ ἀνάγκης τὰ μὲν ὑψωθέντα θλίβεσθαι πρὸς τῶν
                            <lb/>ἐπιδέσμων, τὰ δὲ ταπεινωθέντα μὴ κρατεῖσθαι χαλασθέντων <pb n="800"/> αὐτῶν. ἐπὶ μὲν οὖν τῶν θλιβομένων τὴν ἀπόσφιγξιν <lb/>εἶπεν ὁ
                            Ἱπποκράτης, ἐπὶ δὲ τῶν κεχαλασμένων τὴν ἀπόστασιν <lb/>ἐν σχήματι
                            τοιούτῳ τὴν οἰκείαν τῷ κόλπῳ κελεύων <lb/>ἐπίδεσιν ποιεῖν ἡμᾶς, ἐν ᾧ
                            μήτε ἀπόστασις μήτε ἀπόσφιγξίς <lb/>ἐστι, κατὰ τὴν ἀπόστασιν
                            ἀναγκαζομένων πασχόντων <lb/>μεταβάλλειν. ἐὰν γὰρ ἁπλῶς ἐν τῷ τῆς
                            ἐπιδέσεως χρόνῳ <lb/>μόνῳ φροντίσωμεν τῶν λοξῶν κόλπων, ἐπιδέσει λοξῇ
                            καταβαλλέσθω <lb/>ἐν σχήματι μὴ δυναμένῳ φυλαχθῆναι κατὰ τὴν
                            <lb/>ἀπόθεσιν ἢ κατὰ τὴν ἀνάληψιν ἐν τῇ καταλλαγῇ. τὰ μέν <lb/>τινα τῶν
                            ἐπιδεδεμένων μορίων ἀποσφιγχθήσεται, τὰ δὲ χαλαχθήσεται, <lb/>ὀνομαστὶ
                            δὲ αὐτὸς ἐδήλωσε τὰ τὴν θέσιν ἐν <lb/>αὐτοῖς σχηματισμοῖς ὑπαλλάττοντα
                            μόρια μύας εἰπὼν καὶ <lb/>φλέβας καὶ νεῦρα καὶ ὀστᾶ. ταῦτα γάρ ἐστι τὰ
                            τὸν ὄγκον <lb/>τοῦ σώματος ἐργαζόμενα, φλέβας ἀκουόντων ἡμῶν κατὰ τὸ
                            <lb/>παλαιὸν ἔθος οὐ μόνον ταύτας τὰς νῦν ὀνομαζομένας, ἀλλὰ <lb/>καὶ
                            τὰς ἀρτηρίας. οὗτος μὲν οὖν ὁ νοῦς ὅλης τῆς ῥήσεώς <lb/>ἐστιν. αἱ δὲ
                            κατὰ μέρος ἐν αὐτῇ λέξεις οὐ πάνυ μὲν ἀσαφεῖς <pb n="801"/> εἰσιν,
                            ἄμεινον δὲ αὐτὰς ἴσως ἐξηγήσασθαι διὰ βραχέων. <lb/>ἀνάληψιν μὲν ἐπὶ
                            χειρὸς ὀνομάζει τὴν μετὰ τὴν ἐπίδεσιν <lb/>ἀπόθεσιν αὐτῆς ἐν πλατείᾳ
                            ταινίᾳ παραλαμβανούσῃ πάντα <lb/>τὸν πῆχυν, θέσιν δὲ τὴν ἐπὶ τοῦ
                            σκέλους. εὔδηλον δὲ ὅτι <lb/>καὶ ἡ ἀνάληψις ὑποπέπτωκε τῷ γένει τῷ τῆς
                            θέσεως σημαινομένῳ <lb/>καὶ τῷ νῦν ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ῥήσεως. εὔθετα
                            <lb/>μὲν ὠνόμασε τὰ καλῶς ἀποτιθέμενα, εὔσχετα δὲ τὰ καλῶς
                            <lb/>ἀναλαμβανόμενα, τὸ μὲν πρῶτον ὄνομα κατὰ τῶν σκελῶν, <lb/>τὸ δὲ
                            δεύτερον κατὰ τῶν χειρῶν ἐπιφέρων. </p></div></div></div></body></text></TEI>